Πολύ πρόσφατα, στον αστυνομικό σταθμό Επισκοπής κλήθηκε πρόσωπο για να του ληφθεί κατάθεση καθότι ενώ οδηγούσε φορτηγό όχημα απέκοψε καλώδια της ΑΗΚ.
Στον Αστυνομικό σταθμό το επί καθήκοντι μέλος της Αστυνομίας άρχισε να γράφει την κατάθεση του οδηγού του φορτηγού οχήματος. Να σημειωθεί ότι ο οδηγός είναι πολίτης και όχι αστυνομικός. Με το πέρας αυτής, ο οδηγός επικοινώνησε με τον δικηγόρο του και τον ενημέρωσε τι έγινε και ότι δεν έχει υπογράψει την κατάθεση. Ο δικηγόρος του συνέστησε να μην υπογράψει την κατάθεση.
Ο οδηγός τότε έπιασε στο χέρι του την ανυπόγραφη κατάθεση και την έσκισε σε δύο κομμάτια. Το μέλος της Αστυνομίας δήλωσε ότι πρόκειται για καταστροφή «επίσημου εγγράφου» με αποτέλεσμα την διάπραξη ποινικού αδικήματος από μέρους του οδηγού. Το ερώτημα που προκύπτει. Ο οδηγός διέπραξε ποινικό αδίκημα με το να σχίσει την ανυπόγραφη κατάθεση; Το έντυπο κατάθεσης, ως αναφέρθηκε πιο πάνω, εμπίπτει μέσα στον ορισμό του «επίσημου εγγράφου»;
Σύμφωνα με την Α.Δ.3/5 με τίτλο «ΒΙΒΛΙΑ ΚΑΙ ΕΝΤΥΠΑ ΚΑΤΑΓΡΑΦΗΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΩΝ» καθορίζεται ότι τα έντυπα τα οποία χρησιμοποιούνται από την Αστυνομία για την λήψη κατάθεσης είναι το Έντυπο Αστ.43Ε (Έντυπο κατάθεσης) και το Έντυπο Αστ.43ΣΤ (Έντυπο κατάθεσης (Συνέχεια)). Πρόκειται για έντυπο το οποίο είναι ριγαρισμένο, με οριζόντιες γραμμές και που χρησιμοποιείται για την καταγραφή δήλωσης ή μαρτυρίας στο πλαίσιο αστυνομικής έρευνας.
Η Αστυνομική Διάταξη είναι γραπτή διαταγή που εκδίδεται από τον Αρχηγό Αστυνομίας για την ευταξία και τη χρηστή διοίκηση της Αστυνομίας και την καθοδήγηση των μελών της Αστυνομίας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους.
Στον περί ερμηνείας νόμο, Κεφ.1 στο ερμηνευτικό άρθρο 2 καθορίζεται ότι “δημόσιο έγγραφο” σημαίνει διάταγμα Υπουργικού Συμβουλίου, διάταγμα, διακήρυξη, κανονισμούς, κανόνες, διατάξεις, ειδοποίηση, ή μητρώο που έγινε, εκδόθηκε ή τηρήθηκε με βάση εξουσία Νόμου. Η αρχική του μορφή στην Αγγλική γλώσσα είχε ως ακολούθως «public instrument» means any Order in Council, order, proclamation, regulations, rules, bye-laws, notice, or register made, issued or kept under the authority of any law»
Νομολογιακά παραδείγματα
Στην υπόθεση GEORGHIOS A. GEORGHIOU, Appellant, v. THE REPUBLIC, Respondent. (Criminal Appeals Nos. 4458, 4459) στην σελ. 99 ερμηνεύεται ο όρος επίσημο έγγραφο:
"Before answering the question whether documents of the Central Bank can be regarded as official, it is opportune to explore the meaning of "official" in the context of s.337. The law itself supplies no definition of the word "official". From what counsel told us and the research we carried out on the subject, there is no authoritative interpretation of "official" for the purposes of s.337. It is not an easy word to define, as the Supreme Court observed in Kyriakides v. Palmer, 16 C.L.R. 17. Crean, C.J., acknowledged as much in the above case. In his view, "official" is something "pertaining to an office or post". The other member of the Supreme Court, Williams, J., favoured a stricter test and inclined, as i comprehend his judgment, to favour a test tying "official" both to the office wherefrom the document emanates, as well as the object it seeks to accomplish. Only if the document is issued in the exercise of powers vested in that office by law, or in discharge of the functions ordinarily performed by it, can the document classify as official. Counsel made in their addresses reference to the definition of the word "official" given in a number of dictionaries and ordinary and legal lexicons that we had occasion to consider.
It is our considered view that "official document", in the context of s.337, is a document that has the imprint of State authority and is issued in the course of or in the exercise of functions pertaining to that office's sphere of authority."
