powered by inbusiness-news-logo cbn omada-logo celebrity-logo LOGO-PNG-108

Η δημοσιοποίηση φωτογραφίας αναζητούμενου προσώπου από την Αστυνομία

Αφορμή για την παρούσα αρθρογράφηση έδωσε πρόσφατη φωτογραφία προσώπου που δόθηκε στη δημοσιότητα από την Αστυνομία, επειδή το συγκεκριμένο πρόσωπο αναζητείται για «διευκόλυνση των ανακρίσεων» σχετικά με διερευνώμενη υπόθεση που αφορά τα αδικήματα της κοινής οχληρίας και της διασάλευσης της ειρήνης, τα οποία φέρεται να διαπράχθηκαν στην επαρχία Λευκωσίας την 1/9/2026.

Το ζήτημα παρουσιάζει ενδιαφέρον υπό το πρίσμα του Ν.44(I)/2019, του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και της σχετικής νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Η δημοσίευση από την Αστυνομία φωτογραφίας προσώπου που αναζητείται για διευκόλυνση ανακρίσεων μπορεί ασφαλώς να εξυπηρετεί σημαντικό ανακριτικό σκοπό. Παράλληλα, όμως, συνιστά δημόσια διάδοση προσωπικού δεδομένου και συνεπάγεται επέμβαση στην ιδιωτική ζωή του προσώπου.

Το ερώτημα, επομένως, δεν μπορεί να τεθεί απλουστευμένα ως:

«Έχει η Αστυνομία δικαίωμα να δημοσιεύει φωτογραφίες αναζητούμενων προσώπων;»

Η ορθότερη ερώτηση είναι:

Υπό ποιες προϋποθέσεις η δημοσιοποίηση της φωτογραφίας συγκεκριμένου προσώπου είναι νομικά επιτρεπτή, αναγκαία και αναλογική για τον συγκεκριμένο ανακριτικό σκοπό;

Η απάντηση δεν είναι απόλυτη προς καμία κατεύθυνση.

Άλλο η αναζήτηση και άλλο η δημοσιοποίηση

Καταρχάς πρέπει να γίνει μια βασική διάκριση.

Η Αστυνομία μπορεί να έχει νόμιμα στην κατοχή της τη φωτογραφία ενός προσώπου και να τη χρησιμοποιεί στο πλαίσιο ποινικής διερεύνησης. Αυτό όμως δεν σημαίνει αυτομάτως ότι μπορεί να την καταστήσει διαθέσιμη στο ευρύ κοινό.

Πρόκειται για διαφορετικές πράξεις επεξεργασίας:

α) την εσωτερική χρήση της φωτογραφίας από τις ανακριτικές αρχές, και

β) τη δημόσια διάθεση της φωτογραφίας μέσω της ιστοσελίδας της Αστυνομίας, των μέσων κοινωνικής δικτύωσης ή των ΜΜΕ.

Η δεύτερη πράξη διευρύνει δραστικά τον κύκλο των προσώπων που αποκτούν πρόσβαση στην εικόνα και, επομένως, απαιτεί ιδιαίτερη εξέταση ως προς την αναγκαιότητα και την αναλογικότητά της.

Ο περί Αστυνομίας Νόμος 73(I)/2004 καθορίζει ως αποστολή της Αστυνομίας, μεταξύ άλλων, την πρόληψη και εξιχνίαση του εγκλήματος και τη σύλληψη και δίωξη παρανομούντων. Το άρθρο 24 προβλέπει επίσης καθήκοντα των μελών της Αστυνομίας, μεταξύ των οποίων η συλλογή και μετάδοση πληροφοριών και η ανακάλυψη και προσαγωγή παραβατών ενώπιον της δικαιοσύνης.

Ο ίδιος νόμος περιέχει ειδική πρόνοια για τη λήψη φωτογραφιών προσώπων που τελούν υπό νόμιμη κράτηση ή αστυνομική επιτήρηση, για σκοπούς καταχώρισης, σύγκρισης, αναγνώρισης και γενικά διερεύνησης αδικημάτων.

