Θύμα ξυλοδαρμού έπεσε προ ημερών κατάδικος στις Κεντρικές Φυλακές, με αποτέλεσμα τον σοβαρό τραυματισμό του, εξού και παρέμεινε για μέρες υπό νοσηλεία στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, ωστόσο την περασμένη Πέμπτη, παρά το γεγονός ότι η Διεύθυνση ενημερώθηκε πως έγιναν σχετικά διαβήματα στο ΕΔΑΔ ώστε να αποτραπεί η επιστροφή του στο Σωφρονιστικό Ίδρυμα λόγω της κατάστασης του, εντούτοις αποφασίστηκε το αντίθετο. Ωστόσο, το ΕΔΑΔ με διάταγμα απαγορεύει την επιστροφή του κατάδικου στις Κεντρικές Φυλακές, ο οποίος όμως ήδη επιστράφηκε, για τους λόγους που ανέπτυξε η πλευρά του κατάδικου, που εκπροσωπείτο από την δικηγόρο Λητώ Καριόλου, με την Διεύθυνση αυτή τη στιγμή αλλά και το Υπουργείο Δικαιοσύνης να καλείται να συμμορφωθεί εκ των υστέρων.
Σύμφωνα με τις σχετικές καταγγελίες, το περιστατικό συνέβη στις 14 Οκτωβρίου 2026 και από τότε ο κατάδικος νοσηλευόταν στο νοσοκομείο Λευκωσίας με κάταγμα στο κεφάλι, μέχρι και τις 28 Οκτωβρίου, οπότε αποφασίστηκε η επιστροφή τους στις Κεντρικές Φυλακές, παρά τα διαβήματα της οικογένειας και της δικηγόρου του, η οποία απέστειλε επιστολές σε όλους τους αρμόδιους, ακόμα και στο Πρόεδρο της Δημοκρατίας.
Μεταξύ άλλων, η κ. Καριόλου ενημέρωσε τους αρμοδίους πως η Διεύθυνση των Φυλακών, παρά τους σχετικούς κανονισμούς, ενημέρωσε την οικογένεια του θύματος της επόμενη ημέρα και αφότου η οικογένεια είχε ενημερωθεί από τρίτα πρόσωπα, ενώ κατήγγειλαν καθυστέρηση στην μεταφορά του στο νοσοκομείο, το οποίο ενημέρωσε τους γονείς πως ο γιός τους υπέστη κάταγμα κρανίου και υπαραχνοειδή αιμορραγία.
Με σχετικές επιστολές ενημέρωσαν τους αρμοδίους πως η κατάσταση του κρίνεται σοβαρή, αφού το θύμα δεν μπορούσε να επικοινωνήσει στο βαθμό που θα έπρεπε, προσθέτοντας πως χρειάζεται βοήθεια για βασικές καθημερινές ανάγκες, όπως η σίτιση, η μετακίνηση και η προσωπική του υγιεινή. Παράλληλα, ανέφεραν πως υπάρχουν σοβαρές ανησυχίες σχετικά με την ομιλία και τη μνήμη του.
Η Λητώ Καριόλου, πέραν του ότι ζήτησε ενημέρωση για την ποινική διαδικασία και όπως ο πελάτης της εξεταστεί από ιατροδικαστή και να της δοθεί πρόσβαση στον ιατρικό φάκελο, έθεσε θέμα ως προς την πιθανή επιστροφή τους στις Κεντρικές Φυλακές, χωρίς να έχει προηγηθεί ουσιαστική και εξατομικευμένη αξιολόγηση των κινδύνων που αντιμετωπίζει, εκφράζοντας φόβους για τη ζωή του, αλλά και για την επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του, δεδομένου πως δεν ήταν σε θέση να αυτοεξυπηρετηθεί πλήρως.
Ως εκ τούτου, ζήτησε όπως ο κατάδικος να μην επιστρέψει στις Κεντρικές Φυλακές αλλά να συνεχίσει την έκτιση της ποινής του σε περιβάλλον που θα προστατεύει την σωματική του ακεραιότητα και θα ανταποκρίνεται στις ιατρικές του ανάγκες, καλώντας τους αρμοδίους να αξιολογήσουν τα δεδομένα, ενώ ταυτόχρονα η δικηγόρος αποτάθηκε και στο ΕΔΑΔ.
Εντούτοις, στις 28 Οκτωβρίου ο κατάδικος επέστρεψε στις Κεντρικές Φυλακές, με την δικηγόρο του να ενημερώνει το Τμήμα για τα σχετικά διαβήματα στο ΕΔΑΔ το οποίο αναμένεται να αποφασίσει για το ζήτημα, ωστόσο φαίνεται να μην λήφθηκε υπόψη, αφού το θύμα είχε ήδη μεταφερθεί στο Σωφρονιστικό Ίδρυμα.
Εν τέλει, το ΕΔΑΔ είχε εκδώσει διάταγμα στις 27 Οκτωβρίου, το οποίο δεν εφαρμόστηκε, όπου αναφέρει πως: «Λαμβάνοντας υπόψη τις πληροφορίες που προσκόμισε ο αιτητής, το Δικαστήριο αποφασίζει, προς το συμφέρον των διαδίκων και για τη διασφάλιση της ορθής διεξαγωγής της ενώπιόν του διαδικασίας, να υποδείξει στην Κυβέρνηση της Κύπρου, δυνάμει του Άρθρου 39 του Κανονισμού του Δικαστηρίου, ότι ο αιτητής δεν πρέπει να μεταφερθεί στις Κεντρικές Φυλακές Λευκωσίας μέχρι τις 5 Νοεμβρίου 2026».
Επίσης, το ΕΔΑΔ, στην βάση των θέσεων του αιτητή, ζητά από την Δημοκρατία όπως παραχωρήσει πληροφορίες σε σχέση με την κατάσταση του αιτητή, ενώ αποφάσισε όπως «δώσει προτεραιότητα στην εξέταση της προσφυγής, σύμφωνα με το Άρθρο 41 του Κανονισμού του Δικαστηρίου».
Ως εκ τούτου, με βάση το διάταγμα, η Διεύθυνση των Φυλακών, το Υπουργείο Δικαιοσύνης και ο Γενικός Εισαγγελέας, καλούνται να συμμορφωθούν μέχρι να εξεταστεί το ζήτημα.