Σε συνέχεια της πιο πάνω νομολογίας στην υπόθεση ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. AA κ.α., Υπόθεση Αρ.: 3432/21, 4/11/2022 αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά:
«Στην Georghiou, ανωτέρω, σε σχέση με την έννοια «επίσημο έγγραφο» (official document) αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στην σελ. 99:
«It is our considered view that "official document", in the context of s.337, is a document that has the imprint of State authority and is issued in the course of or in the exercise of functions pertaining to that office's sphere of authority. » (Έμφασις δική μας)
Σε δική μας ελεύθερη μετάφραση:
«Κατά την άποψή μας «επίσημο έγγραφο», στα πλαίσια του άρθρου 337, είναι ένα έγγραφο που έχει τη σφραγίδα Κρατικής αρχής και εκδίδεται κατά τη διάρκεια ή κατά την άσκηση καθηκόντων που σχετίζονται με τη σφαίρα εξουσιών της εν λόγω αρχής.» (Έμφασις δική μας)»
Τονίζω την λέξη «εκδίδεται». Το έντυπο μιας Αστυνομικής κατάθεσης δεν εκδίδεται από το μέλος της Αστυνομίας. Απλά καταγράφει μαρτυρία στο περιεχόμενο της. Συνεπώς κατά την θέση μου δεν είναι «επίσημο έγγραφο». Αυτή η θέση επιβεβαιώνεται από την ακόλουθη νομολογία.
Στην υπόθεση Χριστοδούλου Σκεύη ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 22 η εφεσείουσα, εργαζόμενη σε καντίνα υπεραγοράς, εξασφάλισε άδεια χειριστή τροφίμων παρουσιάζοντας πλαστογραφημένο Πιστοποιητικό Υγείας για χειριστές τροφίμων της Κυπριακής Δημοκρατίας, με το οποίο επιστοποιείτο ότι εξετάστηκε ιατρικώς και βρέθηκε υγιής και κατάλληλη για άσκηση τέτοιου επαγγέλματος. Αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:
«Το Δικαστήριο ορθά εντόπισε ότι για καλό λόγο ο νομοθέτης προνόησε για επαυξημένες ποινές σε σχέση με πλαστογραφία επισήμων εγγράφων, επιδιώκοντας να αποδώσει κύρος σε αυτά και να εμπεδώσει την εμπιστοσύνη που πρέπει να έχει το κοινό σε αυτά, αναγνωρίζοντας τη σημασία τους στην καθημερινή ζωή. Ειδικότερα, τα υπό αναφορά πιστοποιητικά, αν και πιθανόν να μην έχουν άμεση οικονομικής φύσεως σημασία, εν τούτοις, εκ της φύσεώς τους άπτονται της υγείας του χειριστή και συνακόλουθα της ποιότητας και καταλληλότητας των προσφερόμενων στον καταναλωτή τροφίμων.» Το πιστοποιητικό υγείας χειριστή τροφίμων αποφασίστηκε ότι είναι «επίσημο έγγραφο».
Στην υπόθεση Χριστοδουλίδης Χρίστος ν. Αστυνομίας (2015) 2 ΑΑΔ 49, τόσο ο Εφεσείων όσο και ένα ακόμη πρόσωπο ως συγκατηγορούμενο, αντιμετώπιζαν πρωτόδικα οκτώ συνολικά κατηγορίες. Αφορούσαν: συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, ήτοι κατάρτιση πλαστών γερμανικών αδειών παραμονής, σε αλλοδαπά πρόσωπα, πλαστογραφία επίσημων εγγράφων, δηλαδή των πιο πάνω αδειών παραμονής, κυκλοφορία των πλαστογραφημένων αυτών εγγράφων και εξασφάλιση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. Η άδεια παραμονής θεωρήθηκε ως «επίσημο έγγραφο».
