Το δικηγορικό απόρρητο δεν αποτελεί τεχνικό κανόνα λειτουργίας της δικηγορίας ούτε προνόμιο του δικηγόρου. Αποτελεί θεμελιώδη εγγύηση του κράτους δικαίου και αναπόσπαστο στοιχείο της δίκαιης δίκης, της πρόσβασης στη δικαιοσύνη και της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Η ουσία του είναι απλή αλλά κρίσιμη: κάθε άνθρωπος πρέπει να μπορεί να επικοινωνεί με τον δικηγόρο του ελεύθερα, εμπιστευτικά και χωρίς φόβο παρακολούθησης ή έκθεσης.
Η βασική αρχή σε μία δημοκρατική κοινωνία και σε ένα κράτος δικαίου πρέπει να είναι ότι η επικοινωνία μεταξύ δικηγόρου και πελάτη απολαμβάνει κατ’ αρχήν απόλυτης εμπιστευτικότητας, τόσο ως προς το περιεχόμενο όσο και ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες πραγματοποιείται.
Οι οποιοιδήποτε περιορισμοί μπορούν να δικαιολογηθούν μόνο κατ’ εξαίρεση, αποκλειστικά στο μέτρο που είναι απολύτως αναγκαίο για σκοπούς ασφάλειας, τάξης ή αποτροπής άμεσου κινδύνου.
Σε περίπτωση που η ασφάλεια και τάξη μπορεί να επιτευχθεί με διαφορετικό τρόπο τότε αυτός είναι ο τρόπος που θα πρέπει να εφαρμόζεται πάντα έχοντας υπόψη ότι υπάρχει σεβασμός στην εμπιστευτικότητα.
Στο περιβάλλον όμως των Κεντρικών Φυλακών Κύπρου το 2026, γεννώνται σοβαρά ερωτήματα κατά πόσο αυτή η θεμελιώδης εγγύηση προστατεύεται ουσιαστικά ή αν έχει υποβαθμιστεί σε απλό διοικητικό ζήτημα ασφαλείας.
Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο υποδίκους κρατουμένους και το δικαίωμα υπεράσπισης. Αφορά και καταδίκους που επιθυμούν να καταγγείλουν κακομεταχείριση, διαφθορά, βία ή παράνομες πρακτικές εντός της φυλακής. Αφορά κρατούμενους που επιθυμούν να συνεργαστούν με αρχές, να προσφύγουν στο ΕΔΑΔ ή να αναζητήσουν νομική προστασία χωρίς να εκτεθούν στο υπόλοιπο σωφρονιστικό περιβάλλον.
Η πραγματικότητα που παρατηρείται σήμερα δημιουργεί σοβαρές ανησυχίες.
Οι συναντήσεις δικηγόρων και κρατουμένων πραγματοποιούνται σε χώρους επισκεπτηρίων που βρίσκονται ουσιαστικά σε κοινή θέα εντός της φυλακής. Οποιοσδήποτε διέρχεται από τον χώρο μπορεί να δει:
ποιος δικηγόρος συναντά ποιον κρατούμενο,
πότε πραγματοποιείται η συνάντηση,
πόση ώρα διαρκεί,
ποιοι άλλοι βρίσκονται παρόντες,
ακόμη και στοιχεία της συμπεριφοράς ή της συναισθηματικής κατάστασης των εμπλεκομένων.
Μπορεί να παρατηρήσει αν η συζήτηση είναι έντονη ή ήρεμη, αν παρουσιάζονται έγγραφα, φωτογραφίες ή άλλο υλικό, αν ο κρατούμενος φαίνεται πιεσμένος ή αν υπάρχουν παρόντα άλλα πρόσωπα που πιθανόν να αναγνωρίζονται ως αστυνομικοί, ακόμη και αν φορούν πολιτικά ρούχα.
Αυτό δεν αποτελεί απλή οργανωτική ατέλεια.
Στη σύγχρονη ευρωπαϊκή νομική αντίληψη, το δικηγορικό απόρρητο δεν προστατεύει μόνο το περιεχόμενο της συνομιλίας αλλά και το ίδιο το γεγονός της νομικής διαβούλευσης. Η σχέση δικηγόρου–πελάτη προστατεύεται συνολικά, περιλαμβανομένων των λεγόμενων “metadata” της επικοινωνίας:
ποιος επικοινωνεί με ποιον,
πότε,
πόσο συχνά,
και υπό ποιες συνθήκες.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχει επανειλημμένα αναγνωρίσει τη θεμελιώδη σημασία της εμπιστευτικής επικοινωνίας μεταξύ δικηγόρου και πελάτη.
Στην Campbell v United Kingdom το Δικαστήριο έκρινε ότι η αλληλογραφία κρατουμένου με δικηγόρο απολαμβάνει ιδιαίτερης προστασίας υπό το Άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
Στην Campbell and Fell v United Kingdom το ΕΔΑΔ υπογράμμισε ότι η δυνατότητα εμπιστευτικής επικοινωνίας με δικηγόρο αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της δίκαιης δίκης υπό το Άρθρο 6 ΕΣΔΑ.
