Η απόφαση του Πειθαρχικού Δικαστηρίου ημερομηνίας 17 Σεπτεμβρίου 2026, με την οποία η δεύτερη πειθαρχικά διωκόμενη αστυνομικός απαλλάχθηκε στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, παρουσιάζει ενδιαφέρον όχι μόνο ως προς την ατομική ευθύνη της συγκεκριμένης αστυνομικού, αλλά και ως προς ένα ευρύτερο ζήτημα: ποια πρέπει να είναι η έκταση και το βάθος μιας πειθαρχικής έρευνας όταν το αντικείμενό της είναι η απόδραση ανηλίκου από αστυνομικό χώρο κράτησης;
Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή από το υλικό της διαδικασίας προκύπτουν ερωτήματα τα οποία δεν αφορούν αποκλειστικά την τελευταία στιγμή πριν από την απόδραση, αλλά ολόκληρη την αλυσίδα των γεγονότων που προηγήθηκαν αυτής.
Η παρούσα ανάλυση δεν αποδίδει στο Πειθαρχικό Δικαστήριο κρίσεις τις οποίες δεν εξέδωσε. Η απόφαση δεν διαπιστώνει ότι η πειθαρχική έρευνα ήταν ελλιπής ή παράνομη. Η απαλλαγή της δεύτερης πειθαρχικά διωκόμενης αφορά το κατά πόσο, με το αποδεικτικό υλικό που παρουσίασε η Κατηγορούσα Αρχή, είχε δημιουργηθεί εναντίον της εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Ωστόσο, το αποδεικτικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου αναδεικνύει σειρά ζητημάτων ως προς την πληρότητα της διερεύνησης, τα οποία αξίζει να εξεταστούν από τη σκοπιά του διοικητικού και πειθαρχικού δικαίου.
1. Η σημασία της απαλλαγής στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης
Η πρώτη αναγκαία διάκριση αφορά τη φύση της απαλλαγής στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης.
Το στάδιο αυτό δεν αποτελεί τελική κρίση επί όλων των πραγματικών και νομικών ζητημάτων της υπόθεσης. Το ερώτημα είναι κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει τέτοιο αποδεικτικό υλικό ώστε, εάν αυτό γινόταν αποδεκτό, να μπορούσε να στηρίξει καταδίκη ή πειθαρχική ευθύνη. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Azinas v Police (1981) 2 CLR 9 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου (1990) 2 ΑΑΔ 133.
Στην περίπτωση της δεύτερης πειθαρχικά διωκόμενης, το κρίσιμο στοιχείο ήταν ότι δεν είχε την ίδια άμεση υπηρεσιακή ευθύνη για τον έλεγχο του κρατουμένου κατά τον κρίσιμο χρόνο με τον πρώτο πειθαρχικά διωκόμενο. Η δεύτερη αστυνομικός βρισκόταν σε διαφορετικό υπηρεσιακό καθήκον, ενώ ο πρώτος είχε την ειδική και άμεση ευθύνη του ελέγχου του κρατουμένου.
Συνεπώς, η απόφαση δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο έκρινε πως όλες οι συνθήκες που περιέβαλλαν την απόδραση είχαν διερευνηθεί επαρκώς. Σημαίνει ότι, σε σχέση με τη συγκεκριμένη πειθαρχικά διωκόμενη, η Κατηγορούσα Αρχή δεν απέδειξε το αναγκαίο σύνδεσμο μεταξύ συγκεκριμένου υπηρεσιακού καθήκοντος, συγκεκριμένης παράλειψης και της απόδρασης.
Αυτή ακριβώς η διάκριση οδηγεί στο ευρύτερο ερώτημα: ήταν πλήρης η διερεύνηση των γεγονότων που δημιούργησαν τις συνθήκες της απόδρασης;
2. Η έννοια της «δέουσας έρευνας» στο πειθαρχικό δίκαιο
Η κυπριακή νομολογία έχει αναγνωρίσει διαχρονικά ότι η πειθαρχική διαδικασία υπόκειται στις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και ότι η διοίκηση οφείλει να προβαίνει σε ουσιαστική και επαρκή διερεύνηση των πραγματικών περιστατικών.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η απόφαση Fisentzides v Republic (1971) 3 CLR 80. Το Δικαστήριο ακύρωσε την πειθαρχική απόφαση, μεταξύ άλλων, επειδή το αποδεικτικό υλικό που είχε συλλεγεί από τον ερευνώντα αξιωματικό δεν είχε τεθεί ενώπιον του αρμόδιου πειθαρχικού οργάνου και επειδή η απόφαση είχε ληφθεί χωρίς «due inquiry», δηλαδή χωρίς την απαιτούμενη δέουσα διερεύνηση των πραγματικών περιστατικών.
