Η έκθεση της Αρχής κατά της Διαφθοράς για το βιβλίο «Κράτος Μαφία» δεν ήταν το τέλος ενός κεφαλαίου και μιας διαμάχης μεταξύ του συγγραφέα Μακάριου Δρουσιώτη και του τέως Προέδρου της Δημοκρατίας, Νίκου Αναστασιάδη, σε βάρος του οποίου υποδείχθηκε πιθανή διάπραξη σοβαρών αδικημάτων, όπως και για άλλα δεκατέσσερα φυσικά και νομικά πρόσωπα. Είναι η αρχή ενός νέου, ακόμη μεγαλύτερου, όχι μόνο γιατί θα πρέπει να διερευνηθούν σε ανακριτικό επίπεδο τα όσα εντόπισε η τετραμελής ερευνητική ομάδα μέσα από την εκτεταμένη της έρευνα που διήρκησε δύο χρόνια, αλλά επειδή αποτελεί την μεγαλύτερη και σοβαρότερη θεσμική κρίση στα χρονικά, λαμβάνοντας υπόψη τα πρόσωπα και τις θέσεις που κατείχαν, τα οποία εκπροσωπούν όλα τα κέντρα εξουσίας.
Παράλληλα, όμως, το πόρισμα αναδεικνύει κρίσιμα πολιτικά αλλά και θεσμικά διλήμματα, ακόμα και για τον ίδιο τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Νίκο Χριστοδουλίδη, τον οποίο η επόμενη μέρα τον βρίσκει αναπόφευκτα υπό πίεση. Όχι γιατί του καταλογίστηκαν οποιεσδήποτε ευθύνες, αλλά διότι πλέον τα βλέμματα είναι στραμμένα για το πώς και από ποιους θα διερευνηθούν τα όσα προκύπτουν αλλά και με ποιο τρόπο θα διασφαλιστεί η διαδικασία, η οποία δεν αρκεί να είναι αντικειμενική και αμερόληπτη, αλλά θα πρέπει και να φαίνεται ως τέτοια. Κυρίως, μετά από ένα πόρισμα που μεταξύ άλλων άφησε υπόνοιες για ένα πλέγμα διαφθοράς πίσω από την απονομή της Δικαιοσύνης.
Σε πολιτικό επίπεδο, ο Νίκος Χριστοδουλίδης -σε ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο περιβάλλον- καλείται να πάρει τέτοιες αποφάσεις, ώστε σε καμία περίπτωση να μην αφήνει περιθώρια παρερμηνείας λόγω του ότι προέρχεται από την διακυβέρνηση Αναστασιάδη και ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας θεωρείται ο πολιτικός του πατέρας, ενώ σε θεσμικό επίπεδο, θα πρέπει να δείξει πως μπροστά στην απονομή της δικαιοσύνης και την μηδενική ανοχή σε οποιεσδήποτε πράξεις που πλήττουν το κράτος δικαίου και πιθανόν να συνιστούν διάπραξη ποινικών αδικημάτων, όπως ο ίδιος δηλώνει, δεν υπολογίζονται προσωπικές σχέσεις και δεν υπάρχουν εξαρτήσεις.
Η απόφαση του Γενικού και Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα να αυτοεξαιρεθούν από τις περαιτέρω έρευνες, μπορεί να ήταν προς την ορθή κατεύθυνση, αν και αποτελούσε δρόμο μονόδρομο για Γιώργο Σαββίδη και Σάββα Αγγελίδη, λόγω του ότι προέρχονται από την διακυβέρνηση Αναστασιάδη και λόγω των φιλικών τους σχέσεων με τον τέως Πρόεδρο. Ωστόσο, δεν κρίθηκε ικανοποιητική η απόφασή τους να μετατοπίσουν τον έλεγχο στο Εισαγγελικό Συμβούλιο, το οποίο απαρτίζεται από υφιστάμενους τους, που λογοδοτούν στους ιδίους.
Γεγονός, που δεν μπορεί να θωρακίσει την έρευνα και να διασφαλίσει την αξιοπιστία της, κυρίως λόγω της προϊστορίας σε σχέση με άλλα πορίσματα και έρευνες που κατέληξαν στα συρτάρια, χωρίς επαρκείς εξηγήσεις, με αποτέλεσμα να εντείνουν και να τροφοδοτήσουν την αμφισβήτηση γύρω από τον θεσμό.
Στην ουσία, η στάση της Νομικής Υπηρεσίας, δείχνει αφενός ότι συμφωνεί στον διορισμό ανεξάρτητων ποινικών ανακριτών ώστε να μην αφεθούν οποιεσδήποτε σκιές, αφετέρου όμως, η απόφαση Σαββίδη-Αγγελίδη δημιουργεί την εικόνα πως επιδιώκει να διατηρήσει τον έλεγχο των διαδικασιών, εξού και δεν προχωρεί στον διορισμό και ανεξάρτητων Κατηγόρων, όπως έγινε στην υπόθεση Ρίκκου Ερωτοκρίτου. Κάτι που προκαλεί ρωγμές στην αξιοπιστία και την ανεξαρτησία της έρευνας.
Εξάλλου, θα πρέπει να σημειωθεί πως αν όχι όλοι, οι περισσότεροι νομικοί που τοποθετήθηκαν επί του θέματος, εξέφρασαν τη θέση πως η διαδικασία θα διασφαλιστεί μόνο μέσα από τον διορισμό ανεξάρτητων ποινικών ανακριτών και Κατηγόρων, χωρίς καμία εμπλοκή της Νομικής Υπηρεσίας, με την συνδρομή μάλιστα ξένων ειδικών, όπως έπραξε και η Αρχή κατά της Διαφθοράς, η οποία είχε διορίσει τρεις Κύπριους δικηγόρους και επικεφαλής ειδική ερευνήτρια από την Αυστραλία.
Η ομόφωνη «ετυμηγορία» από έγκριτους νομικούς ότι δεν μπορεί η ίδια η Εισαγγελία να έχει οποιοδήποτε έλεγχο και ρόλο στις ποινικές έρευνες, δεν μπορεί να αγνοηθεί.
Ωστόσο η σκυτάλη βρίσκεται στα χέρια του Προέδρου της Δημοκρατίας, ο οποίος θα πρέπει να λάβει αποφάσεις που θα διαφυλάττουν την αμεροληψία της έρευνας, σε πρακτικό και όχι σε θεωρητικό επίπεδο, αφού πρόκειται για ζητήματα που αγγίζουν τον πυρήνα του κράτος δικαίου και σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με επικοινωνιακές προσεγγίσεις και γενικόλογες διακηρύξεις.
Και αυτό διότι, οι θεσμοί τα τελευταία χρόνια αιμορραγούν και βρίσκονται υπό διαρκή αμφισβήτηση, για μια σειρά από λόγους, χωρίς όμως τα πρόσωπα που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο συνέβαλαν προς αυτή την κατεύθυνση, να λαμβάνουν αποφάσεις για προστασία τους, αφού το θέμα δεν είναι προσωπικό αλλά θεσμικό.
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας καλείται πλέον να αποδείξει στην πράξη ότι παραμένει συνεπής με τις δημόσιες τοποθετήσεις του περί μηδενικής ανοχής στη διαφθορά και περί πλήρους απονομής της Δικαιοσύνης, η οποία τα τελευταία χρόνια δεν αφέθηκε να αποφανθεί σε πολύκροτες υποθέσεις, όπως για παράδειγμα στην υπόθεση της δολοφονίας του εθνοφρουρού Θανάση Νικολάου, η υπόθεση που αφορούσε τον Διοικητή της ΥΚΑΝ Μιχάλη Κατσουνωτό, το ορφανό θανατηφόρο του 2012, η αυτοχειρία του 14χρονου Στυλιανού, η υπόθεση κατ΄ ισχυρισμό βιασμού με θύτη πολιτικό για την οποία το ΕΔΑΔ κατακεραύνωσε τον Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα και άλλες.
Οι αποφάσεις που θα ληφθούν αναμένεται για άλλη μια φορά να αποτελέσουν κριτήριο αξιολόγησης της πολιτικής βούλησης, αν και το έργο του Νίκου Χριστοδουλίδη, έγινε πιο εύκολο, λαμβάνοντας υπόψη την σύμφωνη γνώμη της Νομικής Υπηρεσίας για διορισμό ανεξάρτητων ποινικών ανακριτών.
Ωστόσο το θέμα δεν τελειώνει εδώ, αφού η άποψη που εκφράζεται είναι πως θα πρέπει να διοριστούν και ανεξάρτητοι Κατήγοροι, ώστε να βγει εκτός η Νομική Υπηρεσία και να μην υπάρχει έμμεσος έλεγχος της ποινικής διερεύνησης.
Εξάλλου, αυτό ζήτησε και ο βασικός ελεγχόμενος της επικείμενης ποινικής έρευνας, Νίκος Αναστασιάδης, όμως εμπόδιο στη διαδικασία βάζει μέχρι στιγμής η στάση της ηγεσίας της Νομικής Υπηρεσίας, αφού εξουσία για διορισμό ανεξάρτητου Κατήγορου έχει μόνο ο Γενικός Εισαγγελέας, όπως έπραξε στην υπόθεση Ρίκκου Ερωτοκρίτου ο τότε Γενικός Εισαγγελέας, Κώστας Κληρίδης.
Συνεπώς, ενδεχομένως και σήμερα που συνεδριάζει το Υπουργικό Συμβούλιο, δεν αποκλείεται να ανακοινωθούν ανεξάρτητοι ποινικοί ανακριτές, ενώ το τοπίο για διορισμό ανεξάρτητων Κατηγόρων παραμένει θολό, αφού ο Γενικός Εισαγγελέας φαίνεται να μην έκανε μέχρι στιγμής το βήμα, ακόμα και μετά το κάλεσμα από τον στενό του φίλο Νίκο Αναστασιάδη.
Εντούτοις, σημαντική είναι η στάση που θα τηρήσει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο οποίος -θεσμικά- μπορεί να μην έχει την εξουσία για διορισμό ανεξάρτητων Κατηγόρων, εντούτοις μπορεί να απευθύνει κάλεσμα στον Γενικό και Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα, ώστε σε περίπτωση άρνησης τους, να μετατοπιστεί στους ίδιους το βάρος της ευθύνης. Σε διαφορετική περίπτωση ενδέχεται να δημιουργηθεί παραφιλολογία ως προς τον λόγο που η έρευνα θα πρέπει να παραμείνει υπό τον έλεγχο της Νομικής Υπηρεσίας.
Και στον αρνητικό αντίκτυπο που θα δημιουργηθεί σε αυτό το σενάριο, ενδέχεται να διαδραματίσει ρόλο το γεγονός ότι ο Νίκος Χριστοδουλίδης αποτελεί μάρτυρα στην υπόθεση Focus, εξού και κλήθηκε να καταθέσει ενώπιον των ερευνητών της Ανεξάρτητης Αρχής κατά της Διαφθοράς.