Στην S v Switzerland το Δικαστήριο τόνισε ότι η παρακολούθηση επικοινωνίας δικηγόρου–πελάτη μπορεί να πλήξει την ίδια την ουσία του δικαιώματος υπεράσπισης.
Αντίστοιχα, στην Michaud v France το ΕΔΑΔ αναγνώρισε ότι το επαγγελματικό απόρρητο του δικηγόρου αποτελεί μία από τις βασικές αρχές του κράτους δικαίου σε δημοκρατική κοινωνία.
Το ευρωπαϊκό νομοθετικό πλαίσιο είναι εξίσου σαφές.
Η Οδηγία 2013/48/ΕΕ προβλέπει ρητά ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να διασφαλίζουν την εμπιστευτικότητα της επικοινωνίας μεταξύ υπόπτων ή κατηγορουμένων και των δικηγόρων τους, περιλαμβανομένων:
συναντήσεων,
αλληλογραφίας,
τηλεφωνικών συνομιλιών,
και κάθε άλλης επιτρεπτής μορφής επικοινωνίας.
Οι Ευρωπαϊκοί Σωφρονιστικοί Κανόνες του Συμβουλίου της Ευρώπης προβλέπουν επίσης ότι οι διαβουλεύσεις και οι επικοινωνίες κρατουμένων με νομικούς συμβούλους πρέπει να είναι εμπιστευτικές.
Παράλληλα, οι Κανονισμοί των Φυλακών της Κυπριακής Δημοκρατίας αναγνωρίζουν ειδική προστασία της επικοινωνίας κρατουμένων με τους δικηγόρους τους. Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι ακόμη και οι επίσημες πληροφορίες δικαιωμάτων στην Κύπρο αναφέρουν ρητά ότι ο κρατούμενος δικαιούται εμπιστευτικές συναντήσεις με τον δικηγόρο του «σε ειδικά καθορισμένο χώρο όπου να μην μπορεί να ιδωθεί ή ακουστεί από αστυνομικό». Η διατύπωση αυτή αποτυπώνει ξεκάθαρα ότι η ίδια η κυπριακή έννομη τάξη αναγνωρίζει πως η προστασία του δικηγορικού απορρήτου περιλαμβάνει όχι μόνο το περιεχόμενο της συνομιλίας αλλά και τις ίδιες τις συνθήκες υπό τις οποίες αυτή πραγματοποιείται.
Με αυτά τα δεδομένα, η σημερινή κατάσταση δημιουργεί σοβαρές ανησυχίες αναλογικότητας και νομιμότητας.
Περαιτέρω το γεγονός οτι οι κρατούμενοι χρησιμοποιούν τα ίδια σταθερά τηλέφωνα που χρησιμοποιούν για όλες τους τις συνομιλίες οι οποίες παρακολουθούνται, αφήνει την πραγματική ανησυχία παρακολούθησης και συνομιλιών μεταξύ κρατουμένων και δικηγόρων.
Το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο ανησυχητικό λόγω σοβαρών υποψιών ότι το σύστημα καμερών στα επισκεπτήρια διαθέτει δυνατότητα λήψης και αποθήκευσης ήχου μαζί με εικόνα.
Αν ισχύει κάτι τέτοιο, τότε γεννάται εύλογα το ερώτημα: πώς μπορεί ένας κρατούμενος ή ένας δικηγόρος να αισθανθεί ασφαλής ότι η νομική του διαβούλευση είναι πραγματικά εμπιστευτική;
Ακόμη και αν το κράτος υποστηρίζει ότι «δεν ακούει», η ίδια η ύπαρξη τεχνικής δυνατότητας καταγραφής ήχου, δημιουργεί αντικειμενικά κλίμα φόβου και αυτολογοκρισίας.
Ο κρατούμενος αποφεύγει να μιλήσει ελεύθερα. Ο δικηγόρος περιορίζει τη στρατηγική ανάλυση. Η υπεράσπιση λειτουργεί υπό τη σκιά πιθανής παρακολούθησης.
Το πρόβλημα όμως δεν αφορά μόνο υποδίκους.
Ένας κατάδικος μπορεί να επιθυμεί να συναντήσει τον δικηγόρο του:
για να καταγγείλει κακομεταχείριση,
για να αναφέρει βία,
για να αποκαλύψει διαφθορά,
για να ενημερώσει ανεξάρτητες αρχές,
για να συνεργαστεί με την Αστυνομία,
ή για να προσφύγει ενώπιον διεθνών δικαιοδοτικών οργάνων.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η δημόσια έκθεση της συνάντησης μπορεί να δημιουργήσει σοβαρούς κινδύνους.
Αν ολόκληρη η φυλακή μπορεί να δει ότι συγκεκριμένος κρατούμενος συναντά δικηγόρο μαζί με άλλα πρόσωπα που ενδεχομένως αναγνωρίζονται ως αστυνομικοί, ακόμη και χωρίς στολή, τότε δημιουργούνται:
υποψίες συνεργασίας,
κοινωνική πίεση,
στοχοποίηση,
φόβος αντιποίνων,
ακόμη και κίνδυνοι για τη σωματική ασφάλεια του κρατουμένου.