Η διάταξη αυτή είναι σημαντική, αλλά πρέπει να διαβάζεται με ακρίβεια: προβλέπει την λήψη φωτογραφιών για συγκεκριμένους αστυνομικούς σκοπούς· δεν διατυπώνει από μόνη της μια γενική και απεριόριστη εξουσιοδότηση για δημόσια δημοσίευση οποιασδήποτε φωτογραφίας.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η δημόσια δημοσίευση είναι κατ' ανάγκη παράνομη. Σημαίνει ότι πρέπει να αναζητηθεί η συγκεκριμένη νομική βάση της συγκεκριμένης πράξης δημοσιοποίησης και να εξεταστεί εάν αυτή πληροί τις απαιτήσεις της νομοθεσίας περί προσωπικών δεδομένων.

Ο Ν.44(I)/2019

Ο Ν.44(I)/2019 εφαρμόζεται στην επεξεργασία προσωπικών δεδομένων από αρμόδιες αρχές για σκοπούς πρόληψης, διερεύνησης, ανίχνευσης ή δίωξης ποινικών αδικημάτων.

Η Αστυνομία αποτελεί αρμόδια αρχή και η φωτογραφία ενός ταυτοποιήσιμου προσώπου αποτελεί προσωπικό δεδομένο.

Δεν χρειάζεται, μάλιστα, να χαρακτηριστεί κάθε απλή φωτογραφία προσώπου ως «βιομετρικό δεδομένο». Ο νόμος χρησιμοποιεί τον όρο αυτό υπό ειδικότερες προϋποθέσεις, όταν υπάρχει ειδική τεχνική επεξεργασία που επιτρέπει ή επιβεβαιώνει την αδιαμφισβήτητη ταυτοποίηση. Για την παρούσα συζήτηση αρκεί ότι η φωτογραφία είναι προσωπικό δεδομένο και ότι η δημόσια δημοσιοποίησή της αποτελεί επεξεργασία.

Το κρίσιμο είναι επομένως να εξεταστεί η νομιμότητα της συγκεκριμένης μορφής επεξεργασίας.

Το ισχυρότερο επιχείρημα υπέρ της Αστυνομίας

Το επιχείρημα υπέρ της δημοσιοποίησης είναι προφανές.

Η Αστυνομία έχει καθήκον να διερευνά ποινικά αδικήματα. Εάν ένα πρόσωπο δεν μπορεί να εντοπιστεί ή δεν είναι γνωστό στην Αστυνομία, η δημοσίευση της φωτογραφίας μπορεί να επιτρέψει σε μέλη του κοινού να το αναγνωρίσουν και να παράσχουν πληροφορίες.

Ο Ν.44(I)/2019 δεν απαγορεύει την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων για σκοπούς ποινικής διερεύνησης. Αντίθετα, προβλέπει προϋποθέσεις υπό τις οποίες η επεξεργασία από αρμόδια αρχή μπορεί να είναι νόμιμη.

Εδώ όμως βρίσκεται μια κρίσιμη λεπτομέρεια.

Το άρθρο 10 δεν πρέπει να διαβάζεται ως γενική άδεια για οποιαδήποτε επεξεργασία επιλέξει η Αστυνομία. Η νομιμότητα συνδέεται με την αναγκαιότητα της επεξεργασίας για την εκτέλεση καθήκοντος της αρμόδιας αρχής και με το σχετικό νομοθετικό πλαίσιο. Το άρθρο 10(2) απαιτεί, μεταξύ άλλων, η οικεία νομοθεσία να καθορίζει τους σκοπούς της επεξεργασίας και τα δεδομένα που υποβάλλονται σε επεξεργασία.

Επομένως, το ενδιαφέρον νομικό ερώτημα είναι:

Ποια ακριβώς νομική εξουσία επιτρέπει, στις συγκεκριμένες περιστάσεις, τη μετατροπή μιας φωτογραφίας που κατέχει η Αστυνομία για ανακριτικούς σκοπούς σε δημόσια ανακοίνωση προς το ευρύ κοινό;

Το ερώτημα αυτό δεν σημαίνει ότι η απάντηση είναι κατ' ανάγκη αρνητική. Σημαίνει ότι η εξουσία πρέπει να προσδιορίζεται και να ελέγχεται.

Ο νόμιμος σκοπός δεν καθιστά νόμιμο κάθε μέσο

Η ύπαρξη νόμιμου ανακριτικού σκοπού δεν τελειώνει την εξέταση.

