Η προστασία των παιδιών αποτελεί μία από τις θεμελιώδεις υποχρεώσεις κάθε σύγχρονου κράτους δικαίου. Η κυπριακή έννομη τάξη αναγνωρίζει ότι τα ανήλικα παιδιά, λόγω της ηλικίας και της ευαλωτότητάς τους, εξαρτώνται πλήρως από τους γονείς ή τα πρόσωπα που έχουν την επιμέλεια και τη φροντίδα τους. Για τον λόγο αυτό, η νομοθεσία δεν περιορίζεται στην ποινικοποίηση της άμεσης σωματικής κακοποίησης, αλλά επεκτείνεται και στην τιμωρία της παραμέλησης, της εγκατάλειψης και της έκθεσης ανηλίκων σε κίνδυνο. Η φιλοσοφία του νομοθέτη είναι σαφής: η αδιαφορία ενός υπεύθυνου προσώπου μπορεί να αποδειχθεί εξίσου καταστροφική με μία ενεργητική πράξη βίας.
Χαρακτηριστική είναι η διάταξη του άρθρου 54 του περί Παιδίων Νόμου (Κεφ. 352), η οποία δημιουργεί το ειδικό ποινικό αδίκημα της κακομεταχείρισης και παραμέλησης παιδιών κάτω των δεκαέξι ετών. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, κάθε πρόσωπο ηλικίας άνω των δεκαέξι ετών που έχει την επιμέλεια, τη φύλαξη ή τη φροντίδα παιδιού και εκ προθέσεως το κακομεταχειρίζεται, το παραμελεί, το εγκαταλείπει ή το εκθέτει με τρόπο που είναι πιθανό να του προκαλέσει περιττή ταλαιπωρία ή βλάβη στην υγεία του, διαπράττει ποινικό αδίκημα.
Η έννοια της παραμέλησης είναι ιδιαίτερα ευρεία. Δεν αφορά μόνο την πλήρη εγκατάλειψη του παιδιού, αλλά κάθε σοβαρή αποτυχία του υπεύθυνου προσώπου να εκπληρώσει τις βασικές υποχρεώσεις του απέναντί του. Η έλλειψη επαρκούς τροφής, η μη παροχή αναγκαίας ιατρικής περίθαλψης, η απουσία κατάλληλης επίβλεψης, η έκθεση του παιδιού σε επικίνδυνες συνθήκες ή η αδιαφορία για την ασφάλεια και την ψυχική του ευημερία μπορούν, ανάλογα με τα περιστατικά, να συνιστούν ποινικά κολάσιμη παραμέληση.
Ιδιαίτερη σημασία έχει ο όρος «wilfully» που χρησιμοποιείται στο άρθρο 54. Η ποινική ευθύνη δεν στηρίζεται σε ένα απλό λάθος ή σε μία στιγμιαία αμέλεια, αλλά σε συνειδητή ή εκούσια αδιαφορία απέναντι στις ανάγκες και την ασφάλεια του παιδιού. Ο νομοθέτης απαιτεί να αποδειχθεί ότι το πρόσωπο που είχε το καθήκον προστασίας γνώριζε ή αδιαφόρησε συνειδητά για τον κίνδυνο στον οποίο εξέθετε το παιδί και, παρά τη γνώση αυτή, δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα για την αποτροπή του.
Η σοβαρότητα της διάταξης αναδεικνύεται και από το γεγονός ότι η έννοια της «βλάβης στην υγεία» περιλαμβάνει όχι μόνο σωματικές κακώσεις αλλά και ψυχική βλάβη. Ο ίδιος ο νόμος αναφέρει ως παραδείγματα την απώλεια όρασης ή ακοής, τη βλάβη άκρου ή οργάνου του σώματος, καθώς και οποιαδήποτε ψυχική διαταραχή. Με τον τρόπο αυτό αναγνωρίζεται ότι οι συνέπειες της παραμέλησης μπορεί να είναι βαθιές, μόνιμες και να επηρεάζουν συνολικά την ανάπτυξη και την προσωπικότητα του παιδιού.
Παράλληλα με τον περί Παιδίων Νόμο, ο Ποινικός Κώδικας προβλέπει ακόμη αυστηρότερη προστασία για τα παιδιά πολύ μικρής ηλικίας. Συγκεκριμένα, το άρθρο 181, με τίτλο «Έκθεση παιδιού», ορίζει ότι όποιος παράνομα εγκαταλείπει ή εκθέτει παιδί ηλικίας κάτω των δύο ετών, ώστε η ζωή του να τεθεί σε κίνδυνο ή η υγεία του να βλαφθεί ή να ενδέχεται να υποστεί μόνιμη βλάβη, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε ετών.
