powered by inbusiness-news-logo cbn omada-logo celebrity-logo LOGO-PNG-108

Ο κυπριακός Ελληνισμός δικαιούται ειλικρίνεια

Υπάρχει μια ουσιώδης διαφορά ανάμεσα στο να επιδιώκεις την επανέναρξη των συνομιλιών και στο να προετοιμάζεις μια διαπραγμάτευση με σαφείς στόχους και όρια. Στην πρώτη περίπτωση, το ζητούμενο είναι να επαναρχίσουν οι συνομιλίες.

Στη δεύτερη, να γνωρίζεις τι ακριβώς επιδιώκεις να πετύχεις όταν αυτές αρχίσουν, στο πλαίσιο μιας εθνικής στρατηγικής. Στην Κύπρο, δυστυχώς, κινδυνεύουμε να περιορίσουμε ολόκληρη την πολιτική συζήτηση στο πρώτο, αφήνοντας το δεύτερο να αιωρείται.

Ο Νίκος Χριστοδουλίδης επαναλαμβάνει την ανάγκη επανέναρξης των συνομιλιών και επικεντρώνει σημαντικό μέρος της δημόσιας επιχειρηματολογίας του στην ανάγκη να μετακινηθεί η τουρκική πλευρά. Πρόκειται για μια αυτονόητη επιδίωξη.

Η Τουρκία εξακολουθεί να κατέχει κυπριακά εδάφη, διατηρεί πολυάριθμα στρατεύματα και εκατοντάδες χιλιάδες εποίκους στο νησί και επιμένει σε θέσεις που αφορούν το καθεστώς ασφάλειας και την πολιτική ισότητα.

Όμως, υπάρχει ένα ερώτημα που δεν μπορεί να παραμένει στο περιθώριο. Ποια ακριβώς είναι η δική μας στρατηγική επιδίωξη για το κράτος που θα προκύψει από μια λύση; Δεν αρκεί να ζητούμε την αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων και την κατάργηση των εγγυήσεων.

Πρέπει να γνωρίζουμε και να εξηγούμε ποιο σύστημα διακυβέρνησης επιδιώκουμε, πώς θα λαμβάνονται οι αποφάσεις και ποιες ασφαλιστικές δικλίδες θα αποτρέπουν την παράλυση των θεσμών. Αυτή ακριβώς είναι η συζήτηση που δεν δικαιούμαστε να παρακάμπτουμε.

Το παράδειγμα του Βοσνιακού κρατικού μορφώματος που βιώνει διαρκώς φαινόμενα παράλυσης, στα όρια της κρατικής διάλυσης, βρίσκεται δίπλα μας και μας στέλνει μηνύματα. Ο Τουφάν Έρχιουρμαν έχει θέσει την εκ περιτροπής προεδρία ως προϋπόθεση για την επανέναρξη ουσιαστικών διαπραγματεύσεων. Ο πρόεδρος Χριστοδουλίδης αντέδρασε, καταγγέλλοντας ότι η τουρκική πλευρά επιχειρεί να επιβάλει εκ των προτέρων τις δικές της θέσεις.

Η αντίδραση αυτή, όμως, γεννά ένα δεύτερο ερώτημα, εξίσου σημαντικό με το πρώτο. Ποια είναι η θέση του Προέδρου για την εκ περιτροπής προεδρία; Τι ακριβώς θεωρεί αποδεκτό και τι αποκλείει; Ποια μορφή αποτελεσματικής συμμετοχής δέχεται; Δέχεται ο Πρόεδρος συγκεκριμένο εύρος θετικής ψήφου Τουρκοκύπριου αξιωματούχου στη λήψη αποφάσεων;

Δέχεται μήπως την παραχώρηση δικαιώματος αρνησικυρίας και, αν ναι, σε ποια ζητήματα και υπό ποιες προϋποθέσεις; Πώς σκοπεύει να διασφαλίσει ότι η συμμετοχή στην εξουσία δεν θα μετατρέπεται σε δυνατότητα συστηματικής παρεμπόδισης της λειτουργίας του κράτους οδηγώντας σε ένα είδος πολιτικής ομηρίας του Κυπριακού Ελληνισμού;

Αυτά είναι συγκεκριμένα ζητήματα και ερώτηματα , αναπάντητα. Δεν απαντώνται με διακηρύξεις υπέρ της απελευθέρωσης και επανένωσης ούτε με την επανάληψη της θέσης ότι επιδιώκουμε λύση στη βάση των ψηφισμάτων των Ηνωμένων Εθνών. Και εδώ βρίσκεται η ουσία της πολιτικής ευθύνης.