Το άρθρο 5(1) του Ν.44(I)/2019 απαιτεί τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα να υποβάλλονται σε νόμιμη και θεμιτή επεξεργασία και, μεταξύ άλλων, να είναι κατάλληλα, συναφή και όχι υπερβολικά σε σχέση με τους σκοπούς για τους οποίους υποβάλλονται σε επεξεργασία.

Άρα το κρίσιμο ερώτημα είναι:

Ήταν η δημόσια δημοσίευση της φωτογραφίας αναγκαία για την επίτευξη του συγκεκριμένου ανακριτικού σκοπού ή υπερέβαινε αυτό που απαιτούσε ο σκοπός;

Η απλή χρησιμότητα της δημοσίευσης δεν αρκεί από μόνη της. Πρέπει να εξεταστεί η αναγκαιότητα και η αναλογικότητα της συγκεκριμένης μορφής επεξεργασίας.

Η εικόνα μπορεί να έχει πολύ ισχυρότερη επίδραση από το κείμενο

Παρότι η λεκτική διατύπωση μιας ανακοίνωσης μπορεί να είναι προσεκτική —όπως συμβαίνει όταν αναφέρεται ότι το πρόσωπο «αναζητείται για διευκόλυνση των ανακρίσεων»— η φωτογραφία έχει διαφορετική επίδραση.

Το πρόσωπο παρουσιάζεται δημόσια ως πρόσωπο που η Αστυνομία αναζητεί σε σχέση με ποινική υπόθεση.

Το γεγονός ότι δεν χρησιμοποιείται η λέξη «ένοχος» δεν εξαλείφει την κοινωνική και προσωπική συνέπεια της δημοσιοποίησης.

Το ΕΔΔΑ έχει επανειλημμένα αναγνωρίσει ότι το δικαίωμα στην εικόνα αποτελεί μέρος της ιδιωτικής ζωής κατά το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ.

Στην Sciacca v. Italy, αρ. προσφυγής 50774/99, το ΕΔΔΑ εξέτασε τη δημοσιοποίηση φωτογραφίας προσώπου που είχε ληφθεί από τις αρχές και παραδόθηκε στον Τύπο. Το Δικαστήριο δεν έθεσε έναν γενικό κανόνα ότι κάθε δημοσίευση φωτογραφίας υπόπτου είναι παράνομη. Η υπόθεση ανέδειξε, μεταξύ άλλων, την απαίτηση ύπαρξης επαρκούς, προσβάσιμης και προβλέψιμης νομικής βάσης για μια τέτοια επέμβαση.

Η σημασία της Sciacca για την Κύπρο δεν είναι επομένως ότι «απαγορεύει» τη δημοσίευση φωτογραφιών αναζητούμενων προσώπων. Είναι ότι η δημόσια δημοσιοποίηση της εικόνας από κρατική αρχή δεν μπορεί να θεωρείται αυτονόητη απλώς επειδή η αρχή διεξάγει ποινική έρευνα.

Όταν η φωτογραφία έχει πραγματική ανακριτική αξία

Από την άλλη πλευρά, υπάρχει ένα πολύ ισχυρό επιχείρημα υπέρ της Αστυνομίας.

Εάν ο σκοπός είναι:

«Όποιος γνωρίζει το πρόσωπο να μας βοηθήσει να το αναγνωρίσουμε ή να το εντοπίσουμε»,

τότε η φωτογραφία έχει προφανή πληροφοριακή αξία.

Δεν δημοσιεύεται απλώς για να ενημερωθεί το κοινό ότι υπάρχει ποινική υπόθεση. Δημοσιεύεται ακριβώς επειδή η αναγνώριση του προσώπου από τρίτους μπορεί να οδηγήσει στον εντοπισμό του.

Η Khuzhin and Others v. Russia, αρ. προσφυγής 13470/02, βοηθά στην κατανόηση αυτής της διάκρισης. Το ΕΔΔΑ εξέτασε τη δημοσίευση φωτογραφιών στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας και έδωσε σημασία στο κατά πόσον η φωτογραφία είχε πραγματική πληροφοριακή ή ανακριτική αξία. Στην υπόθεση εκείνη, το πρόσωπο βρισκόταν ήδη υπό κράτηση, με αποτέλεσμα η φωτογραφία να μην είναι αναγκαία για τον εντοπισμό του.

