powered by inbusiness-news-logo cbn omada-logo celebrity-logo LOGO-PNG-108

Η θεσμική αναγκαιότητα διαχωρισμού της Αστυνομίας και των Φυλακών

Η υπαγωγή της Αστυνομίας και των Κεντρικών Φυλακών στο ίδιο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως αποτελεί μία θεσμική επιλογή που χρήζει σοβαρής επανεξέτασης. Δεν πρόκειται απλώς για ζήτημα διοικητικής οργάνωσης, αλλά για ένα θέμα που επηρεάζει άμεσα τη διαφάνεια, την ανεξαρτησία των θεσμών, την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και την αποτελεσματική λειτουργία του συστήματος ποινικής δικαιοσύνης. Οι δύο υπηρεσίες υπηρετούν διαφορετικούς σκοπούς, εφαρμόζουν διαφορετικές πολιτικές και, πολλές φορές, καλούνται να διαχειριστούν αντικρουόμενα συμφέροντα. Η διατήρησή τους κάτω από την ίδια πολιτική ηγεσία δημιουργεί μια μόνιμη θεσμική σύγκρουση συμφερόντων.

Η Αστυνομία έχει ως αποστολή την πρόληψη και καταστολή του εγκλήματος, τη διερεύνηση ποινικών αδικημάτων και τη σύλληψη των υπόπτων. Οι Φυλακές, αντίθετα, έχουν ως αποστολή την ασφαλή κράτηση των υποδίκων και καταδίκων, τον σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, την προστασία των δικαιωμάτων των κρατουμένων και την προετοιμασία τους για την επανένταξη στην κοινωνία. Η φιλοσοφία της αστυνόμευσης είναι διαφορετική από τη φιλοσοφία του σωφρονισμού. Η πρώτη επικεντρώνεται στην επιβολή του νόμου, ενώ η δεύτερη στην ορθή εκτέλεση της ποινής και στη διατήρηση ενός ανθρωποκεντρικού σωφρονιστικού συστήματος.

Η διάκριση αυτή αναγνωρίζεται και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Οι European Prison Rules του Council of Europe επισημαίνουν ότι οι φυλακές πρέπει να λειτουργούν ως πολιτικές υπηρεσίες και όχι ως προέκταση της Αστυνομίας, του Στρατού ή άλλων σωμάτων ασφαλείας. Η σωφρονιστική διοίκηση οφείλει να διαθέτει λειτουργική αυτονομία, δική της διοικητική κουλτούρα και ανεξάρτητες προτεραιότητες, ώστε να μπορεί να επιτελεί τον ιδιαίτερο κοινωνικό της ρόλο.

Στην Κύπρο, όμως, συμβαίνει το αντίθετο. Η Αστυνομία και οι Κεντρικές Φυλακές υπάγονται στο ίδιο Υπουργείο και τελούν υπό τον ίδιο πολιτικό προϊστάμενο. Παρότι αποτελούν δύο εντελώς διαφορετικούς θεσμούς, αντιμετωπίζονται ως μέλη της ίδιας διοικητικής «οικογένειας». Το γεγονός αυτό δημιουργεί σοβαρά ζητήματα ανεξαρτησίας, λογοδοσίας και αντικειμενικότητας.

Το πρόβλημα γίνεται ακόμη εντονότερο στη χάραξη της κρατικής πολιτικής. Από τη μία πλευρά, η Αστυνομία καλείται να ενισχύει την καταπολέμηση της εγκληματικότητας και να προβαίνει στις απαραίτητες συλλήψεις όταν αυτό επιβάλλεται από τον νόμο. Από την άλλη πλευρά, οι Φυλακές καλούνται να διαχειριστούν έναν ήδη υπερφορτωμένο σωφρονιστικό πληθυσμό, διασφαλίζοντας αξιοπρεπείς συνθήκες κράτησης και συμμόρφωση με τις διεθνείς υποχρεώσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Σήμερα, οι κυπριακές φυλακές αντιμετωπίζουν σοβαρό πρόβλημα υπερπληθυσμού. Κάθε αύξηση των προφυλακίσεων ή των καταδικών επιβαρύνει ακόμη περισσότερο ένα σύστημα που ήδη λειτουργεί στα όριά του. Έτσι, δημιουργείται μια προφανής θεσμική αντίφαση. Η μία υπηρεσία επιδιώκει, στο πλαίσιο της αποστολής της, την αποτελεσματική επιβολή του νόμου, ενώ η άλλη καλείται να διαχειριστεί τις συνέπειες αυτής της πολιτικής χωρίς να διαθέτει τους αναγκαίους πόρους ή υποδομές.

Το ουσιαστικό πρόβλημα είναι ότι όταν προκύπτει αυτή η σύγκρουση προτεραιοτήτων, δεν υπάρχει ανεξάρτητος θεσμικός μηχανισμός που να εξισορροπεί τις δύο ανάγκες. Η τελική απόφαση λαμβάνεται από τον ίδιο πολιτικό προϊστάμενο. Ως αποτέλεσμα, η μία πολιτική αναπόφευκτα υπερισχύει της άλλης. Δεν πρόκειται για ζήτημα των προθέσεων ή των ικανοτήτων του εκάστοτε Υπουργού. Αντίθετα, πρόκειται για πρόβλημα της ίδιας της θεσμικής αρχιτεκτονικής του κράτους. Κάθε Υπουργός καλείται να επιλέξει ανάμεσα σε δύο αντικρουόμενα δημόσια συμφέροντα: την ενίσχυση της αστυνόμευσης και τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας του σωφρονιστικού συστήματος. Ένα τέτοιο δίλημμα δεν θα έπρεπε να υφίσταται.

Ο θεσμικός διαχωρισμός της Αστυνομίας και των Φυλακών δεν αποδυναμώνει καμία από τις δύο υπηρεσίες. Αντίθετα, ενισχύει και τις δύο. Η Αστυνομία θα μπορεί να ασκεί ανεπηρέαστα την αποστολή της για την προστασία της κοινωνίας, ενώ οι Φυλακές θα μπορούν να σχεδιάζουν και να εφαρμόζουν μια σύγχρονη σωφρονιστική πολιτική, επικεντρωμένη στη νομιμότητα, την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, την ασφάλεια και την επανένταξη.

Δεν θα μπορέσει ποτέ να κερδίσει την εμπιστοσύνη των κρατουμένων η οποιαδηποτε Διεύθυνση των Κεντρικών Φυλακων οταν όλοι γνωρίζουν οτι η εκάστοτε Διεύθυνση θέλει να δείξουν καλό πρόσωπο στον ίδιο προϊστάμενο που εχει και η αστυνομια.

Ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος δικαίου δεν μπορεί να διατηρεί δύο θεσμούς με τόσο διαφορετικές αποστολές κάτω από την ίδια πολιτική διοίκηση, όταν οι αρμοδιότητές τους συγκρούονται καθημερινά. Η δημιουργία μιας ανεξάρτητης διοικητικής δομής για τις Φυλακές ή η υπαγωγή τους σε διαφορετικό Υπουργείο δεν αποτελεί απλώς οργανωτική μεταρρύθμιση. Αποτελεί αναγκαία θεσμική εγγύηση για την αποφυγή συγκρούσεων συμφερόντων, την ενίσχυση της διαφάνειας, την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών και των κρατουμένων στους θεσμούς της Κυπριακής Δημοκρατίας.

*Αλέξανδρος Κληρίδης, Δικηγόρος και Πρόεδρος του Συνδέσμου Φυλακισμένων