Με τον υδράργυρο να καταγράφει για ακόμη μία φορά ακραίες θερμοκρασία οι οποίες γίνονται ολοένα και πιο συχνές, η Κύπρος βρίσκεται ξανά αντιμέτωπη με μία γνώριμη πραγματικότητα, όπου οι πιο ευάλωτοι πολίτες καλούνται να αντιμετωπίσουν συνθήκες που εγκυμονούν σοβαρούς κινδύνους για την υγεία και την ίδια τους τη ζωή. Παρά τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις των αρμόδιων υπηρεσιών, τις εκκλήσεις των οργανώσεων που εκπροσωπούν την τρίτη ηλικία και τις συστάσεις των ειδικών, κάθε καλοκαίρι αναδεικνύονται τα ίδια προβλήματα, με τους ηλικιωμένους να αποτελούν την πληθυσμιακή ομάδα που πλήττεται περισσότερο από τις υψηλές θερμοκρασίες.
Το φετινό κύμα καύσωνα δεν αποτέλεσε εξαίρεση, αφού αρκετοί ηλικιωμένοι οδηγήθηκαν στα νοσοκομεία, παρουσιάζοντας συμπτώματα θερμικής εξάντλησης, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι οι δυσκολίες παραμένουν και πως η προστασία των ευάλωτων ομάδων εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις κατά τους θερινούς μήνες. Μπορεί μέχρι στιγμής να μην έχουν καταγραφεί περιστατικά θανάτων από θερμοπληξία, ωστόσο οι εισαγωγές στα νοσοκομεία και η ανάγκη ιατρικής παρακολούθησης ηλικιωμένων αναδεικνύουν ότι το πρόβλημα παραμένει υπαρκτό και απαιτεί συνεχή επαγρύπνηση.
Την ίδια ώρα, οργανώσεις που εκπροσωπούν τους ηλικιωμένους υποστηρίζουν ότι, παρά τις προσπάθειες που καταβάλλονται, εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικά κενά, κυρίως για όσους διαμένουν μόνοι στα σπίτια τους και αδυνατούν να ανταποκριθούν στο αυξημένο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας ή δεν διαθέτουν τον απαραίτητο εξοπλισμό για να προστατευθούν από τις υψηλές θερμοκρασίες. Όπως επισημαίνουν, η συζήτηση επαναλαμβάνεται σχεδόν κάθε καλοκαίρι χωρίς να δίνονται οριστικές λύσεις, με αποτέλεσμα οι ίδιες ανησυχίες να επιστρέφουν κάθε φορά που η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με παρατεταμένο καύσωνα.
Σε δηλώσεις του στον REPORTER, ο πρόεδρος του Παρατηρητηρίου Τρίτης Ηλικίας, Δήμος Αντωνίου, ανέφερε πως «επικρατεί η ίδια κατάσταση με πέρσι. Δεν έχει αλλάξει τίποτα, σε σημείο που έχουμε κουραστεί να τα λέμε και να τα ξαναλέμε, διότι φαίνεται πως δεν ακούει κανένας».
Διευκρίνισε πως «υπάρχει η διατίμηση της Αρχής Ηλεκτρισμού με το φθηνότερο ρεύμα, αλλά ακόμη δεν είναι αρκετή. Είχαμε καταθέσει προτάσεις ώστε, κατά τους τρεις μήνες του καλοκαιριού, να εφαρμοστεί μία ειδική ρύθμιση για τους χαμηλοσυνταξιούχους και όσους λαμβάνουν επιδόματα, όπως το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα, που ανέρχονται σε περίπου 25 χιλιάδες άτομα. Δεν νομίζω ότι θα πληγούν τα οικονομικά του κράτους εάν δοθούν κάποιες περαιτέρω ελαφρύνσεις σε αυτή την ευάλωτη ομάδα, αλλά και σε οποιαδήποτε άλλη ευάλωτη ομάδα. Δεν είναι μόνο οι ηλικιωμένοι. Είναι και τα άτομα με αναπηρίες που είναι καθηλωμένα στο σπίτι. Άρα πρέπει να υπάρξει μία ολιστική προσέγγιση για όλες αυτές τις ομάδες του πληθυσμού, λόγω των προβλημάτων υγείας και της σωματικής τους κατάστασης».