Η Khuzhin, επομένως, δεν αποτελεί απόφαση κατά της δημόσιας αναζήτησης προσώπων. Δείχνει ότι η αναγκαιότητα της φωτογραφίας πρέπει να συνδέεται με τον πραγματικό σκοπό για τον οποίο δημοσιεύεται.

Η πληροφοριακή αξία όμως δεν αρκεί από μόνη της

Ακόμη και όταν η φωτογραφία είναι χρήσιμη, παραμένει το ερώτημα της αναλογικότητας.

Πρέπει να εξεταστεί εάν υπήρχαν ηπιότερα μέσα.

Για παράδειγμα:

  • ήταν γνωστή η διεύθυνση του προσώπου;
  • ήταν γνωστά στοιχεία επικοινωνίας;
  • είχαν προηγηθεί προσπάθειες επικοινωνίας;
  • υπήρχε δυνατότητα πρόσκλησης για ανάκριση;
  • είχε το πρόσωπο αποφύγει συστηματικά τον εντοπισμό;
  • υπήρχε δικαστικό ένταλμα σύλληψης;
  • ήταν άγνωστη η ταυτότητα ή απλώς άγνωστη η τοποθεσία του προσώπου;
  • υπήρχε πραγματικός λόγος να θεωρείται ότι το κοινό μπορούσε να βοηθήσει;
  • είχαν προηγουμένως χρησιμοποιηθεί ηπιότερα μέσα εντοπισμού;

Όσο περισσότερες αποτελεσματικές εναλλακτικές υπήρχαν, τόσο περισσότερο ενισχύεται το ερώτημα εάν η δημόσια δημοσιοποίηση ήταν πράγματι αναγκαία.

Αντίστροφα, εάν η Αστυνομία είχε εξαντλήσει τις συνήθεις προσπάθειες εντοπισμού και η συνδρομή του κοινού ήταν πράγματι απαραίτητη για την αναγνώριση ή τον εντοπισμό του προσώπου, η αναγκαιότητα της δημοσίευσης ενισχύεται σημαντικά.

Η σοβαρότητα των αδικημάτων έχει σημασία — αλλά δεν είναι απόλυτο κριτήριο

Στην υπό εξέταση ανακοίνωση γίνεται αναφορά σε κοινή οχληρία και διασάλευση της ειρήνης.

Για τα αδικήματα αυτά προβλέπονται συγκεκριμένες ανώτατες ποινές και, εφόσον εφαρμόζεται το άρθρο 88 του Κεφ.155, προβλέπονται επίσης χρονικοί περιορισμοί για την καταχώριση ποινικής διαδικασίας με συνοπτική διαδικασία.

Δεν θα ήταν όμως ορθό να υποστηριχθεί ότι επειδή πρόκειται για πλημμελήματα ή επειδή υπόκεινται σε χρονικούς περιορισμούς, απαγορεύεται η δημοσίευση φωτογραφίας.

Η σοβαρότητα του διερευνώμενου αδικήματος είναι παράγοντας της αναλογικότητας, όχι αυτόματος κανόνας νομιμότητας.

Υπό διαφορετικές περιστάσεις μπορεί να είναι ευκολότερο να δικαιολογηθεί η δημόσια φωτογραφική αναζήτηση προσώπου σε σχέση με σοβαρή βίαιη εγκληματικότητα, κίνδυνο για τη ζωή ή τη σωματική ακεραιότητα ή άλλη σοβαρή εγκληματική δραστηριότητα.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η δημοσιοποίηση για πλημμέλημα απαγορεύεται. Σημαίνει ότι, όσο μικρότερη είναι η βαρύτητα της διερευνώμενης συμπεριφοράς, τόσο μεγαλύτερη σημασία μπορεί να αποκτά η συγκεκριμένη αιτιολόγηση της ανάγκης για δημόσια έκθεση της εικόνας.

