«... οι περιστάσεις της υπόθεσης, ο τρόπος δράσης του εφεσείοντα αλλά και οι προηγούμενες καταδίκες του, δικαιολογούσαν κατά την άποψή μας την αυστηρή αυτή αντιμετώπισή του από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Αυστηρή μεν, αλλά όχι έκδηλα υπερβολική, ούτως ώστε να δικαιολογείται η παρέμβασή μας. Τονίζουμε, ιδιαίτερα, ότι η πιο πρόσφατη προηγούμενη καταδίκη του εφεσείοντα ήταν, όπως φαίνεται από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, στις 30.3.2018 όπου και του είχε επιβληθεί άμεση ποινή φυλάκισης 2 ετών. Σχεδόν αμέσως μετά την αποφυλάκισή του, και ειδικότερα τον Αύγουστο του 2020, άρχισε να επιδίδεται σε νέες παράνομες δραστηριότητες ίδιας φύσεως όπως αυτές για τις οποίες είχε προηγουμένως καταδικαστεί. Υπενθυμίζουμε ότι, σύμφωνα με τα γεγονότα που πλαισιώνουν την παρούσα υπόθεση, ο εφεσείων τον Αύγουστο του 2020, ενώ εκτελούσε εργασίες μπογιατίσματος στην οικία της παραπονούμενης και του συζύγου της, πληροφόρησε την παραπονούμενη ότι είναι εργολάβος και κτίζει διαμερίσματα και κατάφερε και απέσπασε από αυτούς το ποσό των €125.000. Το γεγονός αυτό δείχνει μία εμμονή του εφεσείοντα σε εγκληματική συμπεριφορά και υπάρχουν κίνδυνοι που το κοινό διατρέχει από τη δράση ατόμων ως ο εφεσείων».
Παραπέμποντας σε τέσσερις προηγούμενες καταδίκες του, εκ των οποίων στην μια λήφθηκαν υπόψη άλλες δεκατρείς υποθέσεις, όλες σχετικές με το αδίκημα της απόσπασης περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις, το Εφετείο απέρριψε την έφεση κατάδικου, το παρατσούκλι του οποίου παραπέμπει σε... αληθινές ιστορίες που πλασάρει σε πολίτες τους οποίους ξεγέλασε, επικυρώνοντας την επταετή ποινή φυλάκισης που του επιβλήθηκε από το Κακουργιοδικείο, κάνοντας λόγο για εμμονή σε εγκληματική συμπεριφορά.
Το ενδιαφέρον που προκύπτει με την συγκεκριμένη περίπτωση, είναι ότι, ενώ πρόκειται για κατάδικο που με αποφάσεις Δικαστηρίου αποδείχθηκε πως ξεγέλασε ουκ ολίγους πολίτες, σήμερα χρησιμοποιείται ως βασικός μάρτυρας της Εισαγγελίας, αφού φαίνεται να κρίθηκε αξιόπιστος, για την περιβόητη υπόθεση των μεταπωλήσεων κρουασάν, καφέδων και άλλων προϊόντων, για την οποία κατηγορείται μεταξύ άλλων δεσμοφύλακας και κατάδικος, με βάση τους ισχυρισμούς του εν λόγω κρατούμενου.
Υπενθυμίζεται πως βάση τα όσα κατατέθηκαν από τις διαδικασίες ενώπιον Δικαστηρίου, ο εν λόγω κατάδικος τον Ιανουάριο του 2025, είχε μεταβεί στο γραφείο της νυν Διευθύντριας των Κεντρικών Φυλακών, η οποία με την σειρά της ενημέρωσε την Αστυνομία. Ακολούθως, τον Φεβρουάριο, ανακριτές του ΤΑΕ Αρχηγείου τον επισκέφθηκαν, όπου ισχυρίστηκε πως μεταπωλούσαν προϊόντα και ο δεσμοφύλακας λάμβανε προμήθεια για να κλείνει τα μάτια, ενώ οι διαδικασίες δρομολογήθηκαν τον Απρίλιο, δηλαδή περίπου τέσσερις μήνες μετά τους ισχυρισμούς του. Αποτέλεσμα η Αστυνομία να συλλάβει μεταξύ άλλων τον δεσμοφύλακα, πετυχαίνοντας παράλληλα δικαστικό ένταλμα έρευνας στην οικία του, όπου μεταξύ άλλων εντοπίστηκαν τα κατ΄ ισχυρισμό έγγραφα των Φυλακών, με την Αστυνομία να ανοίγει δεύτερη ποινική υπόθεση, η οποία καταχωρήθηκε στο Κακουργιοδικείο.