Οφείλεις να εξηγείς με σαφήνεια ποιες δικές σου θέσεις θα υπερασπιστείς όταν η διαπραγμάτευση αρχίσει και ποια όρια δεν προτίθεσαι να υπερβείς. Η πρόσφατη κοινή παρουσία Χριστοδουλίδη και Έρχιουρμαν στο "Φεστιβάλ Ειρήνης", δεν αποτελεί από μόνη της λόγο κριτικής.

Όμως, ο ίδιος ο Πρόεδρος έχει, αναγνωρίσει ότι τέτοιες συναντήσεις δεν αρκούν από μόνες τους για να φέρουν αποτέλεσμα. Και το πρόβλημα αρχίζει όταν η εικόνα της προσέγγισης αποκτά μεγαλύτερη πολιτική βαρύτητα από το περιεχόμενο της διαπραγμάτευσης.

Όταν η κοινωνία καλείται να αξιολογήσει την πορεία του Κυπριακού με βάση τις συναντήσεις και τις προσδοκίες που καλλιεργούνται, χωρίς να έχει μπροστά της σαφείς απαντήσεις για τις ουσιαστικές θέσεις και διαφωνίες. 

Η επικοινωνία δεν είναι απλώς ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζεται η πολιτική. Όταν επαναλαμβάνεται χωρίς αντίστοιχα αποτελέσματα, μπορεί να διαμορφώσει και το μέτρο με το οποίο η κοινωνία αντιλαμβάνεται την ίδια την πραγματικότητα. 

Να δημιουργήσει την εντύπωση ότι η διαδικασία προχωρεί, ακόμη κι όταν οι βασικές και εθνικά επιζήμιες διαφωνίες παραμένουν. Να καλλιεργήσει την προσδοκία ότι η επανέναρξη αποτελεί ήδη ένα σημαντικό κεκτημένο, πριν αποσαφηνιστεί τι θα συζητηθεί και υπό ποιους όρους.

Την ίδια ώρα, η άλλη πλευρά έχει τη δυνατότητα να επιμένει στις θέσεις της και να επιχειρεί να τις μετατρέψει σε προϋποθέσεις της όποιας επόμενης διαπραγμάτευσης. Και σε αυτό, θεωρώ άθελα του, εχει συμβάλει καταλυτικα ο πρόεδρος Χριστοδουλίδης.  

Αυτό είναι που πρέπει να μας απασχολεί περισσότερο. Όχι αν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και ο κύριος Ερχιουρμάν μπορούν να καθίσουν στο ίδιο τραπέζι ή να εμφανιστούν μαζί σε μια κοινωνική εκδήλωση, αλλά αν, μέχρι να αρχίσουν οι συνομιλίες, θα έχει διαμορφωθεί ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο ορισμένες απαιτήσεις θα θεωρούνται ήδη δεδομένες και η δική μας πλευρά θα καλείται να διαπραγματευτεί έχοντας περιορίσει εκ των προτέρων τις επιλογές της. 

Η ιστορία του Κυπριακού προσφέρει αρκετά χρήσιμα δεδομένα, αρκεί να θέλουμε να τα λάβουμε υπόψη. Το Σχέδιο Ανάν απορρίφθηκε από την ελληνοκυπριακή κοινότητα το 2004. Η απόφαση εκείνη δεν συνιστά άρνηση κάθε συμβιβασμού ούτε δικαιολογεί τη διαιώνιση του σημερινού καθεστώτος. Αντίθετα.