Η Negru: η ύπαρξη ποινικής διαδικασίας δεν αρκεί

Στην Negru v. the Republic of Moldova, αρ. προσφυγής 7336/11, το ΕΔΔΑ εξέτασε την καταχώριση προσώπου ως καταζητούμενου και τη δημοσιοποίηση της φωτογραφίας του σε δημόσιο χώρο, με σκοπό να είναι δυνατή η αναγνώρισή του από το κοινό.

Η υπόθεση είναι ιδιαίτερα χρήσιμη διότι δείχνει ότι η ύπαρξη ποινικής διαδικασίας ή ανακριτικού σκοπού δεν τελειώνει την εξέταση.

Το Δικαστήριο έδωσε ιδιαίτερη σημασία στην ύπαρξη επαρκών εγγυήσεων έναντι αυθαίρετης άσκησης της εξουσίας των αρχών και στην ανάγκη η σχετική διακριτική ευχέρεια να περιορίζεται από κατάλληλο νομικό πλαίσιο.

Η αρχή που προκύπτει είναι σημαντική:

Το κράτος μπορεί να διαθέτει ανακριτική εξουσία, αλλά η διακριτική ευχέρεια κατά την άσκησή της δεν είναι απεριόριστη.

Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο:

«Υπήρχε ποινική έρευνα;»

Αλλά και:

«Υπήρχαν επαρκείς κανόνες και εγγυήσεις ώστε η δημοσιοποίηση να γίνεται μόνο όταν ήταν δικαιολογημένη και αναγκαία;»

Η Margari v. Greece: δημόσια ενημέρωση, αλλά με όρια

Στην Margari v. Greece, αρ. προσφυγής 36705/16, το ΕΔΔΑ εξέτασε τη δημοσίευση φωτογραφίας και προσωπικών δεδομένων προσώπου που αντιμετώπιζε ποινική διαδικασία.

Η υπόθεση είναι σημαντική διότι δεν υιοθετεί μια απόλυτη απαγόρευση της δημοσιοποίησης.

Το Δικαστήριο αναγνωρίζει ότι οι αρχές μπορούν, υπό προϋποθέσεις, να ενημερώνουν το κοινό για ποινικές έρευνες και ότι η δημοσιοποίηση μπορεί να εξυπηρετεί θεμιτό σκοπό.

Ταυτόχρονα, όμως, τα δεδομένα που συνδέουν συγκεκριμένο πρόσωπο με ποινικές κατηγορίες απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή. Η δημοσιοποίηση πρέπει να αντανακλά με ακρίβεια την πραγματική κατάσταση και να λαμβάνει υπόψη την προστασία της ιδιωτικής ζωής και το τεκμήριο αθωότητας.

Η Margari είναι επομένως χρήσιμη όχι επειδή θέτει έναν κανόνα «ποτέ φωτογραφία», αλλά επειδή υπενθυμίζει ότι ακόμη και η κρατική ενημέρωση για ποινική διαδικασία υπόκειται σε στάθμιση και σε απαιτήσεις αναλογικότητας.

Το τεκμήριο αθωότητας

Η σύνδεση της φωτογραφίας με ποινική έρευνα δημιουργεί και ζήτημα τεκμηρίου αθωότητας.

Ωστόσο, χρειάζεται προσοχή.

Δεν σημαίνει ότι κάθε δημοσίευση φωτογραφίας προσώπου που αναζητείται από την Αστυνομία παραβιάζει το άρθρο 6 §2 της ΕΣΔΑ.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η διατύπωση της ανακοίνωσης.

Η φράση:

«αναζητείται για διευκόλυνση των ανακρίσεων»

είναι σαφώς διαφορετική από μια ανακοίνωση που θα παρουσίαζε το πρόσωπο ως τον δράστη ενός αδικήματος.

Το τεκμήριο αθωότητας, επομένως, δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως αυτόματο επιχείρημα κατά κάθε δημοσίευσης. Πρέπει να εξετάζεται εάν η συγκεκριμένη διατύπωση και παρουσίαση του προσώπου δημιουργούν την εντύπωση ότι η ενοχή του έχει ήδη διαπιστωθεί.

Υπάρχει δικαστικό ένταλμα;

Ένα ακόμη κρίσιμο πραγματικό στοιχείο είναι εάν υπάρχει δικαστικό ένταλμα σύλληψης.

