Η δημιουργία Μόνιμης Ομάδας Εκδίκασης μη σοβαρών πειθαρχικών υποθέσεων στην Αστυνομία Κύπρου παρουσιάζεται ως μια προσπάθεια ενίσχυσης της εξειδίκευσης, της συνέπειας και της αποτελεσματικότητας στην απονομή της πειθαρχικής δικαιοσύνης. Πρόκειται για στόχους που, ως αρχές, δύσκολα μπορούν να αμφισβητηθούν. Η ταχύτερη διεκπεραίωση των πειθαρχικών υποθέσεων, η ομοιόμορφη αντιμετώπιση παρόμοιων παραπτωμάτων και η ουσιαστική λογοδοσία αποτελούν σημαντικές προϋποθέσεις για την εύρυθμη λειτουργία ενός αστυνομικού σώματος.
Ωστόσο, η θεμιτή επιδίωξη ενός διοικητικού στόχου δεν απαντά από μόνη της στο κρίσιμο ερώτημα: με ποια νομική βάση συγκροτείται και λειτουργεί η νέα ομάδα και κατά πόσο η σύνθεσή της, οι αρμοδιότητές της και ο τρόπος λειτουργίας της συνάδουν με τους ισχύοντες Πειθαρχικούς Κανονισμούς της Αστυνομίας;
Το ερώτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή η πειθαρχική διαδικασία δεν αποτελεί απλώς ένα εσωτερικό εργαλείο διοίκησης. Μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές συνέπειες για την υπηρεσιακή κατάσταση, την επαγγελματική υπόσταση και τα δικαιώματα των μελών της Αστυνομίας. Επομένως, η αποτελεσματικότητα πρέπει να συνδυάζεται με τη νομιμότητα, την αμεροληψία, την ίση μεταχείριση και την πλήρη διασφάλιση των δικαιωμάτων των πειθαρχικά διωκόμενων.
Τι ανακοινώθηκε και ποια είναι η επιδιωκόμενη αλλαγή;
Σύμφωνα με την ανακοίνωση της Αστυνομίας, με τίτλο «Νέες θέσεις εξειδικευμένων καθηκόντων στην Αστυνομία για αποτελεσματικότερη εκδίκαση πειθαρχικών υποθέσεων», η νέα ομάδα προορίζεται να αναλαμβάνει την εκδίκαση μη σοβαρών πειθαρχικών υποθέσεων, με αποκλειστική ενασχόληση των στελεχών της με το συγκεκριμένο αντικείμενο.
Η εξαγγελία συνδέει τη νέα δομή με την εξειδίκευση, την ενίσχυση της συνέπειας στις αποφάσεις, τη μείωση των καθυστερήσεων και την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση της παραβατικής συμπεριφοράς. Παράλληλα, παρουσιάζει την πρωτοβουλία ως μέρος της προσπάθειας ανταπόκρισης στις συστάσεις της GRECO, στο πλαίσιο του ευρύτερου στόχου για ενίσχυση της αξιοπιστίας και της εμπιστοσύνης προς την Αστυνομία.
Έχουν επίσης αναφερθεί τρεις μετακινήσεις ανώτερων αξιωματικών στο Αρχηγείο της Αστυνομίας, με σκοπό την ανάληψη καθηκόντων σχετικών με την πειθαρχική εκδίκαση. Η σύνθεση της ομάδας και τα προσόντα των μελών της πρέπει να τεθούν κάτω από κριτική πριν εξαχθούν οριστικά συμπεράσματα.
Η ουσία, πάντως, δεν βρίσκεται μόνο στην ονομασία της νέας δομής ή στην υπηρεσιακή μετακίνηση των στελεχών της. Βρίσκεται στο εάν η ομάδα θα λειτουργεί ως οργανωτικός μηχανισμός υποστήριξης μιας ήδη προβλεπόμενης διαδικασίας ή εάν θα αναλαμβάνει αρμοδιότητες εκδίκασης με τρόπο που μεταβάλλει ουσιωδώς το ισχύον θεσμικό πλαίσιο.
