Πριν από περίπου ενάμιση χρόνο, ο τέως υπουργός Δικαιοσύνης, Μάριος Χαρτσιώτης, αναφερόμενος σε φαινόμενα νεανικής παραβατικότητας που καταγράφονταν στη Λεμεσό, δήλωσε με στόμφο ότι ο «Νόμος δεν δέρνεται», δανειζόμενος φράση που είχε χρησιμοποιήσει αρκετά χρόνια προηγουμένως, ένας άλλος υπουργός Δικαιοσύνης, ο Δώρος Θεοδώρου.
Ενάμιση χρόνο μετά, τα γεγονότα αποδεικνύουν περίτρανα, πως ο Νόμος όχι μόνο δέρνεται, αλλά κάποιοι τον αγνοούν παντελώς, προφανώς με τις ευλογίες της Αστυνομίας, η οποία μοιάζει αδύναμη να αντιμετωπίσει τη νεανική παραβατικότητα.
Καθημερινές επιθέσεις σε διανομείς φαγητού, ξυλοδαρμοί μεταξύ μαθητών σε σχολεία, διοργάνωση πάρτι από το οποίο 13 πρόσωπα κατέληξαν στο νοσοκομείο λόγω υπερβολικής κατανάλωσης αλκοόλ, το οποίο είναι μόνο μερικά από τα πιο πρόσφατα περιστατικά που κλήθηκε να διερευνήσει η Αστυνομία.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ: Χαρτσιώτης για παραβατικότητα: Ο νόμος δεν δέρνεται
Ακόμα και αν στην περίπτωση των ξυλοδαρμών σε σχολεία ή στο πάρτι με ανήλικους δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για να αποτρέψει τις εξελίξεις, τα περιστατικά με διανομείς φαγητού είναι ένα τρανό παράδειγμα της αδυναμίας για πρόληψη από πλευράς των Αρχών. Όταν ένα φαινόμενο αφήνεται συνεχώς στην τύχη του, όπως διαπιστώνει κανείς εκ του αποτελέσματος, τότε τα περιστατικά θα συνεχίσουν να αυξάνονται.
Κάποιοι αψηφούν το Νόμο, αφού εκτιμούν ότι δεν θα καταφέρουν οι Αρχές να τους συλλάβουν και να τους οδηγήσουν ενώπιον της Δικαιοσύνης, καθότι παρακολουθώντας καθημερινά την επικαιρότητα, διαπιστώνουν πως τα περιστατικά συνεχίζονται, ενώ από την άλλη, συλλήψεις δεν προκύπτουν από πλευράς της Αστυνομίας.
Η ενίσχυση της ανομίας, με τις ευλογίες της Αστυνομίας, ιδίως στην Λεμεσό, όπου καταγράφονται στην ολότητά τους τα περιστατικά, συμβάλλει στην αύξηση των περιστατικών νεανικής παραβατικότητας, ενώ δεν αποκλείεται να υπάρξει μιμητισμός και σε άλλες επαρχίες, με αποτέλεσμα ένα τοπικό φαινόμενο να μετατραπεί σε παγκύπριο.
Θύματα όλης αυτής της κατάστασης, οι διανομείς, οι οποίοι είναι σχεδόν στην ολότητά τους αλλοδαποί, που εργάζονται για να κερδίσουν τα προς το ζην, χωρίς να ενοχλούν οποιονδήποτε. Το ζήτημα που τίθεται, είναι πως τα κίνητρα δεν είναι ρατσιστικά, αφού στόχος των δραστών, σύμφωνα μ τις ενδείξεις που έχουν ενώπιόν τους οι Αρχές, είναι η κλοπή, είτε φαγητού, είτε χρημάτων ή ακόμα και των οχημάτων που οδηγούν οι διανομείς φαγητού.
Μάλιστα, κάποιοι εξ αυτών, με δηλώσεις τους στην Deutche Welle, περιγράφοντας τις συνθήκες που ζουν στους δρόμους, περιέγραψαν με αισθήματα φόβου την κατάσταση, ενώ άφησαν αιχμές για τη στάση της Αστυνομίας, αναφέροντας ότι όταν πηγαίνουν να καταγγείλουν ένα περιστατικό, σύμφωνα με τον ισχυρισμό τους ότι «πήγα στην Αστυνομία για να τα καταγγείλω και μου είπαν είναι ανήλικοι και δεν μπορούν να χειριστούν την υπόθεση».
Εάν ο εν λόγω ισχυρισμός ευσταθεί, οι Αρχές καλούνται να απαντήσουν σε μια σειρά από ερωτήματα, αφού όπως στην Κύπρο, νομικά ανεύθυνοι είναι μόνο όσοι είναι κάτω των 14 ετών. Πώς λοιπόν γνωρίζουν οι αστυνομικοί ότι όσοι προβαίνουν σε τέτοιες πράξεις, είναι κάτω από το όριο ηλικίας; Εάν τα θύματα τέτοιων επιθέσεων ήταν Κύπριοι, θα υπήρχε η ίδια χλιαρή αντίδραση απέναντι σε αυτά τα φαινόμενα; Επίσης, με ποιου τις οδηγίες, αστυνομικοί αποτρέπουν κάποιον να καταγγείλει ένα περιστατικό και ποιος θα αναλάβει την ευθύνη εάν αύριο συμβεί κάτι πολύ χειρότερο κατά τη διάρκεια μιας επίθεσης;
Το θέμα της νεανικής παραβατικότητας, δεν απασχολεί μόνο την Κύπρο, αλλά αρκετές χώρες, ιδίως στην Ευρωπαϊκή Ένωση και σίγουρα δεν αναμένεται το φαινόμενο να εξαλειφθεί. Ωστόσο, οι Αρχές οφείλουν να το περιορίσουν με τα μέσα που διαθέτουν, βρίσκοντας τις ανάλογες λύσεις, καθότι δεν μπορούν τα ζητήματα να αφεθούν στην τύχη τους και να συνεχιστούν τα εν λόγω φαινόμενα να παρουσιάζονται σε καθημερινή βάση, διότι αυτή τη στιγμή, αυτό συμβαίνει…
Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία που είχε δημοσιοποιήσει η Αστυνομία και τα οποία αφορούν το 2025, οι υποθέσεις νεανικής παραβατικότητας επιβεβαιώνουν ότι βρίσκονται σε έξαρση, καθότι έχουν καταγραφεί 746, που ήταν και οι περισσότερες από το 2014, όταν άρχισε η καταγραφή τους.
Οι 746 υποθέσεις, σημαίνουν περίπου δύο ανά ημέρα για ολόκληρο το 2025, αριθμός εξόχως μεγάλος, εάν συνυπολογιστεί ότι πριν από μια δεκαετία, τέτοιας φύσεως υποθέσεις είχαν διψήφιο αριθμό (95), κάτι που σημαίνει ότι συγκριτικά με τις σημερινές, είναι οκτώ φορές λιγότερες.