Η αρχή αυτή δεν σημαίνει ότι κάθε πειθαρχική έρευνα πρέπει να διερευνά κάθε θεωρητικά πιθανή εκδοχή. Σημαίνει, όμως, ότι τα ουσιώδη πραγματικά ζητήματα που είναι ικανά να επηρεάσουν την κρίση επί της πειθαρχικής ευθύνης δεν μπορούν να παραμένουν ανεξερεύνητα.
Στην Iordanous v Republic (1974) 3 CLR 194, το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε τη σημασία των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης στην πειθαρχική διαδικασία, παραπέμποντας και στην προηγούμενη νομολογία περί δέουσας έρευνας.
Η ίδια γενική αρχή επιβεβαιώθηκε και στην Savvas Menelaou v Republic (1980) 3 CLR 467, όπου αναγνωρίστηκε ότι οι κανόνες φυσικής δικαιοσύνης εφαρμόζονται στις πειθαρχικές διαδικασίες και στην περίπτωση αστυνομικού.
Η αρχή, επομένως, είναι σαφής: η πειθαρχική διαδικασία δεν μπορεί να στηρίζεται σε μια αποσπασματική εικόνα των γεγονότων όταν ουσιώδη στοιχεία της υπόθεσης παραμένουν ανεξερεύνητα.
3. Ο ρόλος του ερευνώντος αξιωματικού
Η Payiatas v Republic (1984) 3 CLR 165 είναι ιδιαίτερα χρήσιμη για την κατανόηση του θεσμικού ρόλου της πειθαρχικής έρευνας. Το Ανώτατο Δικαστήριο χαρακτήρισε την απόφαση για έναρξη πειθαρχικής διαδικασίας και τον διορισμό ερευνώντος αξιωματικού ως προπαρασκευαστικές πράξεις, με σκοπό να διαπιστωθεί κατά πόσο υπάρχει αποδεικτικό υλικό που μπορεί να στηρίξει πειθαρχική κατηγορία.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία.
Ο ερευνών αξιωματικός δεν είναι το πειθαρχικό δικαστήριο και δεν καλείται να αποφασίσει εάν ένα πρόσωπο είναι ένοχο. Η αποστολή της έρευνας είναι να συγκεντρώσει και να αποτυπώσει τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά και το σχετικό αποδεικτικό υλικό, ώστε το αρμόδιο όργανο να μπορεί να ασκήσει τη δική του κρίση.
Κατά συνέπεια, η έρευνα δεν θα πρέπει να περιορίζεται στην επιβεβαίωση μιας αρχικής εκδοχής. Πρέπει να αναζητεί εκείνα τα στοιχεία που μπορούν να επιβεβαιώσουν, να τροποποιήσουν ή ακόμη και να ανατρέψουν την αρχική εκδοχή.
4. Το κρίσιμο κενό του CCTV
Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που αναδείχθηκαν στη διαδικασία αφορά το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης.
Από τη μαρτυρία προκύπτει ότι ο ερευνών αξιωματικός, δύο ημέρες μετά τον διορισμό του, ζήτησε την εξασφάλιση πλάνων από τον εσωτερικό διάδρομο του κρατητηρίου, τον κύριο χώρο του σταθμού και τον εξωτερικό περιφραγμένο χώρο για το χρονικό διάστημα της απόδρασης.
Ωστόσο, σύμφωνα με το υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, το USB που εξασφαλίστηκε δεν περιείχε το ίδιο το περιστατικό της απόδρασης. Τα πλάνα δεν κατέγραφαν τον τρόπο με τον οποίο ο ανήλικος εξήλθε από το κελί.
Το ζήτημα αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό.