Το πρώτο ζήτημα: Τι σημαίνει «μόνιμη» και τι σημαίνει «μη σοβαρή» πειθαρχική υπόθεση;
Οι δύο αυτοί όροι δεν είναι απλώς περιγραφικοί. Μπορούν να έχουν ουσιαστική σημασία για τη λειτουργία της πειθαρχικής δικαιοσύνης.
Ο χαρακτηρισμός «μόνιμη» δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για το θεσμικό καθεστώς της ομάδας. Πρόκειται για μόνιμη οργανωτική μονάδα της Αστυνομίας, για σταθερή ανάθεση εξειδικευμένων καθηκόντων σε συγκεκριμένους αξιωματικούς ή για ένα νέο όργανο που θα ασκεί πειθαρχική δικαιοδοσία;
Η διάκριση είναι κρίσιμη. Η διοίκηση διαθέτει εξουσίες οργάνωσης και κατανομής εργασιών, αλλά οι εξουσίες αυτές δεν σημαίνουν αυτομάτως ότι μπορεί να δημιουργεί νέα όργανα εκδίκασης ή να μεταβάλλει τη σύνθεση, την αρμοδιότητα και τη διαδικασία που προβλέπουν οι εφαρμοστέοι κανονισμοί.
Αντίστοιχα, ο χαρακτηρισμός μιας υπόθεσης ως «μη σοβαρής» χρειάζεται σαφή και αντικειμενικά κριτήρια. Ποιος θα αποφασίζει ότι μια υπόθεση εμπίπτει σε αυτή την κατηγορία; Με βάση τη φύση του καταγγελλόμενου παραπτώματος, την προβλεπόμενη ποινή, τις περιστάσεις τέλεσης ή άλλα κριτήρια; Θα υπάρχουν γραπτές οδηγίες και ενιαίοι κανόνες παραπομπής; Και πώς θα αντιμετωπίζονται υποθέσεις που αρχικά φαίνονται ήσσονος σημασίας, αλλά στη συνέχεια αποκαλύπτουν σοβαρότερα πραγματικά περιστατικά;
Χωρίς σαφή κριτήρια, υπάρχει κίνδυνος η επιλογή του οργάνου που θα εξετάζει μια υπόθεση να εξαρτάται υπερβολικά από διοικητικές εκτιμήσεις, με πιθανές συνέπειες για την ίση μεταχείριση των πειθαρχικά διωκόμενων.
Το ισχύον κανονιστικό πλαίσιο και η ανάγκη νομικής επιβεβαίωσης
Το βασικό κανονιστικό πλαίσιο για τις πειθαρχικές διαδικασίες στην Αστυνομία περιλαμβάνει τους περί Αστυνομίας (Πειθαρχικούς) Κανονισμούς του 1989, Κ.Δ.Π. 53/1989, όπως έχουν τροποποιηθεί, καθώς και τις σχετικές διατάξεις της νομοθεσίας που διέπει την Αστυνομία.
Για να αξιολογηθεί νομικά η νέα ομάδα, δεν αρκεί να διαπιστωθεί ότι η διοίκηση επιθυμεί να επιταχύνει τις διαδικασίες. Χρειάζεται να εξεταστεί το ισχύον κείμενο των Κανονισμών και ειδικότερα οι διατάξεις που ρυθμίζουν τον ορισμό των προεδρευόντων, τη συγκρότηση των πειθαρχικών οργάνων, την παρουσίαση των πειθαρχικών υποθέσεων και τις αρμοδιότητες των εμπλεκόμενων αξιωματικών.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι Κανονισμοί 19, 20 και 23, στον βαθμό που αφορούν, αντίστοιχα, ζητήματα εκπροσώπησης του πειθαρχικά διωκόμενου, διορισμού προεδρευόντων και παρουσίασης της υπόθεσης.
Το κρίσιμο νομικό ερώτημα είναι εάν οι σχετικές διατάξεις επιτρέπουν τη λειτουργία μιας σταθερής ομάδας αξιωματικών με αποκλειστικό αντικείμενο την εκδίκαση συγκεκριμένης κατηγορίας υποθέσεων ή εάν απαιτείται ειδική κανονιστική ρύθμιση για τη συγκρότηση, τις αρμοδιότητες και τη λειτουργία της.