Υπενθυμίζει, όμως, ότι η κοινωνία έχει το δικαίωμα να κρίνει το περιεχόμενο μιας λύσης και ότι η επιθυμία τερματισμού μιας απαράδεκτης κατάστασης δεν συνεπάγεται αυτομάτως αποδοχή οποιασδήποτε διευθέτησης που θα θέσει εν αμφιβόλω το μέλλον του Κυπριακού λαού και προφανώς του κυπριακού Ελληνισμού.

Η επιδίωξη λύσης δεν μπορεί να αποσυνδέεται από τη διασφάλιση της συνέχειας του υφιστάμενου κράτους. Η λύση πρέπει να διασφαλίζει την κρατική υπόσταση, την κυριαρχία και τη λειτουργικότητά του, χωρίς διάλυση ή μετασχηματισμό που θα αλλοίωνε τη συνέχεια του κράτους και θα έθετε σε κίνδυνο τη δυνατότητά του να λειτουργεί ως κυρίαρχη πολιτεία.

Υπάρχει, μάλιστα, ένας ακόμη κίνδυνος. Όσο παρατείνεται η εκκρεμότητα, τόσο ευκολότερα μπορεί να καλλιεργηθεί η παραπλανητική αντίληψη ότι οι επιλογές μας περιορίζονται και ότι, κάποια στιγμή, θα πρέπει να αποδεχθούμε όσα προηγουμένως θεωρούσαμε μη αποδεκτά.

Έτσι, το βάρος της κατοχής, η απογοήτευση και η κόπωση της κοινωνίας από το πέρασμα του χρόνου μπορεί να μετατραπούν σε επιχειρήματα υπέρ μιας συμφωνίας όχι επειδή οι όροι της έχουν καταστεί επαρκείς, αλλά επειδή η συνέχιση της εκκρεμότητας παρουσιάζεται ως ακόμη χειρότερη επιλογή, συνθήκη που σαφώς και εξυπηρετεί την Τουρκική στρατηγική. 

Αν φτάσουμε σε αυτό το σημείο, το πρόβλημα δεν θα είναι μόνο το περιεχόμενο της τελικής πρότασης. Θα είναι και ο τρόπος με τον οποίο θα έχουμε οδηγηθεί σε αυτήν. 

Γι’ αυτό και η ευθύνη του σημερινού Προέδρου δεν εξαντλείται στην επιδίωξη επανέναρξης των συνομιλιών. Όφειλε και οφείλει να αποσαφηνίσει το περιεχόμενο της πολιτικής του. 

Να εξηγήσει τι επιδιώκει στην εσωτερική πτυχή, ποιες ρυθμίσεις θεωρεί συμβατές με ένα λειτουργικό και κυρίως βιώσιμο και δημοκρατικό κράτος και πώς συνδέει τις ενδεχόμενες συγκλίσεις στη διακυβέρνηση με τις απαιτήσεις για την ασφάλεια και την κυριαρχία της Κύπρου. Ο λαός δεν έχει ανάγκη από περισσότερες διακηρύξεις προθέσεων. Έχει ανάγκη από συγκεκριμένες θέσεις και ειλικρινή ενημέρωση για τις επιλογές που βρίσκονται ενώπιόν του.

Γιατί το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν θα επιστρέψουμε στο τραπέζι των συνομιλιών, αλλά το αν θα προσέλθουμε σε αυτό γνωρίζοντας τι θέλουμε να διασφαλίσουμε ή αν θα αναγκαστούμε, υπό την , λεγόμενη , πίεση του χρόνου, να αποφασίσουμε ότι είμαστε διατεθειμένοι να εγκαταλείψουμε.

Και αυτή είναι μια διαφορά που μπορεί να καθορίσει όχι μόνο την έκβαση των συνομιλιών, αλλά και το μέλλον του ίδιου του Κυπριακού Ελληνισμού.

Κυριάκος Α. Κενεβέζος 

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Promotional Rep NewsFeed
ΟΛΕΣ ΟΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