Ο τρόπος με τον οποίο έγινε η απόδραση δεν αποτελεί περιφερειακό γεγονός. Είναι πιθανό να είναι το κεντρικό πραγματικό περιστατικό από το οποίο εξαρτάται η αξιολόγηση της συμπεριφοράς των εμπλεκομένων.
Έτσι τίθεται ένα εύλογο ερώτημα:
Μπορεί να θεωρηθεί πλήρης η διερεύνηση μιας απόδρασης όταν ο ερευνών αξιωματικός δεν είχε στη διάθεσή του το ίδιο το οπτικό υλικό της απόδρασης;
Η απάντηση δεν μπορεί να δοθεί αφηρημένα. Εξαρτάται από το τι άλλο υπήρχε στον φάκελο και κατά πόσο το κενό αυτό μπορούσε να καλυφθεί με αξιόπιστη πρωτογενή μαρτυρία ή άλλα αντικειμενικά στοιχεία.
5. Οι αστυνομικοί που φέρεται να είχαν δει το κρίσιμο υλικό
Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία από το γεγονός ότι, σύμφωνα με την μαρτυρία, υπήρχαν δύο αστυνομικοί που είχαν εξετάσει το CCTV. Παρά ταύτα, οι δύο αυτοί αστυνομικοί δεν κλήθηκαν ως μάρτυρες κατηγορίας για να καταθέσουν τι ακριβώς είχαν δει.
Ανεξάρτητα από το εάν η Κατηγορούσα Αρχή είχε ή όχι υποχρέωση να καλέσει συγκεκριμένο μάρτυρα, το γεγονός δημιουργεί ένα σοβαρό ερευνητικό ερώτημα:
Γιατί δεν λήφθηκε πλήρης και συγκεκριμένη μαρτυρία από τα πρόσωπα που φέρεται να είχαν προσωπική αντίληψη του περιεχομένου του CCTV;
Μια τέτοια διερεύνηση θα μπορούσε να αποσαφηνίσει:
- ποιοι είδαν τα πλάνα,
- ποια κάμερα εξέτασαν,
- ποιο χρονικό διάστημα,
- τι ακριβώς απεικονιζόταν,
- από ποιο σημείο εξήλθε ο κρατούμενος,
- ποια ήταν η κατάσταση των θυρών,
- και ποια διαδρομή ακολούθησε στη συνέχεια.
Πρόκειται για ερωτήματα που αφορούν τον ίδιο τον μηχανισμό της απόδρασης.
6. Από την απόδειξη στην υπόθεση
Η υπεράσπιση αμφισβήτησε επίσης διάφορα στοιχεία της ανακατασκευής της διαδρομής που ακολούθησε ο ανήλικος. Μεταξύ άλλων, τέθηκαν ζητήματα ως προς τη χρήση στρώματος ή αφρώδους υλικού, την κατάσταση συγκεκριμένων σιδερένιων θυρών, το εάν συγκεκριμένη πλαϊνή πόρτα ήταν ξεκλείδωτη και το πώς ο κρατούμενος κατόρθωσε να εξέλθει από τον χώρο.
Εδώ πρέπει να γίνει μια βασική διάκριση.
Άλλο είναι η ανακατασκευή ενός γεγονότος με βάση αποδεικτικά στοιχεία και άλλο η συμπλήρωση των κενών με υποθέσεις.
Η πρώτη είναι αναπόσπαστο μέρος μιας έρευνας. Η δεύτερη μπορεί να οδηγήσει σε εσφαλμένο συμπέρασμα.
Ιδίως όταν η συγκεκριμένη διαδρομή μπορεί να επηρεάσει το εάν υπήρχε ή όχι υπηρεσιακή παράλειψη συγκεκριμένου αστυνομικού, η τεκμηρίωση κάθε σταδίου της διαδρομής αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
7. Το προηγούμενο ερώτημα: γιατί ο ανήλικος βρισκόταν στο συγκεκριμένο κρατητήριο;
Ίσως όμως το σημαντικότερο ζήτημα βρίσκεται ακόμη νωρίτερα στην αλυσίδα των γεγονότων. Ο κρατούμενος ήταν ανήλικος. Αυτό προκύπτει από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου.