Δεν θα ήταν ορθό να θεωρηθεί εκ των προτέρων ότι η νέα δομή είναι παράνομη μόνο επειδή είναι μόνιμη ή εξειδικευμένη. Ούτε, όμως, μπορεί να θεωρηθεί νόμιμη μόνο επειδή ανακοινώθηκε από την Αστυνομία ή επειδή αποσκοπεί στην αποτελεσματικότητα. Η απάντηση εξαρτάται από τη συγκεκριμένη νομική βάση, το περιεχόμενο της απόφασης συγκρότησης και τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζονται οι υφιστάμενοι Κανονισμοί.
Εάν η ομάδα περιορίζεται στην οργανωτική υποστήριξη και τα μέλη της ορίζονται νόμιμα στα προβλεπόμενα πειθαρχικά όργανα, το ζήτημα μπορεί να αξιολογηθεί διαφορετικά από την περίπτωση κατά την οποία η ίδια η ομάδα εμφανίζεται να ασκεί αυτοτελή εξουσία εκδίκασης χωρίς επαρκές έρεισμα στους Κανονισμούς.
Γι’ αυτό απαιτείται να δοθούν στη δημοσιότητα ή να καταστούν διαθέσιμα τα σχετικά έγγραφα: η απόφαση σύστασης, η νομική βάση της, τα κριτήρια υπαγωγής των υποθέσεων, η διαδικασία ορισμού των μελών και οι κανόνες που θα διέπουν τη λειτουργία της.
Εξειδίκευση και συνέπεια: Πλεονέκτημα, αλλά όχι αυτομάτως εγγύηση δικαιοσύνης
Η αποκλειστική ενασχόληση ορισμένων αξιωματικών με τις πειθαρχικές υποθέσεις μπορεί να έχει ουσιαστικά πλεονεκτήματα. Η συστηματική εξέταση παρόμοιων περιστατικών ενδέχεται να ενισχύσει τη γνώση του πειθαρχικού δικαίου, να μειώσει τις καθυστερήσεις που προκαλούνται από παράλληλα καθήκοντα και να συμβάλει σε πιο συνεκτική αντιμετώπιση όμοιων υποθέσεων.
Η εξειδίκευση, όμως, δεν ισοδυναμεί από μόνη της με ομοιομορφία ούτε εγγυάται την ορθότητα των αποφάσεων. Η συνέπεια απαιτεί σαφή κριτήρια, επαρκή αιτιολόγηση, συγκρίσιμη αντιμετώπιση παρόμοιων πραγματικών περιστατικών και συνεπή εφαρμογή των κανόνων που διέπουν την επιμέτρηση των πειθαρχικών κυρώσεων.
Επιπλέον, η σταθερή συγκέντρωση των υποθέσεων σε περιορισμένο αριθμό προσώπων μπορεί να δημιουργήσει νέους κινδύνους. Εάν δεν υπάρχουν επαρκείς εγγυήσεις ανεξαρτησίας, αμεροληψίας και αποφυγής σύγκρουσης συμφερόντων, η συγκέντρωση μπορεί να περιορίσει την ποικιλία της κρίσης και να ενισχύσει την εξάρτηση της πρακτικής από τις προσωπικές προσεγγίσεις συγκεκριμένων αξιωματικών.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η συγκέντρωση υποθέσεων είναι αναγκαστικά προβληματική. Σημαίνει ότι η αποτελεσματικότητα της νέας δομής πρέπει να κρίνεται από τη λειτουργία της στην πράξη και από τις θεσμικές εγγυήσεις που τη συνοδεύουν, όχι μόνο από τον σκοπό που διακηρύσσει.
Τα προσόντα των μελών και η σημασία της νομικής κατάρτισης
Ένα ακόμη ζήτημα που απαιτεί προσεκτική εξέταση αφορά τα προσόντα και την κατάρτιση των αξιωματικών που θα αναλάβουν το έργο της εκδίκασης.
