Η τελευταία έκθεση SPACE I 2025 του Συμβουλίου της Ευρώπης δεν αφήνει περιθώρια εφησυχασμού. Στις 31 Ιανουαρίου 2025, στις κυπριακές φυλακές βρίσκονταν 1.081 άνθρωποι, δηλαδή 110,3 κρατούμενοι ανά 100.000 κατοίκους. Παρότι ο δείκτης βρίσκεται κοντά στην ευρωπαϊκή διάμεσο, από το 2015 μέχρι το 2025 αυξήθηκε κατά 42,9%. Σημαντικό να αναφέρουμε οτι τους τελευταίους 6 μήνες της χρονιας η κατάσταση εχει πραγματικά χειροτερεύσει αφού οι καθημερινές συλλήψεις εχουν αρνητικό αποτέλεσμα στον υπερπληθυσμό.
Κατα την πιο πάνω ημερομηνία έκδοσης της έκθεσης ομως η επίσημη χωρητικότητα 927 θέσεων, η πληρότητα έφθασε τους 116,6 κρατουμένους ανά 100 θέσεις: 154 άνθρωποι περισσότεροι από τις διαθέσιμες θέσεις. Παράλληλα, αναλογούσαν 2,5 κρατούμενοι σε κάθε μέλος προσωπικού, έναντι ευρωπαϊκής διαμέσου 1,4. Ο υπερπληθυσμός υπονομεύει την ασφάλεια, την υγεία, την αποκατάσταση και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Η σύνθεση του πληθυσμού απαιτεί επίσης στοχευμένη πολιτική. Οι αλλοδαποί ήταν 588, δηλαδή 54,4%, οι γυναίκες 72 και οι ανήλικοι εννέα. Από τους καταδικασμένους, το 24,4% εξέτιε ποινή για αδίκημα σχετικό με ναρκωτικά, έναντι ευρωπαϊκής διαμέσου 18,4%. Η γενική αυτή κατηγορία, όμως, δεν επιτρέπει να ξεχωρίσουμε τη διακίνηση από την κατοχή ή τις υποθέσεις που συνδέονται με εξάρτηση.
Ιδιαίτερα αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία για τη διάρκεια της κράτησης. Το SPACE εκτιμά ότι η συνολική μέση παραμονή στην Κύπρο το 2024 ήταν περίπου 7,7 έως 8 μήνες, λίγο κάτω από την ευρωπαϊκή διάμεσο των 8,8 μηνών. Η Κύπρος, όμως, δεν έδωσε χωριστά στοιχεία για τη μέση διάρκεια της κράτησης υποδικων και της έκτισης ποινής.
Γνωρίζουμε πάντως ότι 289 από τους 1.081 κρατουμένους, ποσοστό 26,7%, δεν εξέτιαν τελεσίδικη ποινή. Επιπλέον, 711 από τις 1.628 εισδοχές του 2024 έγιναν πριν από τελεσίδικη απόφαση. Οι εισδοχές δεν αντιστοιχούν πάντοτε σε διαφορετικά πρόσωπα, αλλά το μέγεθος παραμένει σημαντικό και επιβάλλει αυστηρότερο έλεγχο της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας της προσωποκράτησης.
Τα εθνικά στοιχεία είναι ακόμη πιο διαφωτιστικά. Από τις 917 εισδοχές καταδικασθέντων το 2024, η διάμεση επιβληθείσα ποινή ήταν 10,6 μήνες. Το 54,5% αφορούσε ποινές μικρότερες του ενός έτους, το 32,3% ποινές μικρότερες των έξι μηνών και το 72% ποινές μικρότερες των δύο ετών. Από τους 907 καταδίκους που απολύθηκαν μέσα στο ίδιο έτος, το 58,2% είχε παραμείνει στη φυλακή λιγότερο από έξι μήνες και το 73,1% λιγότερο από έναν χρόνο. Επίσης, 64 εισδοχές, περίπου 7%, αφορούσαν πρόσωπα που η Στατιστική Υπηρεσία κατατάσσει χωριστά από τους «ποινικούς παραβάτες», λόγω απλήρωτων οικονομικών υποχρεώσεων.