Στην υπόθεση Παναγή ν. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 115 με την προτροπή του εργοδότη του, "ιμπρεσσάριου" όπως χαρακτηρίστηκε ξένων καλλιτέχνιδων, τις οποίες "εισήγαγε" και πρακτόρευε στην Κύπρο, ο εφεσείων εκπόνισε και εφάρμοσε σχέδιο για την αποφυγή του ιατρικού ελέγχου των καλλιτέχνιδων κατά την άφιξη τους και του περιοδικού ελέγχου υγείας κατά τη διαμονή τους για να διαπιστωθεί η κατάσταση της υγείας τους. Η ιατρική εξέταση σκοπούσε στην προστασία του κοινού από σοβαρές μολυσματικές ασθένειες τις οποίες οι καλλιτέχνιδες θα μπορούσαν να μεταδώσουν κατά την παραμονή τους στην Κύπρο. Ο ιατρικός έλεγχος είχε ως στόχο να διαπιστωθεί αν οι καλλιτέχνιδες έπασχαν κυρίως από Έιτς (Aids), ηπατίτιδα και σύφιλη. Αν διαπιστωνόταν κατά την άφιξη τους ή σε οποιοδήποτε μεταγενέστερο στάδιο (περιοδικός έλεγχος) ότι έπασχαν από οποιαδήποτε από τις ασθένειες αυτές, ο εργοδότης του εφεσείοντα ήταν υπόχρεος να μεριμνήσει για τον επαναπατρισμό τους, διαδικασία πολυδάπανη και συγχρόνως ζημιογόνος γιατί αποστερούσε τον πράκτορα τους από τα ωφελήματα που θα προσκόμιζε από την παραμονή τους στην Κύπρο. Η αποφυγή του ιατρικού ελέγχου επετεύχθη με σχέδιο το οποίο επινόησε και έθεσε σε εφαρμογή ο εφεσείων με την πλαστογράφηση ιατρικών πιστοποιητικών. Το ιατρικό πιστοποιητικό, ως προαναφέρθηκε, θεωρήθηκε ως «επίσημο έγγραφο».
Στην υπόθεση The United Bible Societies (Gulf) v. Χατζηκακού (1990) 1 Α.Α.Δ. 395, λέχθηκε ότι, αναφορικά με το παράπονο του εφεσείοντα ότι δεν παραδόθηκε το κατηγορητήριο και το άλλο υλικό σε αυτόν στην Τουρκική γλώσσα, παρατηρούμε πως έχει νομολογηθεί ότι το Άρθρο 3.1 του Συντάγματος δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής λόγω πρακτικών δυσκολιών και συνεπώς τα επίσημα έγγραφα δεν διατυπώνονται στην Τουρκική γλώσσα. Το κατηγορητήριο θεωρήθηκε ως «επίσημο έγγραφο».
Στην υπόθεση Θεοδώρου Ανδρέας Σ. ν. Δημοκρατίας (2011) 2 ΑΑΔ 376 ο εφεσείων και ο συγκατηγορούμενός του, προσποιούμενοι ότι είχαν σχετική εξουσιοδότηση, έπεισαν τον παραπονούμενο, κτηματολογικό υπάλληλο, να αγοράσει κτήματα στη Λεμεσό και Λάρνακα, ιδιοκτησία Τουρκοκυπρίων, μονίμων κατοίκων του εξωτερικού. Προς το σκοπό αυτό, πλαστογράφησαν διάφορα έγγραφα, μεταξύ των οποίων, πληρεξούσια έγγραφα των υποτιθέμενων πωλητών, διαβατήριά τους και επίσημα πιστοποιητικά των Βελγικών Αρχών. Τα διαβατήρια και επίσημα πιστοποιητικά των Βελγικών Αρχών θεωρήθηκαν ως «επίσημα έγγραφα».
Στην υπόθεση KRZYSZTOF DYGDALOWICZ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ , ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 11/2021, 4/11/2022 ο Εφεσείων, έθεσε σε κυκλοφορία πλαστά επίσημα έγγραφα (πολιτική ταυτότητα και άδεια οδηγού) και ψευδώς και δολίως προσπάθησε να παραπλανήσει τις κυπριακές αρχές, όταν παρουσίασε τον εαυτό του ως άλλο πρόσωπο σε μέλος της αστυνομίας, που προσπαθούσε να εξακριβώσει τα πραγματικά του στοιχεία. Το δελτίο ταυτότητας και η άδεια οδήγησης θεωρήθηκαν ως «επίσημα έγγραφα».
