powered by inbusiness-news-logo cbn omada-logo celebrity-logo LOGO-PNG-108

Η άλλη πλευρά της υπόθεσης: συμμόρφωση, δικαστική ανεξαρτησία και ελευθερία νομικής έκφρασης

Την 8.4.2025, δικαστής του Επαρχιακού Δικαστηρίου (ΕΔ) κλήθηκε να αποφασίσει αν κατηγορούμενη, που ήταν ελεύθερη, θα τίθετο υπό κράτηση, λόγω κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων. Έκρινε πως δεν υφίσταται κίνδυνος που να δικαιολογεί στέρηση προσωπικής ελευθερίας, προγραμμάτισε την ακρόαση, και εξασφάλισε την παρουσία της κατηγορούμενης με εγγύηση.

Η κατηγορούσα αρχή, με έφεση, επέμεινε να επιβληθεί κράτηση. Στις 29.5.2025, το Εφετείο εντόπισε σφάλμα στην εφαρμογή του άρθρου 48 Κεφ.155 και στον τρόπο αξιολόγησης των δεδομένων. Συνεπώς, επέβαλε κράτηση και παρέπεμψε την υπόθεση στο ΕΔ για να επαναπρογραμματιστεί η εκδίκαση συντομότερα ενόψει της κράτησης, εκτιμώντας ότι δεν χρειάζονταν πολλές δικάσιμοι.

Την επόμενη ημέρα, η υπόθεση τέθηκε ενώπιον του ΕΔ, στην ίδια δικαστή. Ο ίδιος κατήγορος αιτήθηκε η υπόθεση να μην οριστεί για ακρόαση, αλλά να οριστεί νωρίτερα για εξέταση, λόγω επικείμενης αποκατάστασης προηγούμενων καταδικών και ενδεχόμενης διαφοροποίησης ως προς την κράτηση. Με απόφασή του, το ΕΔ δεν δέχθηκε το αίτημα, συμμορφώθηκε με την απόφαση του Εφετείου, όρισε την υπόθεση για ακρόαση σε συντομότερη ημερομηνία, και επέκτεινε την κράτηση μέχρι τότε· σημείωσε τη δήλωση περί ενδεχόμενης αποκατάστασης, αφήνοντας περιθώριο επανεξέτασης εάν θα έχει επέλθει διαφοροποίηση. Προέβη δε σε επισημάνσεις που έκρινε αναγκαίες. Η απόφαση δεν προσβλήθηκε.

Την ίδια ημέρα, η εν λόγω δικαστής του ΕΔ, με σχετική συγγραφική δραστηριότητα, δημοσίευσε το άρθρο «Μία χρήσιμη ερμηνευτική παρέμβαση» σε προσωπικό ιστολόγιο που χρησιμοποιείτο για δημοσίευση ερευνητικών και ακαδημαϊκών κειμένων και περιλάμβανε διευκρίνιση ότι οι απόψεις ήταν προσωπικές και δεν εκπροσωπούσαν οποιονδήποτε θεσμό, δημόσια υπηρεσία ή επαγγελματική ιδιότητα. Το άρθρο ανέλυε την ερμηνεία του άρθρου 48 Κεφ.155, ως δόθηκε εφετειακά. Κατέληγε σε θεωρητικό προβληματισμό, για το πώς η διαδικασία θα είναι ασφαλέστερη, όσον αφορά την πρακτική εφαρμογή, την προσωπική ελευθερία, και την εσωτερική δικαστική ανεξαρτησία.

Στις 31.5.2025, το άρθρο διαβιβάστηκε από την ίδια, μέσω email, σε μέλος του Εφετείου, εκπαιδεύτρια σε θέματα κράτησης, σε υφιστάμενη ροή επικοινωνίας. Ακολούθησε αμέσως παραπομπή για πειθαρχική εξέταση. Διατυπώθηκαν έξι κατηγορίες. Στις 17.2.2026, το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο (ΑΔΣ), ως πειθαρχικό όργανο, απέρριψε τις κατηγορίες, πλην δύο. Στις 26.2.2026 επιβλήθηκε επίπληξη, με δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα.

