Μια πρόσφατη υπηρεσιακή οδηγία, η οποία απευθύνεται σε μέλη της Τροχαίας Λευκωσίας και αφορά την παροχή πληροφοριών στο Ταμείο Ασφαλιστών Μηχανοκινήτων Οχημάτων, δημιουργεί ένα ενδιαφέρον και συγκεκριμένο ζήτημα νομιμότητας.
Η οδηγία επικαλείται τα άρθρα 10(6) και 35 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμου του 2000, Ν.96(I)/2000, και αναφέρει ότι η Αστυνομία οφείλει να παρέχει στο Ταμείο πληροφορίες σχετικές με τροχαία δυστυχήματα. Προχωρεί όμως ένα βήμα περισσότερο: ορίζει ότι ορισμένες πληροφορίες μπορούν να παρέχονται χωρίς προηγούμενη γραπτή αίτηση του Ταμείου, αρκεί να επιβεβαιώνεται ότι το αίτημα προέρχεται από το Ταμείο.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται το νομικό πρόβλημα.
Δεν αμφισβητείται ότι ο νόμος επιβάλλει συνεργασία της Αστυνομίας με το Ταμείο. Το ερώτημα είναι εάν η υπηρεσιακή οδηγία μπορεί να καθορίσει διαδικασία διαφορετική από εκείνη που προβλέπει ρητά ο νόμος και, ειδικότερα, εάν μπορεί να παραμερίσει την απαίτηση για γραπτή αίτηση.
Τι ακριβώς λέει το άρθρο 10(6)
Το ισχύον άρθρο 10(6) του Ν.96(I)/2000 προβλέπει ότι ο Αρχηγός Αστυνομίας παρέχει στο Ταμείο Ασφαλιστών, χωρίς χρηματική επιβάρυνση και το συντομότερο δυνατό, έπειτα από γραπτή αίτηση του Ταμείου, οποιαδήποτε πληροφορία σε σχέση με στοιχεία που καταγράφηκαν από αστυνομικό δυνάμει του άρθρου 10 και του άρθρου 11.
Η διατύπωση είναι σαφής σε δύο σημεία.
Πρώτον, η διάταξη αναφέρεται σε πληροφορίες που συνδέονται με συγκεκριμένο είδος αστυνομικά καταγεγραμμένων στοιχείων, δηλαδή στοιχεία που εμπίπτουν στα άρθρα 10 και 11.
Δεύτερον, για αυτή την κατηγορία πληροφοριών ο νομοθέτης χρησιμοποιεί τη συγκεκριμένη διαδικαστική απαίτηση: «έπειτα από γραπτή αίτηση» του Ταμείου.
Η απαίτηση αυτή δεν είναι διατύπωση μιας εσωτερικής αστυνομικής εγκυκλίου. Είναι διατύπωση πρωτογενούς νομοθεσίας.
Επομένως, στο μέτρο που μια υπηρεσιακή οδηγία θα επιχειρούσε να ορίσει ότι πληροφορία η οποία εμπίπτει στο άρθρο 10(6) μπορεί να παρέχεται χωρίς γραπτή αίτηση, η οδηγία αυτή δεν μπορεί να υπερισχύσει του νόμου.
Αυτό είναι το πρώτο και ασφαλές νομικό συμπέρασμα.
Τι προβλέπει όμως το άρθρο 35;
Η εικόνα δεν τελειώνει εδώ. Το άρθρο 35 του ίδιου Νόμου προβλέπει ότι οι αρχές της Δημοκρατίας παρέχουν στο Ταμείο Ασφαλιστών οποιαδήποτε διευκόλυνση ή πληροφορία την οποία το Ταμείο κρίνει αναγκαία για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του που πηγάζουν από τον Νόμο. Η διάταξη αυτή είναι σαφώς ευρύτερη από το άρθρο 10(6). Και εδώ πρέπει να γίνει μια κρίσιμη νομική διάκριση.
Δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι κάθε πληροφορία που έχει στην κατοχή της η Αστυνομία σχετικά με ένα τροχαίο εμπίπτει αυτομάτως στο άρθρο 10(6). Η ίδια η διάταξη του άρθρου 10(6) παραπέμπει συγκεκριμένα στα στοιχεία που καταγράφηκαν από αστυνομικό δυνάμει των άρθρων 10 και 11.
