powered by inbusiness-news-logo cbn omada-logo celebrity-logo LOGO-PNG-108

Το «δημόσιο συμφέρον» στην Κυπριακή ποινική νομολογία

Το δημόσιο συμφέρον θεωρείται αόριστη νομική έννοια, η οποία αποκτά συγκεκριμένο περιεχόμενο ανάλογα με τις περιστάσεις κάθε υπόθεσης και λειτουργεί ως κριτήριο νομιμότητας της κρατικής δράσης. Οι βασικές αρχές που έχουν διαμορφωθεί γύρω από το «δημόσιο συμφέρον» είναι οι εξής: 

1. Ο Γενικός Εισαγγελέας είναι ο συνταγματικός κριτής του δημοσίου συμφέροντος

Το άρθρο 113(2) του Συντάγματος παρέχει στον Γενικό Εισαγγελέα την εξουσία να κινεί, να συνεχίζει, να αναλαμβάνει ή να διακόπτει οποιαδήποτε ποινική διαδικασία. Η εξουσία αυτή αποσκοπεί στην προστασία του δημοσίου συμφέροντος και στην ορθή απονομή της ποινικής δικαιοσύνης.

2. Η κρίση του για το δημόσιο συμφέρον είναι κατ’ αρχήν δικαστικώς ανέλεγκτη

Το κυπριακό Εφετείο έχει επαναβεβαιώσει ότι ο Γενικός Εισαγγελέας διαθέτει «ανέλεγκτη εξουσία» να αποφασίζει αν η έναρξη, συνέχιση ή διακοπή μιας ποινικής διαδικασίας εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον. Η νομολογία αναφέρει ότι για τους σκοπούς του άρθρου 113, ο ίδιος ο Γενικός Εισαγγελέας είναι ο κριτής του δημοσίου συμφέροντος και δεν υποχρεούται να αιτιολογεί την απόφασή του.

3. Το δημόσιο συμφέρον συνδέεται με την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης

Οι εξουσίες αυτές θεσπίστηκαν ώστε να υπάρχει έλεγχος και συντονισμός του μηχανισμού ποινικών διώξεων από ανεξάρτητο δημόσιο κατήγορο, να αποφεύγονται καταχρήσεις και να εξασφαλίζεται αντικειμενική απονομή της δικαιοσύνης.

4. Παραδείγματα παραγόντων δημοσίου συμφέροντος

Παρότι δεν υπάρχει κλειστός κατάλογος, στη θεωρία και πρακτική της ποινικής δίωξης λαμβάνονται υπόψη παράγοντες όπως:

1. η σοβαρότητα του αδικήματος

2. η ανάγκη προστασίας της κοινωνίας

3. η επάρκεια της μαρτυρίας

4. η ηλικία ή η κατάσταση του υπόπτου

5. η διατήρηση της εμπιστοσύνης του κοινού στη δικαιοσύνη

6. η αποφυγή καταχρηστικών ή άσκοπων διώξεων

7. Όταν η συνέχιση μιας δίωξης δεν εξυπηρετεί πλέον την απονομή της δικαιοσύνης

8. Όταν υπάρχουν σοβαροί λόγοι δημόσιας τάξης ή κρατικού συμφέροντος

9. Όταν το όφελος από την ποινική δίωξη είναι δυσανάλογα μικρό σε σχέση με τις επιπτώσεις της

10. Σε περιπτώσεις συνεργασίας μαρτύρων ή άλλων εξαιρετικών περιστάσεων που αφορούν την αποτελεσματική καταπολέμηση του εγκλήματος

Οι παράγοντες αυτοί αξιολογούνται συνολικά από τον Γενικό Εισαγγελέα κατά την άσκηση των εξουσιών του.

Νομολογιακά παραδείγματα

Στην Police v. Georghios D. Liveras, 3 R.S.C.C. 65, δημοτικοί κανονισμοί, περιοριστικοί του δικαιώματος στάθμευσης, κρίθηκαν παραδεκτοί χάριν του δημοσίου συμφέροντος. Προκύπτει από την απόφαση αυτή ότι περιορισμοί στη χρήση δημοσίων χώρων ανάγονται στη ρυθμιστική εξουσία του Κράτους το εύρος της οποίας είναι μεγάλο.

Χάριν του δημοσίου συμφέροντος κρίθηκε δικαιολογημένη στη District Officer Nicosia & Others v. Demosthenis Michael, 4 R.S.C.C. 126, η απαγόρευση πώλησης κρέατος έξω από τα κρεοπωλεία στην κοινότητα Αστρομερίτη. Η προστασία της υγείας του κοινού που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο προστασίας κάτω από το Άρθρο 25.2, δικαιολογούσε εξ ίσου τον περιορισμό που επιβλήθηκε.

Σημαντική είναι η απόφαση στη Police v. Lanitis Bros. Ltd (Coca-Cola) 3 R.S.C.C. 10, λόγω της εμβέλειας του περιορισμού αφενός και του συσχετισμού του δημοσίου συμφέροντος με γενικής φύσεως επιδιώξεις, αφετέρου. Γενική απαγόρευση ανάρτησης διαφημιστικών πινακίδων στην ύπαιθρο σε χώρους άλλους από το σημείο στο οποίο πωλούνται τα αγαθά, θεωρήθηκε δικαιολογημένη για την προστασία του περιβάλλοντος στην ύπαιθρο (Άρθρο 23.2 του Συντάγματος), όσο και παραδεκτή ως όρος άσκησης του δικαιώματος του εμπορεύεσθαι χάριν του δημοσίου συμφέροντος (Άρθρο 25.2 του Συντάγματος).