Στη διαδικασία έγινε επίσης επίκληση του άρθρου 24 του Ν. 55(I)/2021, το οποίο, προβλέπει ότι σε περίπτωση σύλληψης παιδιού ως υπόπτου για διάπραξη αδικήματος, η Αστυνομία διασφαλίζει ότι το παιδί δεν τοποθετείται σε κρατητήριο αλλά σε άλλο χώρο του αστυνομικού σταθμού.
Παράλληλα, σύμφωνα με τη μαρτυρία, το συγκεκριμένο κελί στον υπό αναφορά Αστυνομικό Σταθμό είχε συγκεκριμένη χωρητικότητα και χρήση, ενώ αναφερόταν ότι δεν επιτρεπόταν η κράτηση ανηλίκου.
Τα πιο πάνω στοιχεία αποτυπώνουν ορθά το ισχύον κανονιστικό και πραγματικό πλαίσιο κατά τον κρίσιμο χρόνο. Τότε προκύπτει ένα ερώτημα που προηγείται χρονικά της ίδιας της απόδρασης:
Γιατί ο ανήλικος τοποθετήθηκε στο συγκεκριμένο κελί;
Δεν πρόκειται για ερώτημα άσχετο με την πειθαρχική διερεύνηση. Είναι πιθανό να αποτελεί το πρώτο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί για να γίνει κατανοητό το σύνολο των περιστάσεων.
8. Τα ειδικά κελιά ανηλίκων στη Λακατάμια
Στη διαδικασία παρουσιάστηκε επίσης υλικό από έκθεση της Επιτρόπου Διοικήσεως για τα κρατητήρια Λακατάμιας, σύμφωνα με το οποίο υπήρχαν τέσσερα κελιά για εφήβους.
Από το στοιχείο αυτό προκύπτουν συγκεκριμένα πραγματικά ερωτήματα:
- Ήταν διαθέσιμα τα κελιά αυτά κατά τον κρίσιμο χρόνο;
- Εάν δεν ήταν διαθέσιμα, ποιοι τα καταλάμβαναν;
- Με ποια υπηρεσιακή απόφαση;
- Εξετάστηκε η δυνατότητα μετακίνησης ενήλικου κρατουμένου;
- Ποιος είχε την αρμοδιότητα να αποφασίσει;
- Υπήρχε σχετική καταχώριση ή οδηγία;
- Ποιος αποφάσισε τελικά την κράτηση του ανηλίκου στον υπό αναφορά Αστυνομικό σταθμό;
Δεν υποστηρίζεται ότι η απάντηση στα ερωτήματα αυτά συνεπάγεται αυτομάτως πειθαρχική ευθύνη οποιουδήποτε συγκεκριμένου προσώπου.
Υποστηρίζεται όμως ότι, εφόσον τα γεγονότα αυτά ήταν γνωστά και συνδέονταν άμεσα με τον χώρο και τις συνθήκες της κράτησης, αποτελούσαν αντικείμενο που μπορούσε να διερευνηθεί.
9. Η μεταγενέστερη τροποποίηση της θύρας
Ιδιαίτερη προσοχή αξίζει και στο γεγονός ότι μετά την απόδραση η μικρή θυρίδα της θύρας φέρεται να τροποποιήθηκε με συγκόλληση, ώστε να μειωθεί το άνοιγμά της.
Το γεγονός αυτό δεν αποδεικνύει, από μόνο του, ότι η θύρα ήταν προηγουμένως ακατάλληλη ούτε ότι οποιοσδήποτε αστυνομικός διέπραξε πειθαρχικό αδίκημα.
Αποτελεί όμως μεταγενέστερο αντικειμενικό γεγονός που θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο διερεύνησης.
Ειδικότερα:
- Ποιος αποφάσισε την τροποποίηση;
- Για ποιο λόγο;
- Υπήρχε τεχνική αξιολόγηση;
- Είχε προηγουμένως αναγνωριστεί οποιοσδήποτε κίνδυνος;
- Υπήρχαν προηγούμενες υπηρεσιακές αναφορές για τη συγκεκριμένη θύρα;
- Η τροποποίηση έγινε αποκλειστικά λόγω του συγκεκριμένου περιστατικού;
Η αξία αυτών των ερωτημάτων δεν βρίσκεται στην προσπάθεια να αποδοθεί εκ των υστέρων ευθύνη. Βρίσκεται στο κατά πόσο μπορούν να φωτίσουν την πραγματική κατάσταση του κρατητηρίου κατά τον χρόνο της απόδρασης.