Εάν υπάρχει ένταλμα και το πρόσωπο καταζητείται επειδή δεν μπορεί να εντοπιστεί, η Αστυνομία διαθέτει ισχυρότερο επιχείρημα ότι η δημοσιοποίηση μπορεί να αποτελεί αναγκαίο μέτρο για την εκτέλεση της δικαστικής διαδικασίας.

Εάν, αντίθετα, δεν υπάρχει ένταλμα και το πρόσωπο απλώς αναζητείται για να επικοινωνήσει με την Αστυνομία και να διευκολύνει την ανάκριση, τότε το ζήτημα της αναγκαιότητας της δημόσιας έκθεσης της φωτογραφίας γίνεται εντονότερο.

Δεν πρέπει, βέβαια, να συναχθεί συμπέρασμα από την απουσία αναφοράς σε ένταλμα στην ανακοίνωση. Η πραγματική κατάσταση πρέπει να εξακριβωθεί.

Η αρχή της ελαχιστοποίησης

Ο Ν.44(I)/2019 παρέχει ένα ακόμη σημαντικό εργαλείο: την απαίτηση η επεξεργασία να περιορίζεται σε ό,τι είναι κατάλληλο, συναφές και όχι υπερβολικό για τον συγκεκριμένο σκοπό.

Εάν ο σκοπός είναι η αναγνώριση ενός προσώπου, μπορεί να υποστηριχθεί ότι η φωτογραφία είναι πράγματι αναγκαία.

Αλλά η αναλογικότητα δεν αφορά μόνο το εάν θα δημοσιευθεί μια φωτογραφία.

Αφορά επίσης:

  • πόσες φωτογραφίες δημοσιεύονται,
  • σε ποιο μέσο,
  • σε ποιο κοινό,
  • για πόσο χρονικό διάστημα,
  • εάν συνοδεύονται από πρόσθετα προσωπικά στοιχεία,
  • εάν αναφέρονται τα συγκεκριμένα αδικήματα,
  • εάν η φωτογραφία παραμένει διαθέσιμη μετά τον εντοπισμό του προσώπου.

Εδώ αποκτά σημασία και το άρθρο 22 του Ν.44(I)/2019, το οποίο αφορά την προστασία δεδομένων ήδη από τον σχεδιασμό και εξ ορισμού.

Η αναλογικότητα, επομένως, δεν είναι απλώς το ερώτημα «δημοσίευση ή μη δημοσίευση;».

Αφορά και το πώς, πόσο και για πόσο χρόνο.

Και η ίδια η Αστυνομία αναγνωρίζει τον περιορισμένο σκοπό

Υπάρχει ένα ενδιαφέρον στοιχείο στην ίδια την πρακτική της Αστυνομίας.

Σε ανακοινώσεις για αναζητούμενα πρόσωπα, η Αστυνομία αναφέρει ότι η φωτογραφία μπορεί να δημοσιευθεί αποκλειστικά και μόνο για τον σκοπό για τον οποίο δόθηκε στη δημοσιότητα και ότι η μεταγενέστερη δημοσίευσή της μπορεί να αντιβαίνει στη νομοθεσία περί προσωπικών δεδομένων.

Η ίδια η διατύπωση αυτή είναι σημαντική.

Δείχνει ότι η δημοσιοποίηση δεν αντιμετωπίζεται ως απεριόριστη άδεια χρήσης της φωτογραφίας, αλλά ως επεξεργασία συνδεδεμένη με συγκεκριμένο σκοπό.

Η αρχή του περιορισμού του σκοπού, επομένως, δεν αφορά μόνο τα ΜΜΕ ή τους πολίτες που αναπαράγουν μια φωτογραφία. Είναι λογικό να εξετάζεται και η αρχική πράξη δημοσιοποίησης από την ίδια την Αστυνομία.

Η θέση της Αστυνομίας μπορεί να είναι ισχυρή

Εάν, για παράδειγμα, η Αστυνομία:

  1. διαθέτει συγκεκριμένα στοιχεία που συνδέουν το πρόσωπο με τη διερευνώμενη υπόθεση,
  2. δεν γνωρίζει πού βρίσκεται,
  3. έχει προηγουμένως επιχειρήσει να το εντοπίσει,
  4. δεν διαθέτει αποτελεσματικότερο ηπιότερο μέσο,
  5. ζητά από το κοινό αποκλειστικά πληροφορίες για την αναγνώριση ή τον εντοπισμό του,
  6. χρησιμοποιεί ουδέτερη διατύπωση,
  7. δεν παρουσιάζει το πρόσωπο ως ένοχο,
  8. και αφαιρεί τη φωτογραφία όταν ο συγκεκριμένος σκοπός παύσει να υφίσταται,

τότε υπάρχει σοβαρό επιχείρημα ότι η δημοσιοποίηση αποτελεί αναγκαίο και αναλογικό ανακριτικό μέτρο.

Αντίθετα, η θέση της Αστυνομίας αποδυναμώνεται εάν...

Η αξιολόγηση θα ήταν διαφορετική εάν, για παράδειγμα:

  • το πρόσωπο ήταν εύκολα εντοπίσιμο από την Αστυνομία,
  • δεν είχε προηγηθεί καμία προσπάθεια επικοινωνίας ή εντοπισμού,
  • υπήρχε αποτελεσματικότερο ηπιότερο μέσο,
  • η δημοσιοποίηση δεν εξυπηρετούσε πραγματική ανάγκη αναγνώρισης ή εντοπισμού,
  • η φωτογραφία παρέμεινε δημοσιευμένη μετά την παύση της ανακριτικής ανάγκης,
  • δημοσιοποιήθηκαν περισσότερα προσωπικά στοιχεία από όσα ήταν αναγκαία,
  • ή η διατύπωση δημιουργούσε την εντύπωση ότι το πρόσωπο είχε ήδη κριθεί ένοχο.

Σε μια τέτοια περίπτωση, η αναγκαιότητα και η αναλογικότητα της επέμβασης θα ήταν πολύ δυσκολότερο να δικαιολογηθούν.

Πρέπει η Αστυνομία να μπορεί να δικαιολογήσει την απόφαση;

Ο Ν.44(I)/2019 προβλέπει μηχανισμούς εποπτείας και ελέγχου της επεξεργασίας.

Ο Επίτροπος Προστασίας Δεδομένων έχει, μεταξύ άλλων, εξουσίες να ζητά πληροφορίες, να διεξάγει έρευνες και ελέγχους και, υπό τις προϋποθέσεις του νόμου, να επιβάλλει διορθωτικά μέτρα.

Επομένως, σε περίπτωση αμφισβήτησης της νομιμότητας μιας τέτοιας δημοσιοποίησης, είναι θεμιτό να τεθεί το ερώτημα:

Ποια πραγματικά δεδομένα οδήγησαν στην απόφαση ότι η δημοσίευση της φωτογραφίας ήταν αναγκαία;

Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να αποκαλύπτονται στο κοινό στοιχεία που θα έβλαπταν τη μυστικότητα της ποινικής έρευνας.

Σημαίνει ότι η απόφαση πρέπει, τουλάχιστον στο πλαίσιο του κατάλληλου ελέγχου από την αρμόδια εποπτική ή δικαστική αρχή, να μπορεί να δικαιολογηθεί με βάση πραγματικά δεδομένα και όχι μόνο με μια γενική επίκληση της «διευκόλυνσης των ανακρίσεων».

Η προστασία των δεδομένων δεν σημαίνει δικαίωμα παρεμπόδισης της έρευνας

Πρέπει να αναγνωριστεί και η άλλη πλευρά.

Ένα πρόσωπο δεν μπορεί να επικαλείται την προστασία των προσωπικών δεδομένων για να εμποδίσει την Αστυνομία να διερευνήσει νόμιμα ένα ποινικό αδίκημα.

Ο Ν.44(I)/2019 έχει ακριβώς ως αντικείμενο να επιτρέπει την αναγκαία επεξεργασία δεδομένων για σκοπούς ποινικής δικαιοσύνης.

Η προστασία δεδομένων δεν είναι μηχανισμός ατιμωρησίας.

Το πραγματικό ερώτημα είναι άλλο:

Όχι εάν η Αστυνομία μπορεί να διερευνήσει, αλλά μέχρι πού μπορεί να φτάσει η δημόσια διάδοση προσωπικών δεδομένων για να το πράξει.