Η απόφαση Police v. Constantinou (1961) 2 R.S.C.C. 123 στην οποία η απαγόρευση εμπορικής χρήσης μη αδειούχων λεωφορείων εκρίθη αναγκαία και για σκοπούς της δημόσιας ασφάλειας και για σκοπούς του δημοσίου συμφέροντος που ουσιαστικά εταυτίζοντο.

Στην Xenophontos v. Police (1971) 2 C.L.R. 279, η αιτιολόγηση του περιορισμού, που αφορούσε τη δυνατότητα παραιτηθέντων δικαστών να δικηγορήσουν πριν περάσει ένα έτος και αποσκοπούσε στην αποτελεσματική ρήξη της ιδιότητας του δικαστή, κρίθηκε βασικά σε συνάρτηση με την προστασία των δικαιωμάτων άλλων στο επάγγελμα, που ταυτίζετο και με το ανάλογο δημόσιο συμφέρον, και πάλι προφανές και εγγενές στον ίδιο τον περιορισμό.

Στην υπόθεση Βασιλείου ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 7, τονίστηκε ότι, "οι επιπτώσεις της κράτησης στην προσωπική, οικογενειακή ή επαγγελματική ζωή του υποδίκου έστω και αν είναι δυσμενείς δεν υπερφαλαγγίζουν το γενικό δημόσιο συμφέρον για την απονομή της δικαιοσύνης". (βλ. επίσης Ψύλλας ν. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 801, Χριστούδια ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 1, Καλαθάς ν. Γενικού Εισαγγελέα (2002) 2 Α.Α.Δ. 38 και Ψύλλας ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 213).

Όπως τονίζεται και στην απόφαση The Attorney-General v. Petros Demetriou Hji Constanti (1968) 2 C.L.R. 113, όπου ο νομοθέτης καθορίζει χρονικά πλαίσια για τη λήψη κάποιου δικαστικού διαβήματος, η πρόνοια αυτή θα πρέπει να εφαρμόζεται αυστηρά γιατί συνδέεται με το δημόσιο συμφέρον του τελεσίδικου της επίδικης διαφοράς (βλέπε επίσης Νiki Andreou v. Republic (1972) 2 C.L.R. 4, Φιλίππου ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω,

Eurohouse Finance Ltd κ.α. ν. Αστυνομικού Διευθυντή Επαρχίας Λεμεσού (2000) 2 ΑΑΔ 52 και Κυπριακή Ομοσπονδία Αγωνιστικού Αυτοκινήτου ν. ΚΟΑ (2011) 3Α ΑΑΔ 175).

Οι ώρες λειτουργίας των κέντρων αναψυχής είναι θέμα που συνδέεται με το δημόσιο συμφέρον. Και τούτο γιατί η χρονική διάρκεια της παροχής υπηρεσιών από τα διάφορα κέντρα συναρτάται με τη γενική συμπεριφορά του κοινωνικού συνόλου. Η ανεξέλεγκτη και συνεχής παροχή υπηρεσιών μέχρι και τις πρωϊνές ώρες που μπορεί να συνοδεύεται και με την κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών, δεν μπορεί παρά να επιφέρει προβλήματα διασάλευσης της κοινής ησυχίας, αύξησης της εγκληματικότητας και αδυναμίας ανταπόκρισης προς τα επαγγελματικά και κοινωνικά καθήκοντα της επόμενης μέρας. (NAΝOKA LIMITED ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 6938, 12 Ιουλίου 2001)

Όταν ο Γενικός Εισαγγελέας ενεργεί σε μια υπόθεση ασκώντας την εν λόγω εξουσία, ήτοι καταχωρώντας αναστολή ποινικής δίωξης, θεωρείται ότι η σχετική απόφασή του λαμβάνεται προς το σκοπό εξυπηρέτησης του δημοσίου συμφέροντος. Η απόφασή του δε αυτή δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, σε οποιοδήποτε επίπεδο δικαιοδοσίας, (βλ. Police v. Athienitis (1983) 2 C.L.R. 194).

Όπως είναι νομολογημένο ο κίνδυνος φυγοδικίας εκτιμάται στη βάση των τριών αντικειμενικών κριτηρίων, σοβαρότητας αδικήματος, πιθανότητας καταδίκης και ενδεχόμενο αυστηρής τιμωρίας λαμβανομένων, όμως, σοβαρώς υπόψη και άλλων σχετικών παραγόντων που ανάγονται σε υποκειμενικά δεδομένα, όπως των προσωπικών περιστάσεων του υπόδικου και των δεσμών του με την Κύπρο χωρίς, όμως, όλα αυτά να απομονώνονται και να υπερφαλαγγίζουν το γενικότερο δημόσιο συμφέρον προς απονομή της Δικαιοσύνης (Χατζηδημητρίου v. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 45, Θεοχάρους κ.ά. v. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 48, Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 109, Σιακαλλή v. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 130, Παρασκευά v. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 607, Δημητρίου v. Δημοκρατίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 130 και Τουμάζου v. Δημοκρατίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 70).

Στην Ioannis Vrahimis v. The Police (1969) 2 CLR 60 τονίστηκε πως η εκτέλεση αστυνομικών καθηκόντων και η άσκηση εξουσίας κατά την εφαρμογή του Νόμου πρέπει να καθοδηγείται από το δημόσιο συμφέρον όπως αυτό αναδύεται εύλογα στο πλαίσιο των περιστατικών της κάθε περίπτωσης.

Δημήτρης Απαισιώτης, Δικηγόρος