Η γνώση της αστυνομικής πρακτικής και η υπηρεσιακή εμπειρία είναι σημαντικές. Η πειθαρχική εκδίκαση, όμως, απαιτεί και ουσιαστική κατανόηση των κανόνων που διέπουν την απόδειξη, τη δίκαιη διαδικασία, την αξιολόγηση μαρτυρίας, την αιτιολόγηση των αποφάσεων και την αναλογικότητα των κυρώσεων.
Τα μέλη της νέας ομάδας δεν διαθέτουν πανεπιστημιακό τίτλο νομικής, το γεγονός αυτό δεν αρκεί, χωρίς άλλο, για να συναχθεί ότι στερούνται νόμιμης αρμοδιότητας. Οι ισχύοντες Κανονισμοί δεν απαιτούν συγκεκριμένο τίτλο σπουδών για το όργανο που εκδικάζει τις υποθέσεις σε αντίθεση με το μέλος της Αστυνομίας που παρουσιάζει την υπόθεση ενώπιον του Προεδρεύων. Με απλά λόγια ο Προεδρεύων δεν χρειάζεται να είναι κάτοχος πτυχίου νομικής σε αντίθεση με το μέλος της Αστυνομίας που παρουσιάζει την υπόθεση.
Ακόμη και όπου δεν προβλέπεται υποχρεωτικά πτυχίο νομικής για τον εκδικάζοντα αξιωματικό, η ειδική κατάρτιση στο πειθαρχικό δίκαιο, η επιμόρφωση στη σύνταξη αιτιολογημένων αποφάσεων και η πρόσβαση σε αξιόπιστο νομικό υλικό μπορούν να ενισχύσουν την ποιότητα της διαδικασίας.
Επομένως, το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι απλώς ποια πανεπιστημιακά πτυχία διαθέτουν τα μέλη της ομάδας, αλλά ποια προσόντα απαιτούνται νομικά, ποια κατάρτιση έχουν λάβει και ποιες εγγυήσεις διασφαλίζουν ότι οι αποφάσεις τους θα είναι νόμιμες, τεκμηριωμένες και αμερόληπτες.
Τι ακριβώς συνέστησε η GRECO;
Η αναφορά στη GRECO αποτελεί σημαντικό μέρος της επιχειρηματολογίας υπέρ της νέας δομής. Για να αξιολογηθεί, όμως, ο ισχυρισμός περί συμμόρφωσης, πρέπει να διαβαστεί το ακριβές περιεχόμενο της σύστασης και το πρόβλημα στο οποίο αυτή αποσκοπούσε να δώσει απάντηση.
Στην έκθεση αξιολόγησης της Κύπρου του πέμπτου γύρου αξιολόγησης, με ημερομηνία 9 Οκτωβρίου 2023, η GRECO αναφέρθηκε, στην παράγραφο 257, σε αδυναμίες που διαπιστώθηκαν στον χειρισμό των πειθαρχικών διαδικασιών.
Ειδικότερα, σημείωσε ότι ορισμένες πειθαρχικές διαδικασίες ενδέχεται να διαρκούν μεγάλο χρονικό διάστημα, ακόμη και έως δύο έτη. Οι Κυπριακές αρχές εξήγησαν ότι η καθυστέρηση συνδέεται με το γεγονός ότι, ενώ οι ποινικές και οι πειθαρχικές διαδικασίες μπορεί να διεξάγονται παράλληλα, η λήψη πειθαρχικής απόφασης προϋποθέτει την ολοκλήρωση της ποινικής διαδικασίας.
Η GRECO κατέγραψε, επίσης, προβληματισμούς σχετικά με τη δυνατότητα αξιοποίησης, στο πλαίσιο των πειθαρχικών διαδικασιών, αποδεικτικού υλικού που συλλέγεται από την Υπηρεσία Εσωτερικού Ελέγχου της Αστυνομίας κατά τη διερεύνηση υποθέσεων. Επισήμανε ότι η μη αξιοποίηση τέτοιου υλικού αποτελεί χαμένη ευκαιρία.