Συμπέρασμα

Η νομικά ορθότερη θέση δεν είναι ούτε:

«Η Αστυνομία δεν δικαιούται να δημοσιεύει φωτογραφίες υπόπτων»

ούτε:

«Η Αστυνομία δικαιούται να δημοσιεύει φωτογραφίες οποιουδήποτε προσώπου αναζητεί για ανάκριση».

Και οι δύο θέσεις είναι υπερβολικά απόλυτες.

Η ορθότερη προσέγγιση είναι η ακόλουθη:

Πρώτον, η Αστυνομία έχει νόμιμο θεσμικό σκοπό να διερευνά ποινικά αδικήματα και, υπό προϋποθέσεις, να επεξεργάζεται προσωπικά δεδομένα για τον σκοπό αυτό.

Δεύτερον, η φωτογραφία αποτελεί προσωπικό δεδομένο και η δημόσια δημοσιοποίησή της αποτελεί επέμβαση στην ιδιωτική ζωή κατά το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ.

Τρίτον, η ύπαρξη ανακριτικού σκοπού δεν σημαίνει αυτομάτως ότι κάθε μορφή δημοσιοποίησης είναι νόμιμη. Πρέπει να υπάρχει επαρκής νομική βάση για τη συγκεκριμένη επεξεργασία και να τηρούνται οι απαιτήσεις του Ν.44(I)/2019.

Τέταρτον, η επεξεργασία πρέπει να είναι κατάλληλη, συναφής και όχι υπερβολική σε σχέση με τον συγκεκριμένο σκοπό.

Πέμπτον, η νομολογία του ΕΔΔΑ — Sciacca, Khuzhin, Negru και Margari — δεν θεσπίζει γενική απαγόρευση της δημοσίευσης φωτογραφιών προσώπων που συνδέονται με ποινικές έρευνες. Απαιτεί, όμως, η επέμβαση να διαθέτει επαρκή νομική βάση, να εξυπηρετεί θεμιτό σκοπό και, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, να είναι αναγκαία και αναλογική.

Έκτον, η ύπαρξη ή μη δικαστικού εντάλματος, οι προσπάθειες που προηγήθηκαν για τον εντοπισμό του προσώπου, η πραγματική ανάγκη συνδρομής του κοινού, η σοβαρότητα των διερευνώμενων αδικημάτων, η έκταση της δημοσιοποίησης και η διάρκεια παραμονής της φωτογραφίας στη δημοσιότητα αποτελούν παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν ουσιωδώς την τελική αξιολόγηση.

Κατά συνέπεια, η πλέον αντικειμενική νομική θέση είναι ότι η δημοσίευση της φωτογραφίας μπορεί να είναι νόμιμη, αλλά η νομιμότητά της δεν προκύπτει απλώς από το γεγονός ότι υπάρχει ποινική διερεύνηση.

Η κρίσιμη δοκιμασία είναι εάν, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, η δημοσιοποίηση ήταν νομικά επιτρεπτή, αναγκαία και αναλογική.

Και αυτό είναι το σημείο στο οποίο η κυπριακή νομοθεσία περί προστασίας προσωπικών δεδομένων και η νομολογία του ΕΔΔΑ επιβάλλουν ουσιαστικό έλεγχο της αστυνομικής διακριτικής ευχέρειας.

Το πραγματικό νομικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν η Αστυνομία μπορεί ποτέ να δημοσιεύσει φωτογραφία αναζητούμενου προσώπου.

Είναι εάν, στη συγκεκριμένη υπόθεση, η δημόσια έκθεση της εικόνας του συγκεκριμένου προσώπου αποτελούσε πράγματι το αναγκαίο μέσο για την επίτευξη συγκεκριμένου ανακριτικού σκοπού ή εάν η επίκληση της ποινικής έρευνας χρησιμοποιήθηκε ως γενική δικαιολογία για ένα μέτρο ευρύτερο από όσο απαιτούσε ο νόμιμος σκοπός.

Αυτή η διάκριση είναι που καθορίζει το όριο μεταξύ νόμιμης αστυνομικής δημοσιότητας και δυσανάλογης επέμβασης στην ιδιωτική ζωή.

Δημήτρης Απαισιώτης

Δικηγόρος

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Promotional Rep NewsFeed
ΟΛΕΣ ΟΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