Η ύπαρξη της διάταξης αυτής καταδεικνύει ότι ο νομοθέτης θεωρεί την εγκατάλειψη και την έκθεση ενός βρέφους ή νηπίου ως μία από τις σοβαρότερες μορφές εγκληματικής συμπεριφοράς. Η αυξημένη ποινή αντανακλά την ιδιαίτερη ευαλωτότητα των παιδιών κάτω των δύο ετών, τα οποία είναι απολύτως ανίκανα να προστατεύσουν τον εαυτό τους και εξαρτώνται ολοκληρωτικά από τους ενήλικες για την επιβίωση και την ασφάλειά τους.
Οι δύο αυτές διατάξεις λειτουργούν συμπληρωματικά και αποτυπώνουν τη σαφή βούληση του νομοθέτη να προστατεύσει αποτελεσματικά τα παιδιά από κάθε μορφή παραμέλησης. Το άρθρο 54 του περί Παιδίων Νόμου καλύπτει ένα ευρύ φάσμα συμπεριφορών που σχετίζονται με την παραβίαση του καθήκοντος φροντίδας απέναντι σε παιδιά κάτω των δεκαέξι ετών, ενώ το άρθρο 181 του Ποινικού Κώδικα επικεντρώνεται στις ακραίες περιπτώσεις εγκατάλειψης ή έκθεσης παιδιών κάτω των δύο ετών, όπου ο κίνδυνος για τη ζωή ή τη μόνιμη υγεία τους είναι ιδιαίτερα αυξημένος.
Κοινός παρονομαστής των δύο διατάξεων είναι ότι η ποινική ευθύνη δεν προκύπτει μόνο όταν το παιδί έχει ήδη υποστεί σοβαρή βλάβη.
Αρκεί η συμπεριφορά του υπεύθυνου προσώπου να δημιουργεί πραγματικό και σοβαρό κίνδυνο για την υγεία ή τη ζωή του. Όταν, όμως, η παραμέληση έχει ήδη οδηγήσει σε πραγματικό κακό για το παιδί, είτε αυτό αφορά σωματικό τραυματισμό είτε ψυχική βλάβη είτε μακροχρόνιες επιπτώσεις στην ανάπτυξή του, η απαξία της πράξης καθίσταται ακόμη μεγαλύτερη και ενισχύεται η ανάγκη ποινικής παρέμβασης.
Η προστασία του παιδιού δεν αποτελεί μόνο ηθική ή κοινωνική υποχρέωση των γονέων και των προσώπων που έχουν την επιμέλειά του. Αποτελεί και νομική υποχρέωση, η παραβίαση της οποίας συνεπάγεται ποινικές συνέπειες. Η συνειδητή παραμέληση ενός ανηλίκου, ιδιαίτερα όταν οδηγεί σε πραγματική βλάβη ή θέτει σε σοβαρό κίνδυνο τη ζωή και την υγεία του, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ιδιωτική οικογενειακή υπόθεση. Συνιστά προσβολή ενός από τα σημαντικότερα έννομα αγαθά που προστατεύει το ποινικό δίκαιο: της ζωής, της υγείας, της ασφάλειας και της ομαλής ανάπτυξης του παιδιού.
Η ύπαρξη τόσο του άρθρου 54 του περί Παιδίων Νόμου όσο και του άρθρου 181 του Ποινικού Κώδικα αποδεικνύει ότι η κυπριακή έννομη τάξη αποδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στην προστασία των ανηλίκων. Ο νομοθέτης δεν ανέχεται συμπεριφορές αδιαφορίας ή εγκατάλειψης που θέτουν σε κίνδυνο τα παιδιά και αντιμετωπίζει την παραμέληση ως πραγματική μορφή κακοποίησης, η οποία μπορεί να επιφέρει σοβαρές ποινικές κυρώσεις όταν έχει ως αποτέλεσμα ή δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο να επιφέρει κακό στην υγεία, την ασφάλεια και τη ζωή του παιδιού.
Αλέξανδρος Κληρίδης, Δικηγόρος και Πρόεδρος του Συνδέσμου Φυλακισμένων











