Στην ομολογουμένως ιδιότυπη και σφύζουσα από ιδιομορφίες πορεία του ΔΗΣΥ προς τις προεδρικές εκλογές του 2028, πολλές είναι οι «γκρίζες ζώνες» και τα ερωτήματα που προκύπτουν και αναφύονται σε ό,τι αφορά την κατάληξη που θα μπορούσε να έχει το τέλος αυτής της διαδρομής για το κόμμα.
Έχοντας όλο αυτό το διάστημα που προηγήθηκε επισυμβεί αρκετά, τα οποία δημιουργήσαν ένα εκρηκτικό κλίμα και ανέδειξαν με τον πιο ηχηρό τρόπο την εσωστρέφεια από την οποία ο ΔΗΣΥ ταλανίζεται εδώ και πάρα πολλά χρόνια, το ουσιώδες επιστέγασμα των αναταράξεων των τελευταίων μηνών στο συναγερμικό οικοδόμημα δεν ήταν άλλο από την απόσυρση της προέδρου της παράταξης Αννίτας Δημητρίου από την κούρσα διεκδίκησης του κομματικού χρίσματος.
Ανεξαρτήτως των πώς και των γιατί, των λόγων για τους οποίους η κ. Δημητρίου οδηγήθηκε σε αυτή την απόφαση και κατά πόσο εκβιάστηκε τελικά πολιτικά ή όχι, τι σημαίνει η εξέλιξη αυτή πρακτικά και ουσιαστικά;
Ότι για πρώτη φόρα σε τέτοιες συνθήκες, εξαιρούμενου του 2008 όταν ο ΔΗΣΥ διεκδίκησε τις προεδρικές εκλογές με υποψήφιο τον Ιωάννη Κασουλίδη αλλά σε ένα πολύ διαφορετικό πολιτικό περιβάλλον, το κόμμα θα δώσει την εκλογική μάχη χωρίς υποψήφιός του να είναι:
- Είτε ο ηγέτης του είτε
- ένας εν ενεργεία Πρόεδρος της Δημοκρατίας από τον χώρο του, όπως υπήρξαν για παράδειγμα το 1998 και το 2003 ο Γλαύκος Κληρίδης (σ.σ. ασχέτως στην δεύτερη περίπτωση της «αποστασίας» Αλέκου Μαρκίδη), καθώς και το 2018 ο Νίκος Αναστασίαδης.
Είναι τούτος από μόνος του -χωρίς φυσικά οτιδήποτε άλλο να σήμαινε ή να προεξοφλούσε νίκη του κόμματος στις επερχόμενες προεδρικές εκλογές- ένας παράγοντας που λαμβανομένου υπόψη και του όλου γενικότερου σκηνικού το οποίο άπαντες γνωρίζουν πως επικρατεί στον ΔΗΣΥ, θα μπορούσε ή είναι πιθανόν να λειτουργήσει ενισχυτικά για την ανάπτυξη φυγόκεντρων τάσεων. Να περιορίσει ίσως την δυνατότητα και τον βαθμό συσπείρωσης των ψηφοφόρων της παράταξης, έστω και αν ο υποψήφιός της για πρώτη φορά στην ιστορία θα επιλεγεί απευθείας από την βάση.
Γιατί ακόμη και έτσι, ειδικά για ένα κόμμα όπως είναι ο ΔΗΣΥ με ψηφοφόρους πολύ συγκεκριμένης ιδιοσυγκρασίας και εξίσου πολύ συγκεκριμένων χαρακτηριστικών εκλογικής συμπεριφοράς, διαφορετικό είναι για προφανείς λόγους να ηγείται της προεκλογικής του προσπάθειας ο φυσικός του ηγέτης και διαφορετικό ένα οποιοδήποτε άλλο στέλεχος ή αξιωματούχος, όσο με πολιτικούς όρους ομιλούντες κατάλληλο και να είναι για να διεκδικήσει για λογαριασμό του κόμματος την Προεδρία της Δημοκρατίας.