Αν, επομένως, το Ταμείο ζητά πληροφορία η οποία εμπίπτει αυτοτελώς στο άρθρο 35 και δεν υπάγεται στο ειδικό πεδίο του άρθρου 10(6), το ίδιο το άρθρο 35 δεν περιέχει την προϋπόθεση της γραπτής αίτησης. Αυτό είναι το ισχυρότερο επιχείρημα υπέρ της οδηγίας.
Άρα είναι νόμιμο το «χωρίς γραπτή αίτηση»;
Η απάντηση πρέπει να είναι ακριβής: Όχι ως γενικός κανόνας για πληροφορίες που εμπίπτουν στο άρθρο 10(6). Ναι, κατ’ αρχήν μπορεί να είναι διαφορετική η θέση για πληροφορίες που παρέχονται αυτοτελώς βάσει του άρθρου 35 και δεν εμπίπτουν στο ειδικό πεδίο του άρθρου 10(6).
Αυτό σημαίνει ότι η διατύπωση της εν λόγω οδηγίας, στον βαθμό που εμφανίζεται ως γενική εντολή ότι οι πληροφορίες προς το Ταμείο δίνονται χωρίς γραπτή αίτηση, είναι υπερβολικά ευρεία σε σχέση με το άρθρο 10(6).
Δεν μπορεί μια εσωτερική υπηρεσιακή οδηγία να μετατρέψει το: «έπειτα από γραπτή αίτηση» σε: «χωρίς γραπτή αίτηση».
Εφόσον πρόκειται για την ίδια κατηγορία πληροφοριών που ρυθμίζει το άρθρο 10(6), η νομοθετική προϋπόθεση παραμένει.
Αν, όμως, πρόκειται για πληροφορία που παρέχεται δυνάμει του άρθρου 35 και εκτός του ειδικού πεδίου του άρθρου 10(6), δεν υπάρχει αντίστοιχη ρητή απαίτηση γραπτής αίτησης στο άρθρο 35. Αυτός είναι ο νομικά ακριβής διαχωρισμός.
Το άρθρο 35 δεν αποτελεί λευκή επιταγή
Η ευρεία διατύπωση του άρθρου 35 δεν σημαίνει ότι το Ταμείο αποκτά απεριόριστο δικαίωμα πρόσβασης σε οτιδήποτε βρίσκεται στην κατοχή της Αστυνομίας.
Το άρθρο 35 μιλά για πληροφορίες και διευκολύνσεις που είναι αναγκαίες για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του Ταμείου που πηγάζουν από τον Νόμο.
Επομένως, υπάρχει ένας ουσιαστικός περιορισμός: η πληροφορία πρέπει να συνδέεται με τον νόμιμο σκοπό για τον οποίο παρέχεται.
Δεν προκύπτει από το άρθρο 35 ότι κάθε πληροφορία που απλώς ενδιαφέρει το Ταμείο πρέπει αυτομάτως να του παραδίδεται. Η αναγκαιότητα της πληροφορίας και η σύνδεσή της με τις υποχρεώσεις του Ταμείου εξακολουθούν να αποτελούν μέρος της νομικής βάσης της αποκάλυψης.
Και τι γίνεται με τις καταθέσεις και το ανακριτικό υλικό;
Εδώ η υπηρεσιακή οδηγία χρειάζεται ακόμη μεγαλύτερη ακρίβεια.
Η οδηγία αναφέρεται, μεταξύ άλλων, σε «μαρτυρία» που υποστηρίζει τα γεγονότα σε περίπτωση αντικρουόμενων ισχυρισμών. Αλλά η Αστυνομία έχει ήδη θεσπίσει εσωτερικούς κανόνες για τον τρόπο με τον οποίο τηρείται και προστατεύεται το ανακριτικό υλικό.
Η Αστυνομική Διάταξη 3/7 προβλέπει ότι το περιεχόμενο των ποινικών φακέλων και οι σχετικές καταχωρίσεις στο Ημερολόγιο Ενεργείας είναι εμπιστευτικής φύσης και δεν πρέπει να περιέρχονται σε γνώση αναρμόδιων προσώπων, εκτός εάν υπάρχει σχετική νομοθεσία ή συγκεκριμένη εξουσιοδότηση.