Παράλληλα, υπογράμμισε ότι θα μπορούσε να αναπτυχθεί μια πιο συστηματική προσέγγιση στην πειθαρχική διαδικασία. Όπως αναφέρεται στην έκθεση, οι πειθαρχικές επιτροπές συγκροτούνταν κατά περίπτωση για τους ανώτερους αξιωματικούς, ενώ για τα χαμηλότερα ιεραρχικά επίπεδα ορίζονταν για διετή περίοδο, με δυνατότητα ανανέωσης. Κατά την αξιολόγηση της GRECO, ο τρόπος αυτός συγκρότησης ενδέχεται να οδηγεί σε ασυνεπή πρακτική, μεταξύ άλλων και ως προς τις επιβαλλόμενες κυρώσεις.
Στην παράγραφο 258 διατυπώθηκε η σύσταση xxii, σύμφωνα με την οποία πρέπει να καθιερωθεί διαδικασία που να διασφαλίζει ότι οι υποθέσεις θα τυγχάνουν χειρισμού μέσα σε εύλογο χρονικό πλαίσιο και με συνεπή τρόπο και ότι η κακή συμπεριφορά θα τιμωρείται αποτελεσματικά.
Το περιεχόμενο της σύστασης είναι σαφές ως προς τους επιδιωκόμενους στόχους: εύλογη διάρκεια, συνέπεια στον χειρισμό και αποτελεσματική αντιμετώπιση της παραβατικής συμπεριφοράς.
Η σύσταση, όμως, δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως ρητή εντολή για τη δημιουργία συγκεκριμένης Μόνιμης Ομάδας Εκδίκασης, ούτε ως εκ των προτέρων έγκριση της νομιμότητας οποιασδήποτε δομής επιλεγεί από την Αστυνομία. Από τα παρατιθέμενα αποσπάσματα προκύπτει η ανάγκη συστηματικότερης και αποτελεσματικότερης πειθαρχικής διαδικασίας, όχι ότι η GRECO επέβαλε συγκεκριμένο οργανωτικό μοντέλο ή συγκεκριμένο αριθμό εκδικαζόντων.
Η δημιουργία μιας μόνιμης εξειδικευμένης ομάδας μπορεί να αποτελεί έναν πιθανό τρόπο επιδίωξης των στόχων αυτών. Το κατά πόσο, όμως, αποτελεί κατάλληλο και νόμιμο τρόπο εφαρμογής της σύστασης είναι διαφορετικό ζήτημα, που απαιτεί αυτοτελή αξιολόγηση.
Η συμμόρφωση με τον σκοπό μιας διεθνούς σύστασης δεν υποκαθιστά την ανάγκη νόμιμης θεσμικής εφαρμογής της. Αντίστροφα, η επίκληση νομικών ζητημάτων δεν πρέπει να οδηγεί στην απόρριψη μιας οργανωτικής αλλαγής που θα μπορούσε, εφόσον σχεδιαστεί σωστά, να αντιμετωπίσει πραγματικές αδυναμίες.
Η ορθή προσέγγιση είναι να εξεταστεί αν η νέα ομάδα ανταποκρίνεται πράγματι στα προβλήματα που περιέγραψε η GRECO, αν διαθέτει επαρκή νομική βάση και αν συνοδεύεται από μηχανισμούς που εξασφαλίζουν δίκαιη και συνεπή εκδίκαση.
Η θεσμική αδυναμία της πρότασης της Αστυνομίας
Η συγκέντρωση του χειρισμού των πειθαρχικών υποθέσεων σε τρεις αξιωματικούς ενδέχεται να δημιουργήσει:
- Μονοπώλιο εμπειρίας: Η πρακτική γνώση και η εμπειρία θα συσσωρεύονται σε τρία μόνο πρόσωπα.
- Απουσία διαδοχής: Δεν θα δημιουργείται επαρκής αριθμός άλλων αξιωματικών με τις απαραίτητες γνώσεις και δεξιότητες ώστε να μπορούν να αναλάβουν μελλοντικά τέτοια καθήκοντα.