Η δικαστής προσέφυγε στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστικό Συμβούλιο (ΑΣΔΣ), δευτεροβάθμιο πειθαρχικό όργανο. Μεταξύ άλλων, προβλήθηκαν ζητήματα σχετικά με τα άρθρα 6, 8 και 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), την αναλογικότητα της επέμβασης, τη δίκαιη διαδικασία, τις συνέπειες, και τον ευρύτερο αποτρεπτικό αντίκτυπο που μπορεί να έχει μια πειθαρχική διαδικασία στην ανεξάρτητη κρίση και στην ελεύθερη νομική έκφραση των δικαστών.

Στις 30.7.2026, το ΑΣΔΣ απέρριψε την ένσταση. Έκρινε πως το ΑΔΣ ενήργησε εντός των επιτρεπόμενων ορίων διακριτικής ευχέρειας και εφάρμοσε ορθά τις αρχές, πως η απόφαση της 30.5.2025 ήταν «περιττή» καθώς η υπόμνηση αρχών επιβολής κράτησης, έστω χωρίς δόλο ή κακή πίστη, δημιούργησε εντύπωση επαναφοράς δεδικασμένου, επιμονής στην ανατραπείσα απόφαση και «αυτοδικαίωσης», ενώ το άρθρο δεν ήταν συμβολή αποσυνδεδεμένη από τη διαδικασία.

Η θέση της δικαστού ήταν και παραμένει ότι υπήρξε πλήρης συμμόρφωση με την απόφαση του Εφετείου. Ο σεβασμός και η συμμόρφωση προς δεσμευτικές αποφάσεις αποτελούν αυτονόητες υποχρεώσεις. Είναι αδιανόητη η χρησιμοποίηση δικαστικών αποφάσεων ως μέσο έκφρασης προσωπικών απόψεων, ιδεολογιών, ή ιδιοτελών κινήτρων. Η συμμόρφωση δεν συνεπάγεται ότι η νομική άποψη ή το φρόνημα ενός δικαστή πρέπει να ταυτίζεται με κάθε επιμέρους στοιχείο αιτιολογίας ή διαδικαστικής προσέγγισης του ανώτερου δικαστηρίου.

Κάθε δικαστήριο δικαίου οφείλει να είναι ευαίσθητο και αυστηρό σε θέματα προσωπικής ελευθερίας. Δεσμεύεται από υπέρτερο δίκαιο.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η διαφοροποίηση ως προς τη διάρκεια της δίκης, έχοντας υπόψη μη αναφερόμενη μαρτυρία, πιθανές ανάγκες αμφισβήτησης αστυνομικών ενεργειών ή τυχόν μαρτυρία της υπεράσπισης, δεν αποτελούσε «διαφωνία» με δεσμευτική «απόφαση». Συνδεόταν με την υποχρέωση να μην προδικάζεται η υπόθεση· ο κατηγορούμενος, με τεκμήριο αθωότητας, έχει πλήρη δυνατότητα υπεράσπισης. Το «ύφος» οποιωνδήποτε αναφορών, δικαιοδοτικής λειτουργίας, ήταν το ευγενικό και ήπιο.

Το άρθρο δεν περιλάμβανε προσωπική, προσβλητική ή απαξιωτική αναφορά ή αιχμή. Επικεντρωνόταν στην αρχή της νομιμότητας, στη διασφάλιση της δυνατότητας επανελέγχου της κράτησης και στη λειτουργική ευθύνη ενός πρωτόδικου δικαστηρίου.