Η διάταξη αυτή δεν εμποδίζει την εφαρμογή του Ν.96(I)/2000. Εάν υπάρχει νόμιμη εξουσιοδότηση από τον Νόμο, η νομοθεσία υπερισχύει της εσωτερικής υπηρεσιακής ρύθμισης.
Δείχνει όμως ότι η Αστυνομία η ίδια αναγνωρίζει πως η ύπαρξη μιας πληροφορίας στον αστυνομικό φάκελο δεν σημαίνει ότι η πληροφορία αυτή μπορεί να διαβιβάζεται χωρίς έλεγχο σε οποιονδήποτε τρίτο.
Επομένως, η αναφορά της οδηγίας σε «μαρτυρία» θα πρέπει να ερμηνεύεται περιοριστικά και σε συνάρτηση με τη συγκεκριμένη νομοθετική βάση που επιτρέπει την αποκάλυψή της.
Η Αστυνομία δεν αποφασίζει την αστική ευθύνη
Υπάρχει και ένας ακόμη σημαντικός περιορισμός. Η Αστυνομική Διάταξη 2/21, που αφορά τη διερεύνηση τροχαίων δυστυχημάτων, καθορίζει ως σκοπό της αστυνομικής έρευνας τη διαπίστωση παραβάσεων και την προσαγωγή παραβατών στη δικαιοσύνη, όπου αυτό απαιτείται.
Ταυτόχρονα, αναφέρει ότι δεν αποτελεί αρμοδιότητα της Αστυνομίας η κατανομή ευθύνης για μελλοντικές αστικές διαδικασίες ή αποζημιώσεις και ότι ο ανακριτής δεν πρέπει να μεσολαβεί μεταξύ οδηγών για σκοπούς αποζημίωσης.
Η αρχή αυτή δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να περιορίσει τη νόμιμη πρόσβαση του Ταμείου σε πληροφορίες που ο Ν.96(I)/2000 του επιτρέπει να λαμβάνει. Έχει όμως σημασία για τη φύση των πληροφοριών που δίνονται. Η Αστυνομία μπορεί να διαβιβάσει γεγονότα και στοιχεία που δικαιούται να διαβιβάσει.
Δεν μετατρέπεται, όμως, με αυτόν τον τρόπο σε όργανο που αποφασίζει την αστική ευθύνη των οδηγών. Η διάκριση μεταξύ παροχής στοιχείων και αξιολόγησης αστικής ευθύνης πρέπει να παραμείνει απόλυτα καθαρή.
Η ουσιαστική νομική αντίφαση
Το πιο ενδιαφέρον σημείο βρίσκεται τελικά στην ίδια την οδηγία. Για τις γενικές πληροφορίες προβλέπει: χωρίς γραπτή αίτηση.
Για τα σκίτσα, τα συμμετρικά σχέδια και άλλα έγγραφα προβλέπει: μόνο μετά από γραπτή αίτηση, προηγούμενη συγκατάθεση αρμόδιου αξιωματικού και αφού η υπόθεση έχει ολοκληρωθεί και ελεγχθεί. Η διαφορετική μεταχείριση μπορεί να έχει λογική.
Ένα επίσημο αστυνομικό σχέδιο ή έγγραφο αποτελεί διαφορετικό είδος υλικού από ένα απλό πληροφοριακό στοιχείο. Αυτό όμως δεν απαντά στο βασικό ερώτημα του άρθρου 10(6).
Εάν μια πληροφορία ανήκει στην ειδική κατηγορία του άρθρου 10(6), η γραπτή αίτηση απαιτείται από τον ίδιο τον νόμο. Η εσωτερική οδηγία δεν μπορεί να την καταργήσει.
Και η ευθύνη του ίδιου του αστυνομικού;
Το ζήτημα δεν περιορίζεται, όμως, στη νομιμότητα της ίδιας της υπηρεσιακής οδηγίας. Αφορά και την ευθύνη του αστυνομικού που καλείται να την εφαρμόσει.