10. Η πειθαρχική έρευνα δεν πρέπει να είναι έρευνα μόνο του τελευταίου κρίκου
Εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, η ουσία του ζητήματος.
Μια απόδραση είναι ένα αποτέλεσμα. Πριν από το αποτέλεσμα υπάρχει μια σειρά γεγονότων:
σύλληψη → διαπίστωση ότι πρόκειται για ανήλικο → επιλογή χώρου κράτησης → κατανομή κρατητηρίων → υπηρεσιακές οδηγίες → κατάσταση του κελιού και των θυρών → κατανομή καθηκόντων → επιτήρηση → απόδραση → αναζήτηση του κρατουμένου → διερεύνηση του τρόπου διαφυγής.
Εάν η έρευνα περιοριστεί αποκλειστικά στο τελευταίο στάδιο, τότε υπάρχει ο κίνδυνος να εξετάζεται μόνο ο τελευταίος κρίκος της αλυσίδας.
Η νομολογία περί «due inquiry» αποκτά εδώ πρακτική σημασία. Στην Fisentzides το Ανώτατο Δικαστήριο αντιμετώπισε την ανεπαρκή διερεύνηση των πραγματικών περιστατικών ως λόγο ακύρωσης της πειθαρχικής απόφασης.
Η αρχή αυτή δεν σημαίνει ότι ο ερευνών αξιωματικός οφείλει να διερευνήσει κάθε πιθανή θεωρία. Σημαίνει ότι η έρευνα πρέπει να καλύπτει τα ουσιώδη γεγονότα που μπορούν να επηρεάσουν το τελικό πειθαρχικό συμπέρασμα.
11. Η διαδικασία πιστοποίησης της προηγούμενης κατάθεσης
Ένα ακόμη ζήτημα που τέθηκε από την υπεράσπιση αφορά την προηγούμενη κατάθεση της δεύτερης πειθαρχικά διωκόμενης.
Σύμφωνα με τη θέση που προβλήθηκε, κατά την πιστοποίηση της κατάθεσης δεν καταγράφηκε ότι η πειθαρχικά διωκόμενη ενημερώθηκε για τη δυνατότητα να προσθέσει, να διορθώσει ή να αφαιρέσει στοιχεία μέσω συμπληρωματικής κατάθεσης.
Τηρήθηκε η προβλεπόμενη διαδικασία κατά την πιστοποίηση της προηγούμενης κατάθεσης και παρασχέθηκε στην πειθαρχικά διωκόμενη η προβλεπόμενη δυνατότητα συμπλήρωσης ή διόρθωσής της;
Σε μια πειθαρχική διαδικασία, όπου οι αρχές της φυσικής δικαιοσύνης έχουν ιδιαίτερη σημασία, τέτοια ζητήματα δεν είναι άνευ σημασίας.
Η κυπριακή νομολογία είναι σαφής ότι οι αρχές της φυσικής δικαιοσύνης εφαρμόζονται αυστηρά στις πειθαρχικές διαδικασίες.
12. Έρευνα προς όλες τις κατευθύνσεις
Μια ουσιαστική πειθαρχική έρευνα δεν πρέπει να έχει ως προδιαγεγραμμένο αποτέλεσμα την επιβεβαίωση της αρχικής καταγγελίας. Πρέπει να είναι σε θέση να αναδείξει τόσο στοιχεία που επιβαρύνουν όσο και στοιχεία που απαλλάσσουν.
Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό όταν, όπως στην παρούσα περίπτωση, η τελική πειθαρχική ευθύνη εξαρτάται από την ύπαρξη συγκεκριμένου υπηρεσιακού καθήκοντος και συγκεκριμένης παράλειψης.