- Θεσμική εξάρτηση: Η εύρυθμη λειτουργία του πειθαρχικού συστήματος θα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη διαθεσιμότητα και τη συνέχιση της υπηρεσίας των συγκεκριμένων τριών αξιωματικών.
- Αποδυνάμωση της διοικητικής εμπειρίας: Οι υπόλοιποι ανώτεροι αξιωματικοί θα στερούνται της δυνατότητας να αποκτήσουν εμπειρία σε ένα σημαντικό πεδίο διοίκησης και άσκησης πειθαρχικής εξουσίας.
Εάν σκοπός της μεταρρύθμισης είναι η βελτίωση της ποιότητας, της ταχύτητας και της αποτελεσματικότητας του πειθαρχικού συστήματος, δεν πρέπει η επίτευξη αυτού του σκοπού να οδηγήσει στη σταδιακή αποδυνάμωση της πειθαρχικής κατάρτισης του υπόλοιπου ανώτερου αξιωματικού προσωπικού.
Η εξειδίκευση δεν πρέπει να συνεπάγεται αποκλειστικότητα.
Πρόταση για αντιμετώπιση του προβλήματος
Θα μπορούσε να υιοθετηθεί ένα μικτό σύστημα:
- Οι τρεις αξιωματικοί να αποτελούν τον κεντρικό πυρήνα συντονισμού, υποστήριξης και παρακολούθησης των πειθαρχικών υποθέσεων.
- Να διατηρηθεί η δυνατότητα ανάθεσης χειρισμού πειθαρχικών υποθέσεων και σε άλλους κατάλληλα εκπαιδευμένους ανώτερους αξιωματικούς.
- Να καθιερωθεί σύστημα περιοδικής εναλλαγής ή συμμετοχής άλλων αξιωματικών, ώστε να αποκτούν πρακτική εμπειρία.
- Να δημιουργηθεί πρόγραμμα εκπαίδευσης και μεταφοράς τεχνογνωσίας, με αξιοποίηση των εμπειριών και των υποθέσεων που χειρίζεται ο κεντρικός πυρήνας.
Η μεταρρύθμιση δεν πρέπει να αποβλέπει απλώς στη δημιουργία τριών αξιωματικών που θα γνωρίζουν να χειρίζονται πειθαρχικές υποθέσεις. Πρέπει να αποβλέπει στη δημιουργία ενός αστυνομικού σώματος του οποίου οι ανώτεροι αξιωματικοί θα διαθέτουν τις απαραίτητες γνώσεις, την κατάρτιση και την πρακτική εμπειρία για να ασκούν αποτελεσματικά τα πειθαρχικά τους καθήκοντα.
Αυτό είναι ένα επιχείρημα που αξίζει να ενταχθεί στην κριτική της σύστασης GRECO, όχι ως αντίθεση στην εξειδίκευση, αλλά ως απαίτηση να συνδυαστεί η εξειδίκευση με τη θεσμική ανάπτυξη και τη διατήρηση της τεχνογνωσίας σε ολόκληρη την Αστυνομία.
Θα μειωθούν πράγματι οι καθυστερήσεις;
Η αποκλειστική απασχόληση μιας ομάδας με πειθαρχικές υποθέσεις μπορεί να περιορίσει καθυστερήσεις που προκαλούνται από την παράλληλη ανάθεση πολλών υπηρεσιακών καθηκόντων στους αξιωματικούς που χειρίζονται τις υποθέσεις.
Δεν προκύπτει, όμως, ότι κάθε καθυστέρηση μπορεί να αντιμετωπιστεί με αυτόν τον τρόπο. Η ίδια η έκθεση της GRECO αναδεικνύει ως αιτία καθυστέρησης τη σύνδεση της πειθαρχικής διαδικασίας με την ολοκλήρωση της ποινικής. Αν το ζήτημα αυτό εξακολουθεί να υφίσταται, η δημιουργία μιας μόνιμης ομάδας δεν αρκεί από μόνη της για να το εξαλείψει.
