Η καθυστέρηση στην απονομή της Δικαιοσύνης αποτελεί διαχρονικά μία από τις μεγαλύτερες παθογένειες του συστήματος, με τα Δικαστήρια, τόσο τα Επαρχιακά όσο και τα Κακουργιοδικεία, ο αριθμός των τελευταίων είναι αρκετά μικρός σε σχέση με τις υποθέσεις που καλούνται να διεκπεραιώσουν, να λειτουργούν υπό ασφυκτική πίεση, με αποτέλεσμα οι δικάσιμοι να ορίζονται σε μεγάλες χρονικές αποστάσεις και η έκδοση αποφάσεων να καθυστερεί ακόμα και χρόνια.
Ενδεικτικά, ένα από τα τρία Κακουργιοδικεία της Λευκωσίας, το οποίο πήρε παράταση για να ολοκληρώσει τις ενώπιον του εκκρεμούσες υποθέσεις, δικάζει υπόθεση φόνου που καταχωρήθηκε το 2023, ενώ στο Κακουργιοδικείο Γ΄ καταχωρήθηκε το 2024 η υπόθεση των πολιτογραφήσεων με κατηγορούμενο -μεταξύ άλλων- τον πρώην υπουργό Μεταφορών, η οποία ακόμη δεν έχει ξεκινήσει λόγω βεβαρημένου φόρτου εργασίας και λαμβάνοντας υπόψη πως η ίδια σύνθεση ανέλαβε την επανεκδίκαση της υπόθεσης Ζαβράντωντα για υπόθεση ναρκωτικών, στην οποία -δεδομένης της απόφασης του Εφετείου και αφού ο κατηγορούμενος εκτίει εδώ και επτά χρόνια φυλακή- δίνεται προτεραιότητα.
Μάλιστα, το εν λόγω Κακουργιοδικείο, προ ημερών όπου θα ανέβαλε εκ νέου υπόθεση που καταχωρήθηκε το 2025, για την οποία κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση, απαρίθμησε επτά υποθέσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη ενώπιον του, θέλοντας να δείξει πως δεν υπάρχουν στην παρούσα φάση περιθώρια για έναρξη νέας ακροαματικής διαδικασίας, μεταφέροντας της προς τα τέλη Σεπτεμβρίου, όπου ενδεχομένως να ολοκληρωθεί μια εκ των υπολοίπων.
Στο κάδρο των δεδομένων θα πρέπει να προστεθεί το γεγονός ότι ενώπιον κάθε Κακουργιοδικείου, σύμφωνα με πληροφορίες, καταχωρούνται από την Εισαγγελία -κατά μέσο όρο- περίπου 30 υποθέσεις, χωρίς ωστόσο να μπορούν να δρομολογούνται όλες ταυτόχρονα, εξού και οι τεράστιες καθυστερήσεις, ενώ δίνεται προτεραιότητα στις σοβαρότερες αλλά και σε αυτές όπου οι κατηγορούμενοι τελούν υπό κράτηση μέχρι την ολοκλήρωση της δίκης. Κατηγορούμενοι, που ακόμη και αν αθωωθούν, δεν δικαιούνται οποιεσδήποτε αποζημιώσεις, ανεξαρτήτως αν παρέμειναν υπόδικοι μέχρι και δύο χρόνια, κάτι που λειτουργεί προς όφελος της Αστυνομίας και της Νομικής Υπηρεσίας, οι οποίοι πολλές φορές -όπως διαφάνηκε- ενώ γνώριζε ότι το μαρτυρικό υλικό δεν στοιχειοθετούσε τα αδικήματα, εντούτοις έπαιξε και παίζει με το χαρτί του υπόδικου, σε περιπτώσεις κυρίως κατηγορουμένων που σχετίζονται με το οργανωμένο έγκλημα.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ: Σε σπασμένα γρανάζια το σύστημα της Δικαιοσύνης-Κυριαρχεί η αμφισβήτηση
Η Δικαιοσύνη δεν καθυστερεί από μόνη της
Η αργή Δικαιοσύνη ή ακόμα και η κατάχρηση της προς εξυπηρέτηση άλλων κινήτρων, χωρίς αντικειμενική αξιολόγηση των πραγματικών δεδομένων, πέραν του ότι εκθέτει στο τέλος την Νομική Υπηρεσία, η οποία δεν θα έπρεπε να λειτουργεί ως «συνέταιρος» της Αστυνομίας αλλά ως ανεξάρτητος θεσμός με καθαρή και αυστηρά νομική προσέγγιση, επηρεάζει τόσο τα δικαιώματα των κατηγορουμένων όσο και των θυμάτων. Ειδικά στις περιπτώσεις όπου στα θύματα στηρίζεται το βάρος της απόδειξης μιας υπόθεσης και τα οποία ενδέχεται να βρίσκονται σε ευάλωτη θέση.