Αυτή είναι φυσικά μια παράμετρος και ένα πια δεδομένο που πέραν της όποιας θεωρητικής συζήτησης μπορεί να γίνει επάνω της, το πώς επί του πρακτέου θα επενεργήσει και εάν θα αποδειχθεί όντως καθοριστική για την επίτευξη ή όχι του στόχου του ΔΗΣΥ στις επερχόμενες προεδρικές εκλογές, θα διαφανεί στην εξέλιξη των πραγμάτων και οριστικά στην κάλπη του 2028.
Ο στόχος του ΔΗΣΥ και ο πραγματικός του αντίπαλος
Δεν χρειάζεται φυσικά να αναφερθούμε στο ποιος είναι ο στόχος του ΔΗΣΥ, καθώς αυτός έχει προσδιοριστεί επανειλημμένως από την ηγεσία του και καθότι για ένα κόμμα διαχρονικά εξουσίας όπως είναι ο Συναγερμός, τίποτα άλλο από την νίκη στις εκάστοτε εκλογικές αναμετρήσεις δεν δύναται να τίθεται ως στόχευση.
Υπό το πρίσμα ακριβώς αυτής της στόχευσης, έχουν απόλυτο δίκαιο όσοι στον ΔΗΣΥ και πέριξ αυτού θεωρούν και εκφράζουν την άποψη πως βασικός αντίπαλος του κόμματος ενόψει του 2028 είναι ο Νίκος Χριστοδουλίδης.
Πολύ απλά γιατί –πέραν των όποιων άλλων σχετικών με την στάση του κ. Χριστοδουλίδη το 2023 λόγων- στο διαμορφωθέν προεκλογικό τοπίο και μπροστά στους συσχετισμούς δυνάμεων που φαίνεται να δημιουργούνται, ο νυν Πρόεδρος της Δημοκρατίας δείχνει να είναι εκείνος με τον οποίο ο υποψήφιος του κόμματος θα δώσει την μάχη για είσοδο στον δεύτερο γύρο απέναντι στον εκλεκτό του ΑΚΕΛ.
Το πρώτο εμπόδιο που ο υποψήφιος του ΔΗΣΥ θα κληθεί στην προσπάθεια του να κερδίσει τις εκλογές να υπερπηδήσει δεν θα είναι κόκκινου χρώματος ή απόχρωσης, αλλά θα ακούει -τηρουμένων των αναλογιών και των συσχετισμών δυνάμεων-, στο όνομα Νίκος Χριστοδουλίδης, μιας και εκ των πραγμάτων οι αριθμοί για ένα σενάριο δευτέρου γύρου με μονομάχους τον Συναγερμικό υποψήφιο από την μια και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας από την άλλη, με εκείνον του ΑΚΕΛ να μένει εκτός, από όποια οπτική γωνία και να το αντικρίσει κανείς δεν βγαίνουν.
Είναι συνεπώς εν μέρει λογικό, τόσο ο ΔΗΣΥ όσο και ο υποψήφιός του κατά την διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας να εστιάσουν και να επικεντρώσουν τα βέλη τους στην αποδόμηση του Νίκου Χριστοδουλίδη, να αφήσουν στην προσπάθειά τους να κερδίσουν το στοίχημα του πρώτου γύρου, ενδεχομένως το ΑΚΕΛ και τον δικό του υποψήφιο σε μικρό ή μεγάλο βαθμό στο απυρόβλητο.
Πρόκειται όμως για μια παγίδα στην οποία αν πέσουν στον ΔΗΣΥ (σ.σ. με τα σημάδια να είναι ήδη εμφανή για να συμβεί κάτι τέτοιο), μεγάλη είναι η πιθανότητα να βρουν στην δεύτερη Κυριακή τις επιπτώσεις της μπροστά τους, όταν ίσως ο Νίκος Χριστοδουλίδης δεν υπάρχει πια στην εξίωση και όταν το ΑΚΕΛ και ο υποψήφιος του θα είναι οι αντίπαλοί τους.