Εάν, για παράδειγμα, το ουσιώδες ερώτημα είναι κατά πόσο ένας αστυνομικός μπορούσε ή όφειλε να αποτρέψει την απόδραση, τότε πρέπει προηγουμένως να έχει διαπιστωθεί με ακρίβεια:
- ποιο ήταν το υπηρεσιακό του καθήκον,
- πού βρισκόταν,
- τι ακριβώς γνώριζε,
- τι μπορούσε πραγματικά να αντιληφθεί,
- ποιες οδηγίες είχε,
- ποιες ήταν οι πραγματικές συνθήκες του χώρου,
- πώς έγινε η απόδραση,
- και κατά πόσο η συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη συνδέεται αιτιωδώς με το αποτέλεσμα.
Χωρίς αυτά, υπάρχει κίνδυνος το πειθαρχικό δίκαιο να μετατραπεί από μηχανισμό εξακρίβωσης ευθύνης σε μηχανισμό αναζήτησης ενός προσώπου στο οποίο μπορεί να αποδοθεί το αποτέλεσμα.
Συμπέρασμα
Η απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2026 έχει σημασία κυρίως επειδή αναδεικνύει τη διαφορά μεταξύ της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον ενός συγκεκριμένου προσώπου και της πλήρους διερεύνησης όλων των περιστάσεων ενός πειθαρχικά σημαντικού περιστατικού.
Η απαλλαγή της δεύτερης πειθαρχικά διωκόμενης δεν αποτελεί δικαστική διαπίστωση ότι η έρευνα ήταν ελλιπής. Ούτε, βεβαίως, αποτελεί από μόνη της διαπίστωση ότι οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο φέρει ευθύνη.
Η διαδικασία, όμως, ανέδειξε σειρά ζητημάτων:
- την απουσία από το ενώπιον του Δικαστηρίου υλικό του πραγματικού CCTV της απόδρασης,
- την ύπαρξη προσώπων που φέρεται να είχαν δει το σχετικό υλικό αλλά δεν κλήθηκαν να καταθέσουν για όσα είδαν,
- τις αμφισβητήσεις ως προς ορισμένα στάδια της ανακατασκευής της διαδρομής του κρατουμένου,
- το ζήτημα της τοποθέτησης ανηλίκου στο συγκεκριμένο κρατητήριο, παρά το κανονιστικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου,
- την ύπαρξη ειδικών χώρων κράτησης ανηλίκων στη Λακατάμια,
- και τη μεταγενέστερη τροποποίηση της θυρίδας του κελιού.
Όλα αυτά δεν αποτελούν από μόνα τους αποδείξεις πειθαρχικής ευθύνης. Αποτελούν, όμως, αντικείμενα που μπορούν να γεννήσουν εύλογα ερωτήματα για την έκταση της διερεύνησης.
Η θεμελιώδης αρχή του διοικητικού δικαίου περί due inquiry απαιτεί η διοίκηση να διαθέτει επαρκή και ουσιαστική βάση για την πειθαρχική της κρίση. Η Fisentzides υπενθυμίζει ότι η ανεπαρκής διερεύνηση ουσιωδών πραγματικών περιστατικών μπορεί να έχει σοβαρές νομικές συνέπειες.
Και ίσως εδώ βρίσκεται το ουσιαστικότερο δίδαγμα της συγκεκριμένης υπόθεσης:
Η πειθαρχική έρευνα δεν πρέπει να αναζητεί μόνο τον τελευταίο κρίκο της αλυσίδας. Πρέπει να εξετάζει, όσο απαιτούν τα ουσιώδη περιστατικά, ολόκληρη την αλυσίδα που οδήγησε στο αποτέλεσμα.
Στην περίπτωση μιας απόδρασης ανηλίκου από αστυνομικό χώρο κράτησης, επομένως, το ερώτημα δεν είναι μόνο:
«Ποιος δεν απέτρεψε την απόδραση;»
Προηγείται ένα ευρύτερο και θεμελιωδέστερο ερώτημα:
«Γιατί ο ανήλικος βρισκόταν εκεί, υπό ποιες συνθήκες κρατείτο, πώς κατέστη δυνατή η απόδραση και ερευνήθηκαν όλα τα ουσιώδη αυτά ζητήματα με την απαιτούμενη πληρότητα;»
Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι που διαχωρίζει μια έρευνα η οποία απλώς αναζητεί έναν υπεύθυνο από μια έρευνα η οποία πράγματι αναζητεί την αλήθεια των γεγονότων.
Δημήτρης Απαισιώτης
Δικηγόρος