Παράλληλα, σημείωσε πως «εδώ και μία δεκαετία λέμε τα ίδια και κάθε χρόνο η κατάσταση γίνεται χειρότερη. Ευτυχώς, εκείνο που προσέξαμε είναι πως φέτος, τουλάχιστον μέχρι στιγμής, δεν έχει καταγραφεί οποιοσδήποτε θάνατος από θερμοπληξία. Σίγουρα όμως υπάρχει θερμική εξάντληση. Συγκεκριμένα, έχουμε αναφορές ότι στα νοσοκομεία υπάρχουν περιστατικά ηλικιωμένων με θερμική εξάντληση και οι γιατροί τούς παρέχουν την απαραίτητη φροντίδα».
Επιπρόσθετα, ο κ. Αντωνίου υπογράμμισε τον σημαντικό ρόλο που διαδραματίζει η Τοπική Αυτοδιοίκηση, εξηγώντας πως «έχουμε πολλούς δήμους με κοινοτικά κέντρα, τα οποία θα έπρεπε να είναι ανοικτά και να προσφέρουν υπηρεσίες. Αυτό είναι το σωστό κράτος πρόνοιας. Ορισμένοι δήμοι διαθέτουν κλιματιζόμενες αίθουσες και προσφέρουν ακόμη και κρύα ροφήματα, όμως μετά από κάποια ώρα οι χώροι αυτοί κλείνουν. Ειδικά κατά τις απογευματινές και τις νυχτερινές ώρες, ένας ηλικιωμένος θα επιστρέψει στο σπίτι του και, από τη στιγμή που γνωρίζει ότι το κόστος του ηλεκτρισμού είναι ιδιαίτερα υψηλό, δεν θα λειτουργήσει ούτε ανεμιστήρα ούτε κλιματιστικό».
Τόνισε πως «υπάρχουν ηλικιωμένοι που διαθέτουν κλιματιστικό, αλλά υπάρχουν και εκείνοι που δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα ούτε να το αγοράσουν ούτε να έχουν το απαραίτητο υποστηρικτικό περιβάλλον. Άρα τι κάνουμε; Θα τους αφήσουμε στο περιθώριο; Φανταστείτε έναν ηλικιωμένο που δεν έχει ούτε ανεμιστήρα ούτε κλιματιστικό. Πώς θα δροσιστεί;».
Αναφέρθηκε επίσης σε ένα περιστατικό πριν από κάποια χρόνια, όταν «ηλικιωμένες γυναίκες από την Ελβετία προσέφυγαν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και δικαιώθηκαν, διότι η κυβέρνησή τους δεν τις προστάτευσε από τον καύσωνα, παρά το γεγονός ότι είχε υπογράψει τη συνθήκη για την κλιματική αλλαγή. Να μην φτάσουμε σε αυτό το σημείο, δηλαδή να υποχρεώσουμε την Κυπριακή Κυβέρνηση να λάβει μέτρα υπό τη δαμόκλειο σπάθη μίας καταδίκης από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο».
Επίσης, ο κ. Αντωνίου τόνισε πως «είχαμε αρχίσει να φωνάζουμε από τον Μάρτιο. Είχαν τρεις μήνες μπροστά τους για να αντιδράσουν, ακόμη και πριν από το κλείσιμο της Βουλής. Το ίδιο παραμύθι επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο».
Σε ό,τι αφορά τα γηροκομεία και τις συνθήκες διαβίωσης των ηλικιωμένων, διευκρίνισε πως «το ευτύχημα είναι ότι φέτος δεν είχαμε καταγγελίες, γιατί πραγματοποιούνται οι απαραίτητοι έλεγχοι. Υπό τον φόβο των καταγγελιών, αλλά και επειδή πλέον η κρατική επιδότηση συνοδεύεται από συγκεκριμένα ποιοτικά κριτήρια, ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνονται η θέρμανση και η ψύξη, οι υπεύθυνοι γνωρίζουν ότι, εάν δεν ακολουθούν τους κανονισμούς, μπορεί ακόμη και να αποκλειστούν από το συγκεκριμένο πρόγραμμα. Ενώ πέρσι είχαμε κάποια περιστατικά, φέτος ευτυχώς δεν υπήρξαν, γεγονός που δείχνει ότι έχει αναπτυχθεί μεγαλύτερη ενσυναίσθηση στα γηροκομεία».
Ωστόσο, όπως τόνισε, «στους οίκους ευγηρίας φιλοξενούνται πέντε με έξι χιλιάδες άτομα. Μιλάμε όμως για μία ηλικιακή ομάδα, ειδικά τους χαμηλοσυνταξιούχους, που αριθμεί περίπου 25 χιλιάδες ανθρώπους. Άρα το πραγματικό πρόβλημα βρίσκεται στα σπίτια».
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:











