Η έκκληση προσώπου μέσω διαδικτύου προς πολίτες να συνεισφέρουν οικονομικά για την δικηγορική/δικαστική υπεράσπιση του, αποτελεί «έρανο»;
Αφορμή της παρούσας αρθρογράφησης έδωσε όχι η διαδικτυακή έκκληση προσώπου προς την κοινωνία των πολιτών να συνεισφέρουν οικονομικά για την δικηγορική/δικαστική υπεράσπιση του, αλλά το κατά πόσο αυτή η ενέργεια ενδεχομένως να είναι ποινικά κολάσιμη. Απορία την οποία εξέφρασε και ο Υπουργός Εσωτερικών.
Όταν μιλάμε για έρανο, στην Κύπρο εφαρμόζονται οι διατάξεις του Περί Διενέργειας Εράνων Νόμος του 2014 (68(Ι)/2014) ως έχει τροποποιηθεί.
Σκοπός του συγκεκριμένου νόμου είναι ο καθορισμός της διαδικασίας, των όρων και των προϋποθέσεων για τη διενέργεια εράνου, η δυνατότητα διεξαγωγής των αναγκαίων ελέγχων, καθώς και η επιβολή κυρώσεων με σκοπό τον αποκλεισμό των παράνομων και παραπλανητικών εράνων.
Αρμόδια Αρχή για την εφαρμογή του συγκεκριμένου νόμου ορίστηκε ο Υπουργός Εσωτερικών.
Ο οικείος νόμος προβλέπει ότι κανένα πρόσωπο δεν διοργανώνει έρανο, εκτός αν υπάρχει σε ισχύ καθόλη τη διάρκεια της περιόδου κατά την οποία διεξάγεται ο έρανος άδεια, η οποία εξουσιοδοτεί τη διοργάνωση και διενέργεια εράνου και αυτός διεξάγεται σύμφωνα με τις προβλεπόμενες στην άδεια διαδικασίες, όρους ή προϋποθέσεις. Σε αντίθετη περίπτωση, οι διοργανωτές είναι ένοχοι αδικήματος δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου και, σε περίπτωση καταδίκης τους, υπόκεινται σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) ή σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη ή και στις δύο αυτές ποινές.
Ο οικείος νόμος, στο ερμηνευτικό άρθρο 2 καθορίζει τι είναι «έρανος».
«έρανος» σημαίνει έκκληση προς το κοινό ή οποιαδήποτε ομάδα του κοινού, που γίνεται με επιστολές, ανακοινώσεις ή άλλα έντυπα ή έγγραφα ή μέσω του ταχυδρομείου, του τύπου, του τηλεφώνου, του ραδιοφώνου, της τηλεόρασης, του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή του διαδικτύου ή με επισκέψεις από οικία σε οικία ή σε τόπο εργασίας και, ή με έκκληση ρητώς ή σιωπηρώς, σε οδούς ή σε άλλους δημόσιους τόπους, όπως καταβάλει, με ή χωρίς αντιπαροχή, για οποιοδήποτε φιλανθρωπικό, αγαθοεργό ή θρησκευτικό, περιβαλλοντικό και/ή φιλοζωικό σκοπό, καθώς και για ανέγερση μνημείων, χρήματα ή άλλα περιουσιακά στοιχεία που δεν είναι χρήματα, χωρίς να περιλαμβάνει τη διεξαγωγή εράνου εντός θρησκευτικών ιδρυμάτων και ή στον περίβολο αυτών, τηρουμένων των διατάξεων της επιφύλαξης του εδαφίου (1) του άρθρου 5, αλλά δεν περιλαμβάνει και τις συναφείς δραστηριότητες οι οποίες συντονίζονται ή διενεργούνται από τον εκάστοτε διοριζόμενο Επίτροπο Εθελοντισμού και Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων (ΜΚΟ) και ή το Παγκύπριο Συντονιστικό Συμβούλιο Εθελοντισμού (Π.Σ.Ε.Ε.) και αφορούν την αντιμετώπιση εκτάκτων αναγκών, φυσικών καταστροφών και εμπόλεμων καταστάσεων και οι οποίες αναλαμβάνονται σε συνεννόηση και με την εξασφάλιση της συναίνεσης της αρμόδιας Αρχής Αδειών, κάθε δε, τέτοια περίπτωση, γνωστοποιείται με την περίληψή της στον επικαιροποιημένο κατάλογο αδειών που είναι αναρτημένος στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Εσωτερικών, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 του περί Διενέργειας Εράνων Νόμου.