Επιχειρηματολογία και στρατηγική προφανώς και για ένα τέτοιο σενάριο θα υπάρχει, η ανάδειξη των ιδεολογικοπολιτικών διαφορών του ΔΗΣΥ με το ΑΚΕΛ, η υπενθύμιση της πενταετίας κατά την οποία το κόμμα της αριστεράς κυβέρνησε και των όσων δεινών κατά την συναγερμική ανάγνωση επισώρευσε στον τόπο, θα βρεθούν ως όπλα στην πρώτη γραμμή και θα αποτελέσουν την αιχμή του δόρατος στην δεύτερη φάση του εκλογικού αγώνα του ΔΗΣΥ και του υποψηφίου του.
Το θέμα ωστόσο έγκειται στο πόσο πειστική μια τέτοια στρατηγική πόλωσης θα μπορούσε να αποδειχθεί αυτή την φορά, πόσο αρκετή θα ήταν για να συσπειρώσει γύρω από τον υποψήφιο του, όχι τους Συναγερμικούς που ούτως ή άλλως θα τον ψηφίσουν από τον πρώτο γύρο ή ακόμη και όσους επίσης Συναγερμικούς θα ψηφίσουν την πρώτη Κυριακή Νίκο Χριστοδουλίδη, αλλά τους ψηφοφόρους άλλων κόμματων.
Ψηφοφόρους άλλων πολιτικών δυνάμεων, οι οποίοι σε μια μακρά και οξεία προεκλογική περίοδο που θα έχει προηγηθεί, θα βλέπουν τον ΔΗΣΥ να υπερτονίζει διαφορές του που ίσως ουσιαστικά και να μην υπάρχουν με τον υφιστάμενο Πρόεδρο της Δημοκρατίας, να κινείται πιθανόν σε κάποιες περιπτώσεις στην προσπάθεια για αποδόμηση του Νίκου Χριστοδουλίδη, στην λογική της προεκλογικής του ΑΚΕΛ.
Όταν σήμερα στελέχη ή άλλοι αξιωματούχοι του κόμματος δηλώνουν ή αφήνουν να νοηθεί πως δεν θα είχαν πρόβλημα συνεργασίας με το ΑΚΕΛ αν στον δεύτερο γύρο δεν θα βρίσκεται ο υποψήφιος του ΔΗΣΥ, στην βάση ποιας έξωθεν πειστικής μαρτυρίας θα αντιπαρατεθούν με το κόμμα της αριστεράς και τον εκλεκτό του στην περίπτωση κατά την οποία στην δεύτερη Κυριακή θα είναι τελικά ο δικός τους υποψήφιος;
Πόσο θα μπορούσαν να καταδείξουν τις πολιτικές του ΑΚΕΛ ως επικίνδυνες και να πείσουν όλους όσοι ψηφοφόροι άλλων πολιτικών χώρων ενστερνίζονται το αφήγημα του... ΔΗΣΑΚΕΛ, πως τα πράγματα δεν είναι έτσι και ότι μια πιθανή επιστροφή του κόμματος της αριστεράς στην εξουσία θα ήταν πισωγύρισμα για την χώρα;
Ναι μεν λοιπόν όντως ο Νίκος Χριστοδουλίδης είναι σε πρώτο στάδιο ο πραγματικός αντίπαλος του ΔΗΣΥ και του υποψηφίου του, ωστόσο, οι εκλογές δεν θα κερδηθούν το βράδυ της πρώτης Κυριακής όταν χάρη της συζήτησης θα εξασφαλίζει ο Αβέρωφ Νεοφύτου ή Γιώργος Παμπορίδης το εισιτήριο για τον δεύτερο γύρο. Θα κερδηθούν αν ο υποψήφιος του κόμματος επικρατήσει στην δεύτερη Κυριακή έναντι του εκλεκτού του ΑΚΕΛ.