Ο εν λόγω κατάδικος, καταδικάστηκε στις 18.1.2023, καθώς το πρωτόδικο Δικαστήριο τον έκρινε ένοχο στις κατηγορίες της απόσπασης περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Το ποσό που απέσπασε από την παραπονούμενη ήταν €125.000, με το Δικαστήριο να του επιβάλει συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 3,5 ετών στην κατηγορία της απόσπασης περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις και επτά ετών στην κατηγορία της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.
Ο κατάδικος, μέσω της δικηγόρου του, καταχώρησε έφεση, θεωρώντας πως η ποινή που του επιβλήθηκε στην κατηγορία της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, ήταν έκδηλα υπερβολική και δεν εντάσσεται στα πλαίσια τα οποία ορίζει η νομολογία για αυτού του είδους τα αδικήματα, με βάση το ποσό της νομιμοποίησης. Η υπεράσπιση ανέφερε επίσης πως η ποινή των επτά ετών ήταν δυσανάλογη με βάση τη νομολογία και άλλες υποθέσεις που επικαλέστηκε, τις οποίες παρέθεσε στην απόφασή του και το πρωτόδικο Δικαστήριο, εκφράζοντας την θέση πως υπήρξε υπέρμετρη απόκλιση από αυτές, κάτι που δικαιολογεί την επέμβαση του Εφετείου.
Επιπρόσθετα, παρέπεμψε στις προσωπικές του συνθήκες, λέγοντας πως είναι πατέρας ανήλικων παιδιών, ενώ σημείωσε πως ο πελάτης της δέχτηκε να εκδοθεί εναντίον του, στο πλαίσιο αγωγής που καταχώρισε η παραπονούμενη, απόφαση για το ποσό των €125.000, όπως και η αποδοχή του να εκδοθεί εναντίον του τελικό διάταγμα για την παράδοση οκτώ οχημάτων για τα οποία είχε εκδοθεί προσωρινό διάταγμα δέσμευσης. Κάτι, που κατά τη θέση της, συνιστούν παράγοντες που θα έπρεπε να συνεκτιμηθούν δεόντως από το πρωτόδικο Δικαστήριο.
Το Εφετείο στην απόφαση του, αναφέρει πως το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη τις τέσσερεις προηγούμενες καταδίκες που βαρύνουν τον εφεσείοντα, περιγράφοντας τα αδικήματα που τις αφορούν. Τονίζει δε, ότι και οι τέσσερεις υποθέσεις αφορούσαν αδικήματα εξασφάλισης αγαθών διά ψευδών παραστάσεων, απόσπασης εμπορευμάτων διά ψευδών παραστάσεων, πλαστογραφίας, κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και κλοπής, ενώ σημειώνει ότι στην παλαιότερη από αυτές, στην επιμέτρηση της ποινής της λήφθηκαν υπ' όψιν άλλες 13 υποθέσεις που αφορούσαν ομοειδή αδικήματα.
Εφετείο: Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε, όπως έχει ήδη αναφερθεί, από τη συνήγορο του εφεσείοντα, στην «αποζημίωση» που δόθηκε από τον εφεσείοντα στην παραπονούμενη. Κατά το στάδιο της ακρόασης της έφεσης όμως, διευκρινίστηκε ότι όταν το πρωτόδικο Δικαστήριο κλήθηκε να επιβάλει ποινή στον εφεσείοντα, το μοναδικό ποσό που βρέθηκε στην κατοχή του εφεσείοντα, κατασχέθηκε και δηλώθηκε ότι προσφέρεται ως αποζημίωση στην παραπονούμενη ήταν αυτό των €550 και δηλώθηκε πρόθεση για αποδοχή του εφεσείοντα για έκδοση εναντίον του και υπέρ της παραπονούμενης εκ συμφώνου απόφασης σε αστική διαδικασία, κάτι το οποίο ορθά κατά την άποψή μας, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν επιμέτρησε προς όφελος του εφεσείοντα.