Η εικόνα που αποδίδεται στις πλείστες των περιπτώσεων, είναι ότι η ευθύνη βαραίνει τα Δικαστήρια λόγω μεγάλου όγκου εργασίας και χαμηλών ρυθμών, τα οποία ωστόσο δεν έχουν «φωνή», όπως η Νομική Υπηρεσία ή η Αστυνομία, για κατάθεση των δικών τους θέσεων, με αποτέλεσμα πολλές φορές να απορροφούν τις αντιδράσεις και να τους μετατοπίζονται όλες οι ευθύνες, χωρίς αυτό να συνεπάγεται πως και τα ίδια τα Δικαστήρια δεν έχουν μερίδιο ευθύνης. Και αυτό διότι, σε ουκ ολίγες περιπτώσεις όπου υπάρχουν καθυστερήσεις και αναβολές από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής, όπου ενώ καταχωρεί μια υπόθεση δεν προμηθεύει με όλο το μαρτυρικό υλικό την υπεράσπιση, ως οφείλει, με αποτέλεσμα να χάνεται μεγάλος χρόνος στα διαδικαστικά στάδια (σ.σ ενδεχομένως και σκόπιμα), τα Δικαστήρια σε ορισμένες περιπτώσεις εμφανίζονται ελαστικά, χωρίς να βάζουν αυστηρές γραμμές που θα βοηθήσουν στην ταχύτερη διεκπεραίωση μιας δίκης, ενώ το ίδιο θα πρέπει να γίνεται και προς την αντίθετη πλευρά.
Ωστόσο το ερώτημα είναι εάν ο όγκος εργασίας των Δικαστηρίων είναι ολόκληρη η αλήθεια για τους λόγους που η Δικαιοσύνη είναι αργή. Η απάντηση, με βάση τα πραγματικά δεδομένα, είναι μάλλον όχι. Και ο λόγος είναι ότι η αλυσίδα δεν ξεκινά όταν μια υπόθεση φτάσει στην αίθουσα του Δικαστηρίου, αλλά πολύ πιο νωρίτερα. Αρχίζει από τον τρόπο που διερευνάται από την Αστυνομία, τον τρόπο που αξιολογείται το μαρτυρικό υλικό από την Νομική Υπηρεσία, από την απόφαση για άσκηση διώξεων και από τη διαχείριση που τυγχάνει από την Κατηγορούσα Αρχή μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας. Με άλλα λόγια, η Δικαιοσύνη δεν καθυστερεί μόνη της, καθυστερεί όταν κάθε κρίκος της αλυσίδας μεταφέρει το βάρος στον επόμενο, για οποιοδήποτε λόγο.
Οι αριθμοί δίνουν απαντήσεις
Τα πιο πάνω, δεν είναι αυθαίρετο συμπέρασμα αλλά προκύπτουν από τα επίσημα στατιστικά στοιχεία που αφορούν τα Δικαστήρια, τα οποία είναι άκρως ενδεικτικά και αποτυπώνουν την δυσλειτουργία του συστήματος και τους λόγους που η Δικαιοσύνη κινείται με αργούς ρυθμούς.
Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, του 2024, δίνουν μια πρώτη απάντηση, πέραν του ότι προκαλούν έντονο προβληματισμό. Και αυτό διότι, όπως προκύπτει, από τα 62.066 πρόσωπα που οδηγήθηκαν ενώπιον Δικαστηρίου, είτε Επαρχιακά είτε Κακουργιοδικεία, οι 28.825, δηλαδή το 46,4%, το οποίο κρίνεται ιδιαίτερα υψηλό, απαλλάσσεται και οι κατηγορίες αποσύρονται από την Εισαγγελία, η οποία η ίδια τους παρέπεμψε σε δίκη, χωρίς ολοκλήρωση της διαδικασίας. Σημειώνεται ότι από τους 62.066, οι 36.881 προσαχθέντες ενώπιον Δικαστηρίων είναι για τροχαία αδικήματα.
Με απλά λόγια, το ποσοστό αυτό, ισοδυναμεί με το ότι σχεδόν μία στις δύο ποινικές υποθέσεις που καταχωρούνται στα Δικαστήρια από την Νομική Υπηρεσία, δεν ολοκληρώνεται με δικαστική απόφαση, ενώ το στοιχείο αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη ότι το ποσοστό των αποσύρσεων, δεν αποτελεί εξαίρεση αλλά σταθερή τάση, καθώς φαίνεται να αυξάνεται σταθερά τα τελευταία χρόνια, αφού από 31% το 2020 έφθασε στο 46,4% το 2024.
Το τελευταίο ποσοστό αποσύρσεων, που είναι ιδιαίτερα ψηλό, αναπόφευκτα εγείρεται ερωτήματα, ως προς το κατά πόσο προηγείται η αναγκαία και η αντικειμενική αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού πριν την καταχώρηση μιας υπόθεσης στο Δικαστήριο, καθώς σε μία τέτοια περίπτωση το ποσοστό θα ήταν πολύ μικρότερο, αφού σε σε ουκ ολίγες περιπτώσεις η Κατηγορούσα Αρχή, χωρίς να υπάρχει διαφοροποίηση στην αρχική μαρτυρία, προχώρησε στην απόσυρση της υπόθεσης. Ως εκ τούτου, σε τέτοιες περιπτώσεις, εύλογα διερωτάται κάποιος, ποιος ο σκοπός της αρχικής καταχώρησης, κάτι που συνεπάγεται με αύξηση του ήδη αυξημένου όγκου εργασίας στα Δικαστήρια και κατ΄ επέκταση συμβάλει στην αργή απονομή της Δικαιοσύνης.
Σημειώνεται πως κάθε υπόθεση που οδηγείται στο Δικαστήριο, «κινητοποιεί» ολόκληρο τον κρατικό μηχανισμό της Δικαιοσύνης, δηλαδή Δικαστές, Εισαγγελείς, δικηγόρους, αστυνομικούς, στενογράφους και άλλο προσωπικό, αίθουσες και κατ΄ επέκταση χρόνο και δημόσιους πόρους. Συνεπώς, όταν περάσει ήδη ένα χρονικό διάστημα και εν τέλει η Νομική Υπηρεσία αποφασίσει να αποσύρει μια υπόθεση, που η ίδια καταχώρησε με τα ίδια δεδομένα, αυτόματα ο χρόνος και τα έξοδα πάνε χαμένα, ενώ το σύστημα επιβαρύνεται χωρίς λόγο και λόγω εσφαλμένης αξιολόγησης
Το μεγαλύτερο βάρος στην Νομική Υπηρεσία
Παρά το γεγονός ότι η Νομική Υπηρεσία έχει την αποκλειστική ευθύνη της αξιολόγησης του μαρτυρικού υλικού, στην βάση του οποίου θα πρέπει να αποφασίζει για το κατά πόσο δικαιολογούνται ποινικές διώξεις, ευθύνες έχει και η Αστυνομία, η οποία αποτελεί το πρώτο στάδιο της ποινικής διερεύνησης. Από την μαρτυρία που συλλέγει, εξαρτάται η έκβαση μιας υπόθεσης, η οποία βέβαια τυγχάνει χειρισμού από την Νομική Υπηρεσία, η οποία γνωρίζει εκ των προτέρων τα δεδομένα πριν την καταχώρηση μιας υπόθεσης ενώπιον Δικαστηρίου.
