Η έκθεση Notes on Staying παρουσιάζεται στη Stand In Line Art Space Gallery, με εγκαίνια στις 28 Απριλίου στις 19:00 και διάρκεια έως τις 19 Μαΐου.
Η έκθεση εξερευνά ζητήματα σώματος, μνήμης και υλικότητας μέσα eστο χαρτί, εστιάζοντας στην έννοια της παραμονής ως επιτελεστικής συνθήκης. Μέσα από μια πρακτική που κινείται ανάμεσα στις εικαστικές τέχνες, η καλλιτέχνις προσεγγίζει την παραμονή όχι ως στατικότητα, αλλά ως μια διαδικασία επιβίωσης, αντίστασης και διαρκούς διαπραγμάτευσης με το τραύμα και τη μνήμη.
Η Βασίλεια Αναξαγόρου είναι εικαστικός καλλιτέχνης και ερευνήτρια από την Λάρνακα. Είναι υποψήφια διδάκτορας στο Πρόγραμμα Σπουδών Φύλου του Πανεπιστήμιο Κύπρου, όπου η έρευνά της επικεντρώνεται στην performance art και τις φεμινιστικές πρακτικές στο πλαίσιο της «seascape of trauma».
Κατέχει MFA in Fine Arts από το University of Oxford, BFA in Fine Arts από το School of Visual Arts, MA από το Goldsmiths, University of London και BA στην Πολιτική από το University of Nottingham.
Έχει παρουσιάσει τέσσερις ατομικές εκθέσεις στην Κύπρο και έχει συμμετάσχει σε ομαδικές εκθέσεις διεθνώς. Το έργο της έχει παρουσιαστεί σε συνέδρια και δημοσιευθεί σε ακαδημαϊκά περιοδικά, ενώ παράλληλα διδάσκει σύγχρονη τέχνη και θεωρία σε πανεπιστημιακά και σχολικά περιβάλλοντα.
1. «Notes on Staying». Περίγραψε μας τα μηνύματα που μεταφέρεις και τα συναισθήματα που εκφράζεις μέσω αυτής της έκθεσης.
Το «Notes on Staying» προέκυψε μέσα από μια αρκετά δύσκολη περίοδο της ζωής μου. Ήταν μια φάση όπου αναγκάστηκα, όχι πολύ ρομαντικά, να αναθεωρήσω σχεδόν τα πάντα. Σχέσεις, καταστάσεις, επιλογές, ακόμη και το πώς βλέπω τους ανθρώπους και την ίδια την ανθρώπινη φύση. Είχε πολλά ερωτηματικά. Και όχι πολλές απαντήσεις. Τα έργα προέκυψαν σαν σημειώσεις μέσα σε αυτή τη διαδικασία. Κάπως μπερδεμένες, κάπως ανολοκλήρωτες, όπως ήμουν κι εγώ εκείνη την περίοδο. Μιλάει για το “μένω” όχι επειδή όλα είναι ξεκάθαρα, αλλά γιατί κάποιες φορές δεν έχεις άλλη επιλογή από το να σταθείς μέσα σε αυτό που συμβαίνει και να το αντέξεις λίγο.
Υπάρχει απώλεια, απογοήτευση, μια αίσθηση ότι κάτι τελειώνει. Αλλά ταυτόχρονα υπάρχει και μια περίεργη διαύγεια, αυτή που έρχεται όταν αρχίζεις να βλέπεις πιο καθαρά, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει ότι πρέπει να αλλάξεις πράγματα, να αφήσεις πίσω ανθρώπους, ή να παραδεχτείς ότι κάποια πράγματα δεν ήταν όπως τα νόμιζες. Και κάπου εκεί, μέσα σε όλο αυτό, υπάρχει και μια μικρή, πεισματάρικη αντοχή. Σαν να λες, οκ, δεν ξέρω ακριβώς τι κάνω, αλλά θα μείνω και θα το δω μέχρι τέλους.
2. Έχεις χαρακτηρίσει τη δουλειά σου σε αυτή την έκθεση, την πιο προσωπική σου μέχρι τώρα. Γιατί;
Γιατί αυτή τη φορά δεν κρύφτηκα τόσο καλά, και το λέω αυτό με λίγη αμηχανία. Συνήθως βρίσκω τρόπους να φιλτράρω το προσωπικό μέσα από θεωρία ή πιο αφηρημένες έννοιες. Εδώ δεν λειτούργησε έτσι. Ή μάλλον… δεν ήθελα να λειτουργήσει έτσι. Η δουλειά αυτή είναι πολύ συνδεδεμένη με πραγματικές αλλαγές που έγιναν στη ζωή μου. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, απομακρύνθηκα από ανθρώπους, άλλαξα καταστάσεις, και ήρθα αντιμέτωπη με πράγματα που απέφευγα για καιρό. Και αυτό φαίνεται. Έχει ατέλειες, έχει ασυνέχειες, έχει στιγμές που δεν λύνονται. Νομίζω γι’ αυτό τη νιώθω τόσο προσωπική: γιατί δεν είναι κάτι που κοιτάζω από απόσταση. Είναι κάτι που ακόμα με επηρεάζει, και μάλλον θα συνεχίσει για λίγο ακόμα.
3. Είσαι ακαδημαϊκός, εκπαιδευτικός, ερευνήτρια και εικαστικός. Τι προσφέρει ο κάθε ρόλος στην τέχνη σου;
Όλοι αυτοί οι ρόλοι μπλέκονται, μερικές φορές πολύ όμορφα, και άλλες φορές λίγο χαοτικά.
Η ακαδημαϊκή και ερευνητική μου πλευρά προσπαθεί να καταλάβει τι συμβαίνει. Να δώσει πλαίσιο, να συνδέσει αυτά που βιώνω με μεγαλύτερα ερωτήματα, για τη μνήμη, το τραύμα, το φύλο, την ταυτότητα. Η διδασκαλία με κρατάει σε διάλογο. Με προσγειώνει, αλλά ταυτόχρονα με προκαλεί γιατί συχνά μέσα από τους μαθητές μου συνειδητοποιώ ότι πράγματα που νόμιζα πως είχα λύσει, δεν τα είχα λύσει καθόλου. Και μετά είναι η τέχνη… που κάπως τα χαλάει όλα αυτά με τον πιο ωραίο τρόπο. Γιατί εκεί δεν χρειάζεται να εξηγήσω. Μπορώ απλά να αφήσω τα πράγματα να υπάρχουν, ακόμη κι αν δεν είναι ξεκάθαρα.
4. Τι είναι για σένα τέχνη; Υπάρχουν όρια;
Για μένα η τέχνη είναι ένας χώρος όπου μπορώ να είμαι ειλικρινής χωρίς να χρειάζεται να είμαι “τακτοποιημένη”. Δεν τη βλέπω σαν κάτι απλά όμορφο ή διακοσμητικό. Τη βλέπω σαν κάτι που μπορεί να είναι άβολο, ατελές, ακόμη και αποτυχημένο, και αυτό να έχει αξία. Και για να είμαι ειλικρινής… δεν πιστεύω ότι υπάρχουν όρια στην τέχνη. Τα όρια τα βάζουμε εμείς ως θεατές. Δηλαδή τι αντέχουμε να δούμε, τι μας αγγίζει, τι μας ενοχλεί, τι απορρίπτουμε. Η τέχνη μπορεί να πάει παντού. Το ερώτημα είναι αν εμείς είμαστε έτοιμοι να πάμε μαζί της. Κάποιες φορές λέμε “αυτό δεν είναι τέχνη”, αλλά ίσως αυτό που εννοούμε είναι «αυτό με δυσκολεύει». Και αυτό για μένα είναι ενδιαφέρον σημείο. Δεν με ενδιαφέρει τόσο να συμφωνεί κάποιος με τη δουλειά μου. Με ενδιαφέρει να τον μετακινεί λίγο, ακόμη κι αν αυτό είναι προς την αντίδραση.
5. Πώς θα χαρακτήριζες τη ζωή ενός καλλιτέχνη/εικαστικού στην Κύπρο σήμερα;
Είναι λίγο σαν να προσπαθείς να κάνεις ισορροπία… ενώ φυσάει. Υπάρχει μια ωραία πλευρά, οικειότητα, κοινότητα, μια αίσθηση ότι δεν είσαι εντελώς μόνη. Υπάρχουν άνθρωποι που στηρίζουν, που συνεργάζονται, που προσπαθούν. Αλλά υπάρχει και η άλλη πλευρά, περιορισμένες ευκαιρίες, οικονομική ανασφάλεια, και μια μόνιμη εσωτερική συζήτηση τύπου “να μείνω ή να φύγω;” (ναι, apparently αυτό το θέμα δεν με αφήνει). Και όμως, μέσα σε όλα αυτά, δημιουργείται δουλειά με πολύ πείσμα. Ίσως επειδή τίποτα δεν είναι εύκολο, τα πράγματα βγαίνουν πιο αληθινά.
6. Με τη Λάρνακα ως Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης για το 2030, τι ευκαιρίες ανοίγονται;
Η European Capital of Culture 2030 είναι μια πολύ σημαντική ευκαιρία. Μπορεί να φέρει πόρους, συνεργασίες, διεθνή ορατότητα, πράγματα που λείπουν. Να ανοίξει χώρους για καλλιτέχνες, για πιο πειραματικές πρακτικές, για νέες φωνές. Αλλά ταυτόχρονα υπάρχει και ένα μικρό άγχος, να μην γίνει κάτι προσωρινό, ένα ωραίο event που τελειώνει. Ελπίζω να λειτουργήσει σαν αφετηρία για κάτι που θα μείνει. Κάτι που θα στηρίξει πραγματικά τους καλλιτέχνες που είναι ήδη εδώ, και που, με κάποιο τρόπο, συνεχίζουν να μένουν… ακόμη κι όταν δεν είναι πάντα εύκολο να εξηγήσουν γιατί.