Αποτελεί αυτό κάτι που άπαντες στο γαλάζιο στρατόπεδο μάλλον καλό θα είναι να θυμούνται, εκτός αν όλοι όσοι στον ΔΗΣΥ θέλουν για τους δικούς τους λόγους να ξεχνούν, θεωρούν ή εκτιμούν πως η επερχόμενη εκλογική αναμέτρηση είναι για το κόμμα τους εκ των προτέρων χαμένη και πως σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο επιλογή θα πρέπει να είναι για την παράταξή τους ο υποψήφιος της αριστεράς.
Μόλις το βράδυ της περασμένης Δευτέρας, η πρόεδρος του ΔΗΣΥ Αννίτα Δημητρίου επαναλάμβανε στο πλαίσιο της συνέντευξης που παραχώρησε στην τηλεόραση του «Alpha», πως το κόμμα της το χωρίζουν από το ΑΚΕΛ τεράστιες ιδεολογικοπολιτικές διάφορες και πως κάθε περίπτωση δεν πρόκειται να στηρίξει υποψήφιό του.
Ενώ ακόμη πιο σαφής και ξεκάθαρη εμφανιζόταν η κ. Δημητρίου μιλώντας σε διάσκεψη Τύπου που είχε παραχωρήσει στις 21 Οκτωβρίου. «Ο ΔΗΣΥ πρέπει να αποτελέσει τον πόλο συσπείρωσης της κεντροδεξιάς, με στόχο να διατηρηθεί η ενότητα του κόμματος και να αποτραπεί η άνοδος στην εξουσία πολιτικών της αριστεράς», διαμήνυε η Αννίτα Δημητρίου, αφήνοντας τότε ορθάνοικτη την πόρτα συνεργασίας με τον Νίκο Χριστοδουλίδη, αν ο υποψήφιος του κόμματος δεν περάσει στον δεύτερο γύρο.
Δείχνει αν μη τι άλλο η πρόεδρος του ΔΗΣΥ να αντιλαμβάνεται πως για το κόμμα της, είτε περάσει είτε όχι ο υποψήφιός του στον δεύτερο γύρο, η ανασύνταξη και η επανάκτηση της συνοχής του δεν προϋποθέτει παρά φύσιν και αντίθετες προς την βούληση της συντριπτικής πλειοψηφίας της βάσης του επιλογές, μοιάζει επαρκώς συνειδητοποιημένη και έτοιμη να μην επιτρέψει στο αρνητικό για την παράταξή της σενάριο επανάληψη φαινομένων του 2023, όταν η «ψήφος κατά συνείδηση» υπερκεραζόταν από το «όχι στον αποστάτη» και το «δεν θα ψηφίσω λευκό» σε διαβατήριο για ψήφο στον υποψήφιο του ΑΚΕΛ.
Το ζητούμενο για την Πινδάρου είναι οι εκλογές να κερδηθούν, να μην βρεθεί και πάλι ο ΔΗΣΥ αντιμέτωπος με ανάλογες του 2023 καταστάσεις. Αν όμως στον Συναγερμό πέσουν στην παγίδα του να πιστέψουν και να πορευθούν προεκλογικά στην λογική πως αυτό θα έχει επιτευχθεί απλώς και μόνο αφήνοντας ο υποψήφιος τους εκτός δεύτερου γύρου τον Νίκο Χριστοδουλίδη, πολύ πιθανόν θα είναι μια εβδομάδα αργότερα να βρεθούν προ αρνητικών για τους ίδιους εκπλήξεων.
Πολύ περισσότερο, αν συνεχίσουν ορισμένοι να ερωτοτροπούν και να κλείνουν το μάτι στο ΑΚΕΛ, αν δεν διαχειριστούν τις ιδιάζουσες αυτές προεκλογικές συνθήκες έχοντας τουλάχιστον στο πίσω μέρος του μυαλού τους πως οι προεδρικές εκλογές, ναι μεν θα κριθούν, όμως δεν θα κερδηθούν στον πρώτο γύρο. Αλλά στον δεύτερο...