Σε ένα σωφρονιστικό περιβάλλον, ακόμη και η εντύπωση ότι κάποιος «μιλά» με αρχές μπορεί να είναι αρκετή για να τον θέσει σε κίνδυνο.
Και εδώ ακριβώς προκύπτει η θετική υποχρέωση του κράτους.
Το κράτος δεν αρκεί να απέχει από την παραβίαση του απορρήτου. Οφείλει ενεργά να οργανώνει το σωφρονιστικό σύστημα με τρόπο που να προστατεύει την εμπιστευτικότητα της νομικής επικοινωνίας.
Η ασφάλεια ασφαλώς αποτελεί θεμιτό σκοπό. Όμως το κρίσιμο ερώτημα είναι αν τα υφιστάμενα μέτρα είναι αναγκαία και αναλογικά.
Όταν υπάρχουν:
κάμερες,
έλεγχος πρόσβασης,
φυσική επιτήρηση,
και δυνατότητα απομακρυσμένης εποπτείας,
δύσκολα μπορεί να δικαιολογηθεί γιατί οι νομικές συναντήσεις πρέπει να παραμένουν εκτεθειμένες σε τέτοιο βαθμό στο υπόλοιπο σωφρονιστικό περιβάλλον ή γιατί θα έπρεπε να υπάρχει δυνατότητα λήψης ήχου.
Παράλληλα, η αποδυνάμωση της εμπιστευτικότητας φαίνεται να δημιουργεί και μία άλλη σοβαρή παρενέργεια: την ενίσχυση της ανάγκης για παράνομα κινητά τηλέφωνα εντός της φυλακής.
Όταν ένας κρατούμενος θεωρεί ότι:
οι επίσημες τηλεφωνικές επικοινωνίες δεν είναι ασφαλείς,
οι συναντήσεις με δικηγόρους εκτίθενται δημόσια,
ή ότι οι συνομιλίες ενδέχεται να παρακολουθούνται ή να αποθηκεύονται,
τότε αυξάνεται δραματικά η ανάγκη αναζήτησης ιδιωτικού διαύλου επικοινωνίας.
Αυτό φυσικά δεν νομιμοποιεί την κατοχή παράνομων κινητών τηλεφώνων. Εξηγεί όμως έναν σημαντικό μηχανισμό δημιουργίας ζήτησης μέσα στο σωφρονιστικό περιβάλλον.
Σε κάθε κλειστό ίδρυμα, όταν οι νόμιμοι μηχανισμοί επικοινωνίας δεν θεωρούνται ασφαλείς ή επαρκώς εμπιστευτικοί, δημιουργούνται παράλληλες παράνομες δομές.
Το κινητό τηλέφωνο μέσα στη φυλακή δεν χρησιμοποιείται μόνο για παράνομες δραστηριότητες οπως θελουν κάποιοι καποτε να το παρουσιάσουν.
Συχνά λειτουργεί ως μέσο:
ιδιωτικής επικοινωνίας,
προστασίας από παρακολούθηση,
επικοινωνίας με δικηγόρο,
ή αποφυγής έκθεσης σε τρίτους.
Έτσι, η υπερβολική ή αδιάκριτη επιτήρηση μπορεί τελικά να τροφοδοτεί το ίδιο το πρόβλημα που υποτίθεται ότι επιχειρεί να αντιμετωπίσει, ενισχύοντας το black market κινητών τηλεφώνων και τις παράλληλες δομές εξουσίας εντός της φυλακής.
Το κράτος ασφαλώς δικαιούται να προστατεύει την ασφάλεια των φυλακών. Δεν δικαιούται όμως να οργανώνει τις νομικές διαβουλεύσεις με τρόπο που:
αποκαλύπτει σχέσεις εμπιστοσύνης,
εκθέτει κρατούμενους,
δημιουργεί κινδύνους,
ή αποθαρρύνει την πρόσβαση στη δικαιοσύνη.
Και ίσως εδώ βρίσκεται η βαθύτερη θεσμική διάσταση του ζητήματος.
Μία δημοκρατική κοινωνία κρίνεται από τον τρόπο που μεταχειρίζεται ακόμη και εκείνους που βρίσκονται υπό κράτηση.
Και ο πυρήνας κάθε κράτους δικαίου είναι ότι ακόμη και μέσα στη φυλακή πρέπει να υπάρχει ένας χώρος όπου ο πολίτης μπορεί να μιλήσει ελεύθερα με τον δικηγόρο του χωρίς φόβο ότι παρακολουθείται, καταγράφεται ή εκτίθεται.
Αν χαθεί αυτός ο χώρος, τότε δεν υπονομεύεται μόνο το δικηγορικό απόρρητο.
Υπονομεύεται η ίδια η έννοια της δικαιοσύνης.
*Αλέξανδρος Κληρίδης
Δικηγόρος και Πρόεδρος του Συνδέσμου Φυλακισμένων











