Στην επίσημη ιστοσελίδα της Νομικής Υπηρεσίας είναι αναρτημένες, μεταξύ άλλων, οι «Αρχές Δεοντολογίας και Συμπεριφοράς των Δημόσιων Κατηγόρων» (σ.σ. σχετικός σύνδεσμος εδώ).
Στο σημείο 14 αναφέρεται ρητά το ακόλουθο: «Να μην επιτρέπουν τα προσωπικά ή οικονομικά συμφέροντα των ιδίων ή της οικογένειάς τους, τις κοινωνικές ή άλλες σχέσεις τους να επηρεάζουν τον τρόπο που εκτελούν τα καθήκοντά τους ως δημόσιοι κατήγοροι. Ειδικά, δεν θα πρέπει να εκτελούν καθήκοντα δημόσιου κατήγορου στις περιπτώσεις εκείνες όπου είτε αυτοί, είτε η οικογένεια ή οι συνεργάτες τους έχουν προσωπικό, ιδιωτικό ή οικονομικό συμφέρον ή σχέση».
Η πρόνοια δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας, αντιθέτως είναι ξεκάθαρη. Με βάση τον ίδιο τον Κώδικα Δεοντολογίας που διέπει τους Δημόσιους Κατήγορους της Νομικής Υπηρεσίας, ένας δικηγόρος της Δημοκρατίας δεν μπορεί να αναλαμβάνει τον χειρισμό υπόθεσης όταν συνδέεται προσωπικά, οικογενειακά ή με άλλον τρόπο που δημιουργεί σύγκρουση συμφέροντος με εμπλεκόμενο πρόσωπο.
Σε μια τέτοια περίπτωση, η ορθή διαδικασία είναι αυτονόητη ή τουλάχιστον θα έπρεπε να ήταν αυτονόητη. Ενημερώνονται οι προϊστάμενοι και ο δικηγόρος της Δημοκρατίας εξαιρείται από τον χειρισμό της υπόθεσης, διαφορετικά τίθεται ευθέως ζήτημα τήρησης των ίδιων των κανόνων που η Νομική Υπηρεσία έχει θεσπίσει για τους λειτουργούς της.
Ακόμη σοβαρότερο είναι το ζήτημα εάν η σχετική σχέση είχε γνωστοποιηθεί στους προϊσταμένους και, παρ’ όλα αυτά, δεν έγινε αντικατάσταση. Σε μια τέτοια περίπτωση, τα ερωτήματα δεν αφορούν πλέον μόνο τον λειτουργό που μπορεί να χειρίστηκε ή να χειρίζεται μια υπόθεση, αλλά αναπόφευκτα και εκείνους που γνώριζαν και επέλεξαν να επιτρέψουν τη συνέχιση του χειρισμού της.
Και αν, ακόμη χειρότερα, μια τέτοια σχέση αποκρύφθηκε ή αποσιωπήθηκε, τότε το ζήτημα αποκτά άλλη διάσταση. Και αυτό διότι, οι Κώδικες Δεοντολογίας δεν υπάρχουν για να εφαρμόζονται κατά το δοκούν, ούτε για να ανασύρονται από τα συρτάρια όταν πλέον οι σχέσεις γνωστοποιούνται. Υπάρχουν ακριβώς για να αποτρέπουν καταστάσεις που γεννούν υπόνοιες σύγκρουσης συμφερόντων και πλήττουν την αξιοπιστία του θεσμού.
Σε μια εποχή κατά την οποία η εμπιστοσύνη στους θεσμούς δοκιμάζεται διαρκώς -και ειδικότερα όταν γύρω από τη Νομική Υπηρεσία έχουν τα τελευταία χρόνια συσσωρευθεί σκιές και δημόσια ερωτήματα- η επίκληση της θεσμικής αξιοπιστίας από μόνη της δεν αρκεί. Όπως έχει ειπωθεί αμέτρητες φορές, η γυναίκα του Καίσαρα δεν αρκεί να είναι τίμια, πρέπει και να φαίνεται τίμια.
Πολύ περισσότερο, όμως, πρέπει να τηρεί τους κανόνες που η ίδια επικαλείται. Όταν οι ασφαλιστικές δικλίδες και οι Κώδικες Δεοντολογίας που υποτίθεται ότι θωρακίζουν τις διαδικασίες δεν εφαρμόζονται εξαρχής, αλλά η παράκαμψή τους αποκαλύπτεται εκ των υστέρων -και μάλιστα όχι από τον ίδιο τον θεσμό, αλλά από τρίτους- τότε οι «σκιές» δεν δημιουργούνται από εκείνους που θέτουν τα ερωτήματα. Δημιουργούνται από εκείνους που όφειλαν να μην αφήσουν κανένα περιθώριο για να τεθούν.
Και εάν αποδειχθεί ότι μια σχέση που, βάσει του ίδιου του Κώδικα, θα έπρεπε να είχε οδηγήσει τουλάχιστον στην εξέταση ζητήματος εξαίρεσης ήταν γνωστή στην ηγεσία και παρ’ όλα αυτά παρακάμφθηκε, τότε το ερώτημα είναι απλό. Για ποιον ακριβώς ισχύουν οι κανόνες της Νομικής Υπηρεσίας, αν όχι πρώτα απ’ όλα για την ίδια τη Νομική Υπηρεσία;
Διότι ένας Κώδικας Δεοντολογίας που εφαρμόζεται μόνο όταν βολεύει, δεν είναι Κώδικας Δεοντολογίας. Είναι άλλοθι θεσμικής ευπρέπειας.
*Πύθωνας