Επίσης, το Εφετείο υπέδειξε πως το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε, επίσης, στη σοβαρότητα των κατηγοριών για τις οποίες ο εφεσείων βρέθηκε ένοχος, ενώ παρέπεμψε σε υπόθεση του 2000, όπου και πάλι αφορούσε τον ίδιο, με το Ανώτατο να του απορρίπτει την έφεση του, αναφερόμενο μεταξύ άλλων στο βεβαρημένο ποινικό μητρώο του.
Ανώτατο 2000: Τον τιμώρησε με συντρέχουσες ποινές φυλάκισης έξι ετών για κάθε ένα από τα πρώτα δύο αδικήματα και με ποινές φυλάκισης δύο ετών για κάθε ένα από τα άλλα δύο αδικήματα. Στην επιμέτρηση της ποινής λήφθηκαν υπόψη, μετά από αίτηση του εφεσείοντος, άλλα τριάντα αδικήματα της ίδιας φύσης προς εκείνα για τα οποία καταδικάστηκε, τα οποία ενείχαν το στοιχείο της κλοπής και της απάτης. Ως αποτέλεσμα της εγκληματικής του δραστηριότητας, ο εφεσείων οικειοποιήθηκε ποσό περίπου £5.000,00. Το μητρώο του εφεσείοντος είναι βεβαρυμένο με δεκατρείς προηγούμενες καταδίκες για τη διάπραξη όμοιων αδικημάτων - πλαστογραφίας, κυκλοφορίας πλαστών εγγράφων, απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις και κλοπής.
Το Εφετείο, εξετάζοντας τα δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον του, απέρριψε την έφεση, αφού έκρινε πως το πρωτόδικο Δικαστήριο, ορθά, κατέληξε στην επιβολή της συγκεκριμένης ποινής στον εφεσείοντα, λέγοντας πως το ποσό που αποσπάστηκε, €125.000, μπορεί να μην ήταν ιδιαίτερα μεγάλο σε σχέση με άλλες υποθέσεις στις οποίες επιβλήθηκε η ίδια ποινή, εντούτοις λήφθηκαν υπόψη οι περιστάσεις και οι προηγούμενες καταδίκες, που δικαιολογούσαν την αυστηρή αντιμετώπιση.
Εφετείο: Σχεδόν αμέσως μετά την αποφυλάκισή του, και ειδικότερα τον Αύγουστο του 2020, άρχισε να επιδίδεται σε νέες παράνομες δραστηριότητες ίδιας φύσεως όπως αυτές για τις οποίες είχε προηγουμένως καταδικαστεί. Υπενθυμίζουμε ότι, σύμφωνα με τα γεγονότα που πλαισιώνουν την παρούσα υπόθεση, ο εφεσείων τον Αύγουστο του 2020, ενώ εκτελούσε εργασίες μπογιατίσματος στην οικία της παραπονούμενης και του συζύγου της, πληροφόρησε την παραπονούμενη ότι είναι εργολάβος και κτίζει διαμερίσματα και κατάφερε και απέσπασε από αυτούς το ποσό των €125.000. Το γεγονός αυτό δείχνει μία εμμονή του εφεσείοντα σε εγκληματική συμπεριφορά και υπάρχουν κίνδυνοι που το κοινό διατρέχει από τη δράση ατόμων ως ο εφεσείων.
Καταληκτικά, το Εφετείο ανέφερε πως το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε στον εφεσείοντα ποινή φυλάκισης επτά ετών στο αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων για το οποίο όμως προβλέπεται ως ανώτατο όριο, ποινή φυλάκισης 14 χρόνων, ενώ σημείωσε πως «τα περιθώρια που υπήρχαν για εξατομίκευση της ποινής στο πλαίσιο του συγκεκριμένου παραβάτη, του εφεσείοντα, ήταν πολύ μικρά και το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπ' όψιν του, στην έκταση που μπορούσε, τις προσωπικές συνθήκες του εφεσείοντα και του επέβαλε ποινή κατά επτά χρόνια πιο χαμηλή από το ανώτατο όριο. Υπήρξε, δηλαδή, σοβαρή έκπτωση της ποινής παρά τις προηγούμενες καταδίκες του».
Σημειώνεται πως με βάση τα όσα καταγράφονται στις αποφάσεις, ο εν λόγω κατάδικος βαρύνεται συνολικά με 31 καταδίκες, που όλες σχετίζονται με απάτες και ψευδείς παραστάσεις.