Σε αρκετές αποφάσεις, είτε πρωτόδικων Δικαστηρίων είτε και του Ανωτάτου, επισημαίνονται σοβαρές αδυναμίες στις αστυνομικές έρευνες, αντιφάσεις ή και παραλείψεις, οι οποίες θα έπρεπε να εντοπίζονται εκ των προτέρων από την Νομική Υπηρεσία. Ενδεικτική είναι οι δύο υποθέσεις πολιτογραφήσεων που εκδικάστηκαν ενώπιον Κακουργιοδικείων στην Λευκωσία (Τσαγγαρίδη και Συλλούρη), όπου στην μια περίπτωση το Δικαστήριο υπέδειξε ότι «η λήψη των καταθέσεων της (σ.σ. μάρτυρας) από την Αστυνομία έγινε με τέτοιο τρόπο με σκοπό την εκμαίευση συγκεκριμένης εκδοχής, η οποία ήταν στο μυαλό και την αντίληψη των ανακριτών», ενώ στην δεύτερη περίπτωση σημείωσε πως «η Κατηγορούσα Αρχή δεν συμπεριλαμβάνει στον κατάλογο μαρτύρων ουσιώδεις μάρτυρες» και πως υπήρξε «ουσιώδες ανακριτικό κενό και επομένως κενό στη μαρτυρία».
Καθήκον των Δικαστηρίων δεν είναι να διερευνούν υποθέσεις, αλλά να κρίνουν το μαρτυρικό υλικό που τίθεται ενώπιον τους, το οποίο στην περίπτωση που διαπιστωθεί πως ήταν ανεπαρκές, δεν μπορεί να μετατοπίζεται η ευθύνη σε αυτά. Εξού και ο ρόλος της Νομικής Υπηρεσίας, τόσο πριν όσο και μετά την καταχώρηση μιας υπόθεσης, είναι καθοριστικός και έχει το μεγαλύτερο βάρος της ευθύνης. Πριν γιατί είναι η αρμόδια αρχή που εποπτεύει και καθοδηγεί τις ποινικές έρευνες και αυτή που αποφασίζει ή θα πρέπει να αποφασίζει, με αντικειμενικό και νομικό τρόπο, εάν το μαρτυρικό υλικό δικαιολογεί ποινικές διώξεις και μετά έχει την ευθύνη του χειρισμού της υπόθεσης ενώπιον Δικαστηρίου.
Συνεπώς, όταν σχεδόν οι μισές υποθέσεις που οδηγούνται στα Δικαστήρια αποσύρονται, δημιουργείται εύλογος προβληματισμός κατά πόσο προηγείται πάντοτε η απαιτούμενη αξιολόγηση πριν από την καταχώριση μιας υπόθεσης ή ακόμη και αν αυτή η αξιολόγηση πραγματοποιείται στην βάση των σωστών κριτηρίων.
Αντιφατικοί χειρισμοί
Ο προβληματισμός αυτός ενισχύεται από διαφορετικούς χειρισμούς που έγιναν. Για παράδειγμα, το 2021 τα επίσημα στατιστικά στοιχεία δείχνουν πως το 41% των υποθέσεων που ενώ καταχωρήθηκαν στην συνέχεια αποσύρθηκαν, ωστόσο σε αυτό δεν συμπεριλαμβάνεται η καταγγελία βιασμού γυναίκας με φερόμενο θύτη πολιτικό πρόσωπο.