Θα πρέπει, επομένως, να διευκρινιστεί ποια ακριβώς προβλήματα επιδιώκεται να επιλυθούν: η καθυστέρηση στον ορισμό πειθαρχικών οργάνων, η αδυναμία προγραμματισμού των συνεδριάσεων, η ανεπαρκής στελέχωση, η καθυστέρηση στη συλλογή ή παρουσίαση μαρτυρίας ή η εξάρτηση από την έκβαση ποινικών διαδικασιών.
Χωρίς συγκεκριμένα στοιχεία για τον χρόνο ολοκλήρωσης των υποθέσεων πριν και μετά τη λειτουργία της νέας ομάδας, οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι η αλλαγή θα επιφέρει ουσιαστική επιτάχυνση παραμένει προσδοκία και όχι αποδεδειγμένο αποτέλεσμα.
Η Αστυνομία θα μπορούσε να ενισχύσει τη διαφάνεια δημοσιεύοντας συγκεντρωτικά στοιχεία για τον αριθμό των εκκρεμών υποθέσεων, τον μέσο χρόνο ολοκλήρωσης, τις υποθέσεις που καθυστερούν λόγω παράλληλων ποινικών διαδικασιών και τον χρόνο που απαιτείται από την παραπομπή μέχρι την έκδοση απόφασης.
Με αυτόν τον τρόπο, η αποτελεσματικότητα δεν θα αξιολογείται μόνο με βάση τις προθέσεις, αλλά με μετρήσιμα αποτελέσματα.
Λογοδοσία, αμεροληψία και δικαιώματα των πειθαρχικά διωκόμενων
Η πειθαρχική δικαιοσύνη δεν αξιολογείται αποκλειστικά από το πόσο γρήγορα εκδίδεται μια απόφαση ή πόσο αυστηρή είναι η κύρωση. Αξιολογείται, επίσης, από το αν η διαδικασία είναι δίκαιη και αν ο πειθαρχικά διωκόμενος έχει πραγματική δυνατότητα να γνωρίζει και να αντικρούει την υπόθεση που αντιμετωπίζει.
Η σταθερή σύνθεση ενός οργάνου μπορεί να συμβάλει στην ανάπτυξη εμπειρίας και συνεπούς πρακτικής. Ταυτόχρονα, απαιτούνται σαφείς κανόνες για την αποφυγή σύγκρουσης συμφερόντων, την εξαίρεση μέλους όπου συντρέχει λόγος, την αντιμετώπιση περιπτώσεων προηγούμενης εμπλοκής σε μια υπόθεση και τη διασφάλιση ότι η κρίση θα βασίζεται στα στοιχεία κάθε συγκεκριμένης υπόθεσης.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η αιτιολόγηση των αποφάσεων. Για να μπορεί να ελεγχθεί εάν παρόμοιες υποθέσεις αντιμετωπίζονται με συνέπεια, πρέπει να προκύπτει από τις αποφάσεις ποια πραγματικά περιστατικά θεωρήθηκαν αποδεδειγμένα, ποια αποδεικτικά στοιχεία αξιολογήθηκαν, ποιοι κανόνες εφαρμόστηκαν και γιατί επιβλήθηκε συγκεκριμένη ποινή.
Η ομοιομορφία δεν σημαίνει μηχανική επιβολή της ίδιας ποινής σε κάθε υπόθεση που εμφανίζει επιφανειακές ομοιότητες. Σημαίνει ότι οι ουσιώδεις ομοιότητες και διαφορές αξιολογούνται με συνεπή κριτήρια και ότι κάθε διαφοροποίηση μπορεί να εξηγηθεί.
Εξίσου σημαντική είναι η ουσιαστική διασφάλιση των δικαιωμάτων υπεράσπισης, περιλαμβανομένης της δυνατότητας εκπροσώπησης σύμφωνα με τους ισχύοντες Κανονισμούς. Η δημιουργία μιας εξειδικευμένης ομάδας δεν πρέπει να οδηγήσει σε διαδικασίες που, στην πράξη, δυσχεραίνουν την πρόσβαση του πειθαρχικά διωκόμενου στη μαρτυρία ή την αποτελεσματική αμφισβήτησή της.