Υπάγοντας τα περιστατικά της εν προκειμένω υπόθεσης στον νόμο, «έρανος» σημαίνει έκκληση προς το κοινό ή οποιαδήποτε ομάδα του κοινού, που γίνεται μέσω του διαδικτύου όπως καταβάλει, με ή χωρίς αντιπαροχή, για οποιοδήποτε φιλανθρωπικό, αγαθοεργό ή θρησκευτικό, περιβαλλοντικό και/ή φιλοζωικό σκοπό, καθώς και για ανέγερση μνημείων, χρήματα ή άλλα περιουσιακά στοιχεία που δεν είναι χρήματα.
Το νομικό ερώτημα που προκύπτει. Η έκκληση προς το κοινό για κάλυψη δικηγορικών/δικαστικών εξόδων εμπίπτει στην νομική έννοια του «εράνου»; Αν η απάντηση είναι καταφατική, τότε χρειάζεται εκ των προτέρων η υποβολή αίτησης. Δεν θα μας απασχολήσει αν ενδεχομένως προκύπτουν άλλα ποινικά αδικήματα.
Ο σκοπός για τον οποίο έγινε η συγκεκριμένη διαδικτυακή έκκληση εμπίπτει σε ένα από τους καθορισμένους σκοπούς που ο οικείος νόμος θεωρεί ποινικά κολάσιμους;
Σκοποί που θεωρούνται ότι γίνονται για έρανο:
- Φιλανθρωπικό
- Αγαθοεργό
- Θρησκευτικό
- Περιβαλλοντικό
- Φιλοζωικό
- Ανέγερση μνημείων
Εκ πρώτης όψεως, μπορεί με ευκολία κάποιος να αποκλείσει κάποιους από τους πιο πάνω σκοπούς. Προτού όμως φτάσουμε σε συμπέρασμα, ας αντλήσουμε καθοδήγηση από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και τις εκεί παρατεθειμένες αρχές ερμηνείας ενός ποινικού νομοθετήματος.
Τηρουμένης της προσοχής που απαιτείται κατά την ερμηνεία ποινικών νόμων, αυτοί ερμηνεύονται σήμερα με αναφορά στην πραγματική σημασία των λέξεων και στον πραγματικό σκοπό του νομοθέτη (Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 391).
Όπου υπάρχει αμφιβολία στην ορθή ερμηνεία εφόσον πρόκειται για ποινικό νομοθέτημα που δημιουργεί αδίκημα, η όποια αμφιβολία επιλύεται υπέρ του κατηγορούμενου, (Ερμογένους ν. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 387, Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοντέας ν. Λουκά-Ξιαρή (2014) 2 Α.Α.Δ. 445, ECLI:CY:AD:2014:B424, και Cross: Statutory Interpretation σελ. 150-151).
Αποτελεί κανόνα ερμηνείας των νόμων, ότι κάθε κανόνας ερμηνείας συχνά υπαναχωρεί, υπέρ του κανόνα που αφορά στην ερμηνεία ποινικών νόμων, ο οποίος προβλέπει ότι δίδεται σε αυτούς, συσταλτική ερμηνεία, έτσι ώστε να ερμηνεύονται κατά τρόπο επιεική προς τον κατηγορούμενο.
Στο σύγγραμμα Cross on Statutory Interpretation, Butterworths, 1976, σελίδα 52 αναφέρονται σχετικά με το σημείο αυτό, τα εξής:
«This is a presumption which is liable to be defeated by other presumptions, and, in criminal cases, it frequently is defeated by the presumption in favour of a strict construction of penal statutes.»