Ο περί Αστυνομίας Νόμος του 2004 επιβάλλει στα μέλη της Αστυνομίας την υποχρέωση να υπακούουν στις νόμιμες διαταγές που λαμβάνουν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Παράλληλα, ο Πειθαρχικός Κώδικας της Κ.Δ.Π. 53/1989 προβλέπει, μεταξύ άλλων, ως πειθαρχικά αδικήματα την παράβαση ή παράλειψη συμμόρφωσης με πρόνοια του περί Αστυνομίας Νόμου ή των σχετικών Κανονισμών και την αμέλεια καθήκοντος.
Κατά συνέπεια, εάν η συγκεκριμένη οδηγία εφαρμόζεται κατά τρόπο που οδηγεί αστυνομικό να παρακάμπτει τη ρητή προϋπόθεση του άρθρου 10(6) του Ν.96(I)/2000 —δηλαδή την προηγούμενη υποβολή γραπτής αίτησης από το Ταμείο Ασφαλιστών για τις πληροφορίες που εμπίπτουν στη συγκεκριμένη διάταξη— η επίκληση της υπηρεσιακής οδηγίας δεν αρκεί, από μόνη της, για να καταστήσει νόμιμη την πράξη.
Με άλλα λόγια, η υπακοή στην υπηρεσιακή ιεραρχία δεν μετατρέπει μια μη νόμιμη εντολή σε νόμιμη. Το άρθρο 24 του Ν.73(I)/2004 αναφέρεται ρητά σε νόμιμες διαταγές.
Επομένως, στο μέτρο που ένα μέλος της Αστυνομίας, γνωρίζοντας ότι απαιτείται γραπτή αίτηση, παρακάμπτει την απαίτηση αυτή και διαβιβάζει πληροφορίες που εμπίπτουν στο άρθρο 10(6) χωρίς τέτοια αίτηση, μπορεί να ανακύψει πειθαρχική ευθύνη του ίδιου του μέλους, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ενήργησε κατόπιν υπηρεσιακής οδηγίας. Η ακριβής πειθαρχική κατηγορία θα εξαρτηθεί, βεβαίως, από τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, τη φύση της πληροφορίας που διαβιβάστηκε, τη νομική βάση της διαβίβασης και τα στοιχεία που αφορούν τη γνώση και την υπαιτιότητα του συγκεκριμένου μέλους.
Δεν είναι όμως μόνο ο εκτελών που μπορεί να αντιμετωπίσει ζήτημα ευθύνης
Υπάρχει και ένα δεύτερο, εξίσου σημαντικό, ζήτημα. Η Κ.Δ.Π. 53/1989 δεν ρυθμίζει μόνο την υποχρέωση των κατώτερων μελών να υπακούν στις νόμιμες διαταγές. Θέτει και περιορισμούς σε εκείνους που εκδίδουν υπηρεσιακές διαταγές.
Οι σχετικές διατάξεις προβλέπουν ότι οι Ανώτεροι Αξιωματικοί, Αξιωματικοί και Λοχίες δεν πρέπει να εκδίδουν διαταγές οι οποίες δεν συνάδουν με τις διαταγές και εντολές του Αρχηγού της Αστυνομίας.
Η πρόνοια αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην προκειμένη περίπτωση. Εάν μια υπηρεσιακή οδηγία ερμηνεύει ή εφαρμόζει έναν νόμο κατά τρόπο που έρχεται σε αντίθεση με ρητή διαδικαστική απαίτηση του ίδιου του νόμου, το ερώτημα δεν είναι μόνο εάν ο υφιστάμενος που την εκτελεί μπορεί να υπέχει πειθαρχική ευθύνη.
Ανακύπτει παράλληλα το ζήτημα εάν ο αξιωματικός που εξέδωσε την οδηγία είχε την αρμοδιότητα να το πράξει και εάν το περιεχόμενό της ήταν συμβατό τόσο με τον νόμο όσο και με τις ισχύουσες αστυνομικές διαταγές.
Με άλλα λόγια, η ευθύνη δεν σταματά κατ’ ανάγκη στο τελευταίο πρόσωπο της αλυσίδας που εκτελεί την εντολή. Εάν η εντολή είναι μη νόμιμη, τίθεται προς εξέταση και η νομιμότητα της ίδιας της έκδοσής της, καθώς και η τυχόν πειθαρχική ευθύνη του προσώπου που την εξέδωσε, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις.
Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό επειδή ο περί Αστυνομίας Νόμος διακρίνει μεταξύ της γενικής διοίκησης και διοίκησης της Αστυνομίας από τον Αρχηγό και της υποχρέωσης των μελών να εκτελούν νόμιμες διαταγές. Επομένως, πριν από την εφαρμογή μιας τέτοιας οδηγίας, θα πρέπει να είναι σαφές όχι μόνο τι διατάσσει, αλλά και με ποια εξουσιοδότηση εκδόθηκε.
Το ζήτημα, συνεπώς, έχει δύο όψεις: αφενός, εάν ο αστυνομικός που εφαρμόζει την οδηγία τηρεί τον νόμο· αφετέρου, εάν εκείνος που εξέδωσε την οδηγία άσκησε την εξουσία του εντός των ορίων που του παρέχει η νομοθεσία και οι αστυνομικές διαταγές.
Το τελικό νομικό συμπέρασμα
Η Αστυνομία δικαιούται και, όπου ο νόμος το επιβάλλει, οφείλει να συνεργάζεται με το Ταμείο Ασφαλιστών. Το άρθρο 35 του Ν.96(I)/2000 προβλέπει ευρεία υποχρέωση παροχής της διευκόλυνσης ή πληροφορίας που το Ταμείο κρίνει αναγκαία για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του.
Όμως, το άρθρο 10(6) του ίδιου Νόμου θεσπίζει ειδική διαδικασία για συγκεκριμένη κατηγορία πληροφοριών: τις πληροφορίες που αφορούν στοιχεία τα οποία καταγράφηκαν από αστυνομικό δυνάμει των άρθρων 10 και 11. Για αυτή την κατηγορία ο νόμος απαιτεί ρητά γραπτή αίτηση του Ταμείου.
Συνεπώς, μια εσωτερική υπηρεσιακή οδηγία δεν μπορεί να καταργήσει την εκ του άρθρου 10(6) ρητή προϋπόθεση της γραπτής αίτησης. Αν η οδηγία εφαρμόζεται κατά τρόπο που επιτρέπει την παροχή τέτοιων πληροφοριών χωρίς την προβλεπόμενη γραπτή αίτηση, η εφαρμογή της δεν μπορεί να θεωρηθεί νόμιμη μόνο και μόνο επειδή αποτελεί υπηρεσιακή εντολή.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε πληροφορία προς το Ταμείο απαιτεί κατ’ ανάγκη γραπτή αίτηση δυνάμει του άρθρου 10(6). Για πληροφορίες που παρέχονται αυτοτελώς δυνάμει του άρθρου 35, απαιτείται διαφορετική νομική αξιολόγηση, με επίκεντρο την αναγκαιότητα της πληροφορίας και τον σκοπό για τον οποίο ζητείται.
Το κρίσιμο, επομένως, δεν είναι εάν η Αστυνομία πρέπει να συνεργάζεται με το Ταμείο. Αυτό προκύπτει από τον ίδιο τον νόμο. Το κρίσιμο είναι με ποιον τρόπο, για ποια πληροφορία, βάσει ποιας διάταξης και από ποιο αρμόδιο όργανο πραγματοποιείται η συνεργασία αυτή.
Και εφόσον η τήρηση μιας υπηρεσιακής οδηγίας οδηγεί σε ενέργεια αντίθετη προς ρητή νομοθετική πρόνοια, δεν μπορεί να θεωρείται εκ προοιμίου ότι ο αστυνομικός απαλλάσσεται από κάθε πειθαρχική ευθύνη επειδή απλώς «εκτελούσε εντολές». Αντίστοιχα, πρέπει να εξετάζεται και η ευθύνη εκείνου που εξέδωσε την οδηγία, ιδίως ως προς την αρμοδιότητά του και τη συμβατότητα της εντολής του με τον νόμο.
Η διοίκηση μπορεί να οργανώνει τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζει τον νόμο. Δεν μπορεί, όμως, με εσωτερική οδηγία να τροποποιεί τον νόμο.
Το νομικά εξακριβωμένο συμπέρασμα
Με βάση το ισχύον κείμενο του Ν.96(I)/2000, η κατάσταση μπορεί πλέον να διατυπωθεί με αρκετή ακρίβεια.
Πρώτον: η Αστυνομία έχει νόμιμη υποχρέωση συνεργασίας με το Ταμείο Ασφαλιστών. Αυτό προκύπτει ρητά από το άρθρο 35.
Δεύτερον: το άρθρο 10(6) δημιουργεί ειδική διαδικασία για συγκεκριμένη κατηγορία αστυνομικά καταγεγραμμένων στοιχείων και απαιτεί ρητά γραπτή αίτηση του Ταμείου.
Τρίτον: καμία εσωτερική υπηρεσιακή οδηγία δεν μπορεί νόμιμα να καταργήσει αυτή την προϋπόθεση για πληροφορίες που εμπίπτουν στο άρθρο 10(6).
Τέταρτον: το άρθρο 35 είναι ευρύτερο και δεν περιέχει από μόνο του την ίδια ρητή απαίτηση γραπτής αίτησης. Συνεπώς, δεν είναι νομικά ορθό να υποστηριχθεί ότι κάθε πληροφορία που μπορεί να ζητήσει το Ταμείο πρέπει υποχρεωτικά να ζητείται με γραπτή αίτηση δυνάμει του άρθρου 10(6).
Πέμπτον: η εφαρμογή του άρθρου 35 δεν είναι απεριόριστη. Η πληροφορία πρέπει να είναι αναγκαία για την εκπλήρωση υποχρεώσεων του Ταμείου που πηγάζουν από τον Νόμο.
Έκτον: όταν η ζητούμενη πληροφορία αποτελεί μέρος ανακριτικού ή ποινικού φακέλου, πρέπει να υπάρχει συγκεκριμένη νομική βάση για την αποκάλυψή της και να τηρούνται τα όρια που προκύπτουν από τη σχετική νομοθεσία.
Έβδομον: εάν η οδηγία αντιμετωπίζει συλλήβδην όλες τις πληροφορίες ως πληροφορίες που μπορούν να δίνονται χωρίς γραπτή αίτηση, τότε η οδηγία, κατά το μέρος αυτό, δεν συμβιβάζεται με το άρθρο 10(6), στο μέτρο που αφορά πληροφορίες που υπάγονται στην ειδική αυτή διάταξη.
Όγδοον: εάν αστυνομικό μέλος εφαρμόσει την οδηγία κατά τρόπο που παραβιάζει τη συγκεκριμένη νομοθετική απαίτηση, μπορεί να ανακύψει πειθαρχική ευθύνη και του ίδιου του μέλους, παρά το γεγονός ότι ενήργησε κατόπιν υπηρεσιακής οδηγίας. Παράλληλα, μπορεί να ανακύψει ζήτημα ευθύνης εκείνου που εξέδωσε την οδηγία, εφόσον αποδειχθεί ότι εξέδωσε ή επέβαλε μη νόμιμη διαταγή κατά παράβαση των ισχυουσών πειθαρχικών και υπηρεσιακών κανόνων.
Αυτό είναι το ουσιαστικό νομικό συμπέρασμα. Η Αστυνομία δικαιούται και, όπου ο νόμος το επιβάλλει, οφείλει να συνεργάζεται με το Ταμείο Ασφαλιστών. Όμως μια υπηρεσιακή οδηγία δεν μπορεί να καταργήσει την εκ του άρθρου 10(6) Ν.96(I)/2000 ρητή προϋπόθεση της γραπτής αίτησης για πληροφορίες που εμπίπτουν στη συγκεκριμένη διάταξη. Για πληροφορίες που παρέχονται αυτοτελώς δυνάμει του άρθρου 35, απαιτείται διαφορετική νομική αξιολόγηση, με επίκεντρο την αναγκαιότητα της πληροφορίας και τον σκοπό του Νόμου.
Και ακριβώς εδώ βρίσκεται η ουσία της αρχής της νομιμότητας: Η διοίκηση μπορεί να οργανώνει τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζει τον νόμο. Δεν μπορεί, όμως, με εσωτερική οδηγία να τροποποιεί τον νόμο.
Δημήτρης Απαισιώτης
Δικηγόρος