Μια υπόθεση για την οποία η Κυπριακή Δημοκρατία καταδικάστηκε από το ΕΔΑΔ, με μια απόφαση καταπέλτη, καθώς κατακεραύνωσε τους χειρισμούς της Νομικής Υπηρεσίας και προσωπικά του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα, αφού κρίθηκε ότι δεν υπήρχε επαρκής μαρτυρία για καταχώριση της υπόθεσης. Δηλαδή, για την συγκεκριμένη υπόθεση αποφασίστηκε η μη καταχώρηση της για τους συγκεκριμένους λόγους, ενώ για άλλες 24.092 αποφασίστηκε η καταχώρηση τους, οι οποίες εν τέλει αποσύρθηκαν χωρίς δικαστική κρίση.
Η στάση των Δικαστηρίων
Πέραν των πιο πάνω, υπάρχει όμως και μια άλλη διάσταση, για την οποία γίνεται συζήτηση στο παρασκήνιο από νομικούς κύκλους και αυτή αφορά την στάση των Δικαστηρίων, τα οποία είναι ένας ανεξάρτητος θεσμός.
Η δικαστική ανεξαρτησία δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο περιορίζεται παθητικά στην εξέλιξη μιας διαδικασίας, αντιθέτως τα Δικαστήρια έχουν την ευθύνη στην διαχείριση των υποθέσεων, δηλαδή στον έλεγχο των ορθών διαδικασιών, των αναβολών, των υποχρεώσεων, των δικαιωμάτων και γενικότερα όλων των προβλεπόμενων γραμμών, χωρίς καταχρήσεις που θα ξεπερνούν τα προβλεπόμενα όρια και θα λειτουργούν εις βάρος της Δικαιοσύνης.
Σε αυτά τα πλαίσια, δεν είναι λίγες οι φορές που τα Δικαστήρια προέβησαν σε συστάσεις προς την Κατηγορούσα Αρχή, σε σχέση με αιτήματα της άλλης πλευράς που εκκρεμούν αρκετό καιρό με αποτέλεσμα να μην προχωρεί η διαδικασία -χωρίς αυτό να συμβαίνει πάντα αφού υπάρχουν περιπτώσεις που Δικαστές εμφανίζονται πιο ανεκτικοί- είτε ακόμη και για υποθέσεις που καταχωρούνται λανθασμένα ενώπιον Κακουργιοδικείων.
Ενδεικτικές είναι δύο περιπτώσεις στο πρόσφατο παρελθόν, όπου δύο διαφορετικά Κακουργιοδικεία, σε Λευκωσία και Λάρνακα, υπέδειξαν στην πλευρά της Νομικής Υπηρεσίας, πως με βάση το κατηγορητήριο οι υποθέσεις θα έπρεπε να εκδικαστούν από τα Επαρχιακά και όχι να παραπεμφθούν ενώπιον Κακουργιοδικείων.
Η εργαλειοποίηση της Δικαιοσύνης
Οι παρατηρήσεις αυτές αναδεικνύουν τους προβληματισμούς που υπάρχουν αλλά και το γεγονός πως δεν υπάρχει εκ των προτέρων σωστή αξιολόγηση, ωστόσο υπάρχουν και περιπτώσεις όπου Αστυνομία και Νομική Υπηρεσία παραπέμπουν μια υπόθεση ενώπιον Κακουργιοδικείου, ώστε να ταυτίζεται με τις εντυπώσεις που έχουν δημιουργηθεί, σε επικοινωνιακό επίπεδο, το οποίο σε καμία περίπτωση δεν θα έπρεπε -γενικότερα- να αποτελεί κριτήριο, καθώς κάτι τέτοιο συνιστά εργαλειοποίηση της Δικαιοσύνης.