Ασφαλώς στις φυλακές υπάρχουν άνθρωποι καταδικασμένοι για σοβαρά εγκλήματα και μεγάλες ποινές. Τα στοιχεία αποδεικνύουν, όμως, ότι σημαντικό μέρος της ετήσιας ροής αφορά σύντομες στερητικές ποινές, οικονομικές υποχρεώσεις και πρόσωπα χωρίς τελεσίδικη καταδίκη. Πρόκειται ακριβώς για τις περιπτώσεις στις οποίες πρέπει να εξετάζονται ουσιαστικά η κοινωφελής εργασία, η ηλεκτρονική επιτήρηση, η επιτήρηση στην κοινότητα και τα θεραπευτικά προγράμματα.
Το ίδιο συμπέρασμα διατύπωσε το CPT μετά την επίσκεψή του τον Απρίλιο του 2025. Κατέγραψε 222 βραχυποινίτες και ζήτησε περισσότερες εναλλακτικές για υποδίκους και κρατουμένους με σύντομες ποινές. Κατέγραψε επίσης 77 αλλοδαπούς κρατουμένους για πλαστά έγγραφα ή είσοδο με ψευδείς παραστάσεις· όσοι είχαν καταδικαστεί εξέτιαν ποινές 10 έως 18 μηνών. Το CPT κάλεσε τις αρχές να τερματίσουν τη φυλάκιση αυτής της κατηγορίας.
Η εμπειρία άλλων χωρών δείχνει ότι η αντίστροφη πορεία είναι εφικτή. Την ώρα που η Κύπρος αύξησε τον δείκτη φυλάκισης κατά 42,9% σε μία δεκαετία, η Εσθονία τον μείωσε κατά 43,2% και η Λιθουανία κατά 43,9%. Το 2025 οι δείκτες τους παρέμεναν υψηλότεροι από της Κύπρου —119,5 και 154 αντίστοιχα—, αλλά η τάση τους ήταν εντυπωσιακά πτωτική.
Η Εσθονία αναμόρφωσε την πολιτική επιμέτρησης των ποινών ώστε να περιορίσει την υπερβολική χρήση της φυλάκισης και διεύρυνε συστηματικά την αναστολή με επιτήρηση, την κοινωφελή εργασία και την ηλεκτρονική επιτήρηση. Η νομοθεσία της επιτρέπει, υπό προϋποθέσεις, την αντικατάσταση ποινής φυλάκισης μέχρι δύο ετών με κοινωφελή εργασία. Παράλληλα επένδυσε στις υπηρεσίες επιτήρησης και επανένταξης, στην εκπαίδευση και στη διατήρηση των οικογενειακών δεσμών.
Η Λιθουανία προχώρησε σε αποποινικοποίηση ορισμένων αδικημάτων και μείωση της διάρκειας ποινών, διεύρυνε την υφ’ όρον απόλυση και την ηλεκτρονική επιτήρηση και ανέπτυξε δίκτυο εννέα «σπιτιών επανένταξης». Εκεί οι κρατούμενοι εργάζονται, εκπαιδεύονται και επανασυνδέονται σταδιακά με την οικογένεια και την κοινωνία. Οι αλλαγές αυτές συνδυάστηκαν με νέα σωφρονιστική νομοθεσία, θεραπεία εξαρτήσεων και ενίσχυση της κοινωνικής επανένταξης.
Η λύση δεν είναι να χτίζουμε συνεχώς περισσότερα κελιά. Είναι να διασφαλίσουμε ότι κανένας άνθρωπος δεν στερείται την ελευθερία του όταν υπάρχει ασφαλές, αποτελεσματικό και αναλογικό εναλλακτικό μέτρο. Η φυλακή πρέπει να αποτελεί την έσχατη επιλογή μιας δημοκρατικής πολιτείας, όχι την αυτόματη απάντησή της.
Αλέξανδρος Κληρίδης, Δικηγόρος και Πρόεδρος Συνδέσμου Φυλακισμένων