Ο δικηγόρος της δικαστού, Δρ Νικόλας Κυριακίδης, θεωρεί ότι η υπόθεση εγείρει σοβαρά ζητήματα. Η δικαστική ιεραρχία και η δεσμευτικότητα των εφετειακών αποφάσεων αποτελούν αδιαμφισβήτητες θεμελιώδεις αρχές. Εξίσου θεμελιώδης, όμως, είναι η δυνατότητα κάθε δικαστή να αποφασίζει με βάση τον νόμο, τα πραγματικά περιστατικά και τη συνείδησή του, χωρίς φόβο δυσμενών συνεπειών λόγω καλόπιστης και κόσμιας διατύπωσης νομικής ανησυχίας ή δικαιοδοτικής αναφοράς που μπορεί να θεωρηθεί «περιττή». Εξίσου σημαντική είναι η ιεραρχία πηγών δικαίου.

Η δικαστική αυτοσυγκράτηση δεν ταυτίζεται με απόλυτη υποχρέωση σιωπής. Η συμμόρφωση προς δεσμευτική απόφαση δεν σημαίνει ότι κάθε διαφορετική νομική άποψη πρέπει να εξαφανίζεται ή να αποσιωπάται. Η ορατότητα απόψεων που ανατράπηκαν ή μειοψήφησαν ιστορικά συνέβαλε στην εξέλιξη, χωρίς να θέτει ζητήματα σύγχυσης ή αμεροληψίας. Το κρίσιμο είναι αν η έκφραση έγινε με θεσμική ευπρέπεια, χωρίς προσωπικές επιθέσεις και υπονόμευση της εφαρμογής της δεσμευτικής απόφασης.

Η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) αναγνωρίζει ότι οι δικαστές προστατεύονται από το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ και μπορούν, υπό προϋποθέσεις, να συμβάλλουν στον δημόσιο και επιστημονικό διάλογο για το κράτος δικαίου, τη δικαστική ανεξαρτησία και τη λειτουργία της Δικαιοσύνης. Σε υποθέσεις όπως οι Wille κατά Λιχτενστάιν, Kudeshkina κατά Ρωσίας, Baka κατά Ουγγαρίας και Żurek κατά Πολωνίας, και άλλες, εξετάστηκαν τα όρια μεταξύ θεμιτής δικαστικής αυτοσυγκράτησης και προστατευόμενης ελευθερίας έκφρασης.

Με την πρόσφατη Danileţ κατά Ρουμανίας, οι περιορισμοί στην έκφραση δικαστή απαιτούν αξιολόγηση συνολική και προσαρμοσμένη στο συγκεκριμένο πλαίσιο, να εξετάζονται το περιεχόμενο και η μορφή έκφρασης, οι περιστάσεις της, οι πραγματικές συνέπειές της, η ιδιότητα υπό την οποία μίλησε ο δικαστής, η φύση και η βαρύτητα της κύρωσης, ο πιθανός αποτρεπτικός αντίκτυπος στο σύνολο των δικαστών και οι διαδικαστικές εγγυήσεις.

Η απόφαση του ΑΣΔΣ είναι σεβαστή. Δεν αναιρεί, βέβαια, τη δυνατότητα αξιοποίησης των μηχανισμών της ΕΣΔΑ. Συνεπώς, εξετάζεται από τη δικαστή η καταχώριση προσφυγής στο ΕΔΑΔ, ιδίως σε σχέση με τα άρθρα 6, 8 και 10 (αυτοτελώς και μαζί με το άρθρο 18) της ΕΣΔΑ.

Όπως σημειώθηκε και από την πλευρά της δικαστή στο ΑΣΔΣ, δεν υφίσταται αντιπαράθεση μεταξύ δικαστών. Υπάρχει πλήρης σεβασμός σε όλα τα δικαστικά όργανα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η ενδεχόμενη προσφυγή στο ΕΔΑΔ αποσκοπεί στην εξέταση σημαντικών ζητημάτων για όλους τους δικαστές: κατά πόσο η συμμόρφωση προς δεσμευτικές αποφάσεις, η ελευθερία νομικής σκέψης, η δικαστική αυτοσυγκράτηση και η δικαστική ανεξαρτησία συνυπάρχουν, στη σύγχρονη έννομη τάξη.

Νικόλας Κυριακίδης, 

LLB, LLM, PHD Assistant Professor, Director (Procedural Law Unit) Department of Law School of law

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΟΛΕΣ ΟΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