Στην υπόθεση ΙΩΑΝΝΗΣ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΥ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 238/2007 και 239/2007, 15 Ιουλίου 2008 ο εφεσείων, αντιμετώπισε κατηγορίες για πλαστογραφία επισήμου εγγράφου και κυκλοφορία αυτού, κατά παράβαση των σχετικών άρθρων του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, έχοντας καταρτίσει πλαστό επίσημο έγγραφο δηλαδή συγκεντρωτική κατάσταση λογαριασμού επενδυτή που εμφανιζόταν να είχε εκδοθεί από το ΧΑΚ και έδειχνε τίτλους δημοσίων εταιρειών που κατείχε η εταιρεία για λογαριασμό του Ταμείου, ενώ το ΧΑΚ δεν εξέδωσε τέτοιο έγγραφο, ούτε το περιεχόμενο του ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Το έγγραφο του ΧΑΚ το οποίο έδειχνε τίτλους δημοσίων εταιρειών, θεωρήθηκε ως «επίσημο έγγραφο»
Στην υπόθεση AΣΤΥΝΟΜΙΑ v. ΒΑΚΑΝΑ, Ποινική Έφεση Αρ. 173/20, 20/5/2021 ο εφεσίβλητος κατόρθωσε, διαπράττοντας πλαστοπροσωπία και πλαστογραφίες δημοσίου εγγράφου και πληρεξουσίων, να εξασφαλίσει στις 16.12.2013 πλαστό δελτίο ταυτότητας στο οποίο εμφανιζόταν ότι ήταν ο αδελφός του, δηλαδή ταυτότητα που έφερε το όνομα και τα στοιχεία του αδελφού του, αλλά τη φωτογραφία του εφεσίβλητου. Επίσης κατάρτισε πλαστά πληρεξούσια έγγραφα με τα οποία υποτίθεται ότι ο εν λόγω αδελφός του τον διόριζε ως γενικό πληρεξούσιο του. Χρησιμοποιώντας τα παραπάνω πλαστά έγγραφα κατόρθωσε να προβεί σε ψευδείς παραστάσεις και δόλιες συναλλαγές, με αποτέλεσμα την εξασφάλιση μεγάλων χρηματικών ποσών σε βάρος του αδελφού του.
Στην υπόθεση ΚΥΠΡΟΣ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 318/2015, 7/9/2017 ο εφεσείων είχε, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, που του απαγγέλθηκε, καταρτίσει πλαστό έγγραφο, συγκεκριμένα το Πωλητήριο Έγγραφο (ΠΩΕ 1805/08), και το οποίο έθεσε σε κυκλοφορία, καθώς επίσης ότι με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό την καταδολίευση, υποκίνησε τους Μ.Κ. 5 και 6 να υπογράψουν το πλαστό έγγραφο, για αγορά μιας μεζονέτας, ενώ αυτός γνώριζε ότι ήδη ανήκε σε άλλο πρόσωπο. Το πωλητήριο έγγραφο θεωρήθηκε ως «επίσημο έγγραφο».
Στην υπόθεση ΛΕΩΝΙΔΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 85/2020, 28/6/2021 λέχθηκαν τα ακόλουθα. Εδώ οι περιστάσεις και ο χρόνος κατά τον οποίο ο Εφεσείων κατήρτισε το πλαστό έγγραφο (τεκμήριο 2(1)), έχουν ιδιαίτερη σημασία. Συγκεκριμένα, προηγήθηκε στις 14.1.2008 η καταχώριση της Προσφυγής με αρ. 63/2008 από τον ιατρό xxx Χριστοφίδη. Με αυτή ο αιτητής αξίωνε ακύρωση της απόφασης του Τμήματος Πολιτικής Αεροπορίας με την οποία είχε διοριστεί ο ιατρός xxx Νικολαίδης, αντί ο αιτητής, ως επικεφαλής της Υπηρεσίας Αεροπορικής Ιατρικής (Head of the AMS). Μετά την καταχώριση της προσφυγής, η Μ.Κ. 10, η μαρτυρία της οποίας δικαιολογημένα κρίθηκε αξιόπιστη από το πρωτόδικο Δικαστήριο, ενημέρωσε τον Εφεσείοντα για τις «ελλείψεις» που εντόπιζε στη διαδικασία, αντικείμενο της πιο πάνω προσφυγής. Ανάμεσα στις «ελλείψεις», ήταν και ο μη εντοπισμός επιστολής σύστασης Επιτροπής Αξιολόγησης. Ο Εφεσείων στην προσπάθεια του να καλύψει αυτό το κενό, κατήρτισε το επίδικο πλαστό έγγραφο που ήταν το μόνο επίσημο έγγραφο από το οποίο θα μπορούσε να αντλήσει ο οιοσδήποτε ενδιαφερόμενος ενημέρωση για το κατά πόσο υπήρχε απόφαση σύστασης Επιτροπής, αν αυτή ήταν νόμιμη ή όχι, και για όλα τα άλλα στα οποία αναφέρεται το εν λόγω πλαστό έγγραφο. Η επιστολή σύστασης Επιτροπής Αξιολόγησης θεωρήθηκε ως «επίσημο έγγραφο».
Από την πιο πάνω νομολογία συνάγεται ότι το «επίσημο έγγραφο» του άρθρου 337 του ποινικού κώδικα είναι ένα έγγραφο που έχει τη σφραγίδα Κρατικής αρχής και εκδίδεται κατά τη διάρκεια ή κατά την άσκηση καθηκόντων που σχετίζονται με τη σφαίρα εξουσιών της εν λόγω αρχής. Η λέξη κλειδί είναι το «εκδίδεται».
Δημήτρης Απαισιώτης
Δικηγόρος