Η μια από τις δύο προαναφερόμενες υποθέσεις, το ίδιο το Κακουργιοδικείο κάλεσε την πλευρά της Εισαγγελίας σε δεύτερες σκέψεις, σχολιάζοντας πως με βάση το κατηγορητήριο δεν θα έπρεπε να καταχωρηθεί ενώπιον του αλλά στο Επαρχιακό, εντούτοις Αστυνομία και Νομική Υπηρεσία, είχαν παρουσιάσει την υπόθεση ως αποκάλυψη μεγάλου σκανδάλου και μια μεταβολή, ενδεχομένως να αποδυνάμωνε το επικοινωνιακό αφήγημα και να εξέθετε τις Αρχές.
Σε κάθε περίπτωση, η επικοινωνιακή διαχείριση και οποιεσδήποτε άλλες σκοπιμότητες δεν μπορούν να προηγούνται της ουσίας, ούτε η ποινική διαδικασία δεν μπορεί να λειτουργεί ως μέσο διαμόρφωσης εντυπώσεων προς εξυπηρέτηση άλλων κινήτρων.
Η Δικαιοσύνη δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να εργαλειοποιείται, ούτε να μετατρέπεται σε πεδίο επικοινωνιακών εντυπώσεων ή σε μέσο παραγωγής ευνοϊκών στατιστικών. Δηλαδή, να καταχωρούνται υποθέσεις για χάρη των καταχωρήσεων και αφότου τα φώτα σβήσουν, ένας τεράστιος αριθμός υποθέσεων αποσύρεται αθόρυβα.
Εξάλλου, η επιτυχία δεν μπορεί να μετριέται από τον αριθμό των φακέλων που ανοίγουν, αλλά από τις υποθέσεις που φτάνουν ενώπιον Δικαστηρίων με επαρκές αποδεικτικό υπόβαθρο, κρίνονται μέσα σε εύλογο χρόνο και καταλήγουν σε αποφάσεις που ενισχύουν την εμπιστοσύνη των πολιτών στο κράτος δικαίου. Η καθυστέρηση της Δικαιοσύνης δεν είναι ευθύνη ενός μόνο θεσμού, είναι ευθύνη μιας ολόκληρης αλυσίδας και το αποτέλεσμα των επιλογών και αποφάσεων.
Η νομική άποψη
Τοποθετούμενος επί των εν λόγω ζητημάτων, ο ποινικολόγος Αλέξανδρος Κληρίδης, θέλησε να αναφέρει πως το σύστημα επιβαρύνεται, λόγω της κατάχρησης που παρατηρείται από πλευράς Γενικού Εισαγγελέα στην καταχώρηση των υποθέσεων, με αποτέλεσμα να υπερφορτώνονται τα Δικαστήρια και να δημιουργείται ένα ντόμινο προβλημάτων, εξαιτίας αυτής της κατάχρησης, για την οποία αποκλειστική ευθύνη έχει η Νομική Υπηρεσία.
Ο κ. Κληρίδης εξέφρασε τη θέση πως προκύπτει κατάχρηση στις υποθέσεις που παραπέμπονται ενώπιον Κακουργιοδικείων, χωρίς η μαρτυρία που εξετάζεται ή θα έπρεπε να εξετάζεται από προηγουμένως από την Νομική Υπηρεσία να το δικαιολογεί, με αποτέλεσμα να ρίχνουν το βάρος στα Κακουργιοδικεία και στην πορεία ο ίδιος ο Γενικός Εισαγγελέας να αναγκάζεται να διακόψει ή να αποσύρει υποθέσεις, που δεν έπρεπε καν να παραπεμφθούν.
«Η διαδικασία παραπομπής παρά την αναφορά της στα άρθρα της ποινικής Δικονομίας, έχει τυποποιηθεί και αυτοματοποιηθεί ουσιαστικά χωρίς να μπορεί να εξεταστεί στην ουσία της από το Δικαστήριο», ανέφερε καταληκτικά ο κ. Κληρίδης.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ: Σέρνεται η Δικαιοσύνη στην Κύπρο, δυσπιστία πολιτών για την ανεξαρτησία του θεσμού