Στο σύγγραμμα Maxwell on The Interpretation of Statutes, Twelfth Edition, Sweet & Maxwell, στη σελίδα 238, αναφέρεται ότι η σχετική αρχή ερμηνείας των ποινικών νόμων περιλαμβάνει και τα εξής λεχθέντα σε αγγλική νομολογία:
«If there are two reasonable constructions we must give the more lenient one. That is the settled rule for the construction of penal sections. »
στη σελ. 239 του πιο πάνω συγγράμματος καταγράφεται ότι απαιτείται σαφής διατύπωση («express language») για τη δημιουργία αδικήματος.
Αναφορά στον πιο πάνω κανόνα ερμηνείας ποινικών νόμων, έγινε και στις ANTONIOS KOURRIS ν. THE SUPREME COUNCIL OF JUDICATURE, (1972) 3 CLR 390 και SHISTRIS ν. CTO, (1983) 2 CLR 72, EUROFREIGHT LOGISTISS LTD ν. ΧΡΙΣΤΑΚΗ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, (2006) 2 Α.Α.Δ 29 και POPOV GUEKTOR ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (2008) 2 Α.Α.Δ 338.
Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (1993) 2 Α.Α.Δ. 443, λέχθηκαν τα εξής:
"Οι ποινικοί νόμοι, περιλαμβανομένων εκείνων που αφορούν τη δικαιοδοσία και τη δικονομία, ερμηνεύονται αυστηρά. Αν υπάρχει οποιαδήποτε ασάφεια ή αμφιβολία αποφασίζεται υπέρ του κατηγορουμένου. Αυτό γίνεται έστω και αν οδηγεί στην απαλλαγή του κατηγορουμένου για τεχνικούς λόγους."
Η ποινική ευθύνη πρέπει να καθορίζεται ρητά και απερίφραστα από το λεκτικό της διάταξης και να μην αφήνεται να συνάγεται από τα συμφραζόμενα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Νίκου Παπαλαζάρου και Άλλων, Ποιν. Εφ. 5905, ημερ. 8.6.1995, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 5853 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου, Ποιν.Εφ. 5855, ημερ. 22.12.1993).
Όπως είχε αναφερθεί στην Tuck & Sons v. Priester (1887) 19 QBD 629, απόσπασμα το οποίο παρατίθεται και στο σύγγραμμα «Ερμηνεία στο Κυπριακό Δίκαιο» του Πολύβιου Γ. Πολυβίου, σελ. 74:
«If there is a reasonable interpretation which will avoid the penalty in any particular case, we must adopt that construction. If there are two reasonable constructions, we must give the more lenient one. That is the settled rule for construction of penal sections».
O Francis Bennion στο σύγγραμμα του «Statutory Interpretation», 5η έκδοση, στις σελ. 825 επ. αναλύει την αρχή ενάντια στην ποινικοποίηση βάσει αμφιβόλου νόμου («Principle against penalisation under a doubtful law»), καταγράφοντας ότι δεν πρέπει να τιμωρείται κάποιος ποινικά εκτός στη βάση ξεκάθαρου νομοθετήματος. Όπως αναφέρει, τα Δικαστήρια πρέπει να προσπαθούν να αποφεύγουν την υιοθέτηση ερμηνείας νομοθετήματος η οποία ποινικοποιεί πράξη όπου η πρόθεση του Νομοθέτη να πράξει κάτι τέτοιο είναι αμφίβολη («. should therefore strive to avoid adopting a construction which penalises a person where the legislator's intention to do is doubtful, or penalises him or her in a way which was not made clear»). Όπως λέχθηκε στην Dickenson v. Fletcher (1873) LR 9 CP 1:
«Those who contend that a penalty may be inflicted must show that the words of the Act distinctly enact that it shall be incurred under the present circumstances. They must fail if the words are merely equally capable of a construction that would, and one that would not, inflict the penalty».
Η θέση μου, στηριζόμενος στα προαναφερθέντα, είναι ότι ο «έρανος» πρέπει να ερμηνευθεί με την γραμματική ερμηνεία εφόσον πρόκειται περί ποινικής διάταξης.
Υπενθυμίζω το λατινικό απόφθεγμα - "fiat justitia, ruat coelum" - "Let justice be done though the heavens fall." ("Ας γίνει δικαιοσύνη, έστω και αν πέσει ο ουρανός").
Δημήτρης Απαισιώτης
Δικηγόρος