Η λογοδοσία πρέπει, συνεπώς, να αφορά τόσο την πειθαρχική συμπεριφορά των μελών της Αστυνομίας όσο και την ποιότητα, τη νομιμότητα και τη διαφάνεια του τρόπου με τον οποίο ασκείται η πειθαρχική εξουσία.
Το ζητούμενο δεν είναι μόνο η δημιουργία μιας ομάδας, αλλά η θεσμική της κατοχύρωση
Η νέα πρωτοβουλία μπορεί να αποτελέσει ευκαιρία για ουσιαστική αναβάθμιση της πειθαρχικής διαδικασίας. Για να κριθεί, όμως, με αντικειμενικό τρόπο, χρειάζονται συγκεκριμένες απαντήσεις.
Πρώτον, πρέπει να προσδιοριστεί η ακριβής νομική βάση της ομάδας και να καταδειχθεί ότι η συγκρότηση και οι αρμοδιότητές της είναι συμβατές με το ισχύον κανονιστικό πλαίσιο.
Δεύτερον, πρέπει να καθοριστούν με σαφήνεια τα κριτήρια με τα οποία μια υπόθεση χαρακτηρίζεται ως μη σοβαρή και παραπέμπεται στην ομάδα.
Τρίτον, πρέπει να αποσαφηνιστούν τα προσόντα και οι απαιτήσεις κατάρτισης των μελών της, χωρίς να συγχέονται οι τυχόν νομοθετικές προϋποθέσεις με τις ευρύτερες ανάγκες εξειδίκευσης.
Τέταρτον, απαιτούνται εγγυήσεις αμεροληψίας, αντικειμενικότητας, αιτιολόγησης των αποφάσεων και πλήρους σεβασμού των δικαιωμάτων υπεράσπισης.
Πέμπτον, η αποτελεσματικότητα της ομάδας πρέπει να αξιολογείται με αντικειμενικά στοιχεία, ώστε να διαπιστωθεί εάν μειώνονται οι καθυστερήσεις και εάν επιτυγχάνεται μεγαλύτερη συνέπεια στην αντιμετώπιση παρόμοιων υποθέσεων.
Τέλος, πρέπει να διευκρινιστεί με ποιον τρόπο η νέα δομή αντιμετωπίζει καθεμία από τις αδυναμίες που περιέγραψε η GRECO, περιλαμβανομένης της διάρκειας των διαδικασιών, της αξιοποίησης του αποδεικτικού υλικού και της ασυνέπειας στην πειθαρχική πρακτική.
Συμπέρασμα
Η ανάγκη για ταχύτερη και πιο συνεπή πειθαρχική δικαιοσύνη είναι υπαρκτή και η σύσταση της GRECO καταδεικνύει ότι η βελτίωση του συστήματος αποτελεί ζήτημα θεσμικής σημασίας. Μια μόνιμη εξειδικευμένη ομάδα μπορεί να αποτελέσει μέρος της λύσης, εφόσον αποδειχθεί ότι αντιμετωπίζει τις συγκεκριμένες αδυναμίες και λειτουργεί μέσα σε σαφές, νόμιμο και επαρκώς κατοχυρωμένο πλαίσιο.
Δεν αρκεί, όμως, η επίκληση της εξειδίκευσης, της αποτελεσματικότητας ή της συμμόρφωσης με διεθνείς συστάσεις. Η πειθαρχική δικαιοσύνη πρέπει να στηρίζεται σε νόμιμη αρμοδιότητα, διαφανείς κανόνες, αμεροληψία, επαρκή αιτιολόγηση και σεβασμό των δικαιωμάτων όλων των εμπλεκομένων.
Το πραγματικό ζητούμενο δεν είναι απλώς να εκδίδονται περισσότερες ή ταχύτερες πειθαρχικές αποφάσεις. Είναι να εκδίδονται αποφάσεις νόμιμες, δίκαιες, τεκμηριωμένες και συνεπείς.
Δημήτρης Απαισιώτης
Δικηγόρος











