powered by inbusiness-news-logo cbn omada-logo celebrity-logo LOGO-PNG-108

Υποβολή αιτήματος οικειοθελούς παραίτησης μέλους της Αστυνομίας, ενόσω εκκρεμεί πειθαρχική δίωξη εναντίον του

Αφορμή του παρόντος άρθρου έδωσε πρόσφατη απόφαση του Αρχηγού Αστυνομίας να εγκρίνει την αίτηση μέλους της Αστυνομίας σε οικειοθελή παραίτηση ενόσω εκκρεμούσε εναντίον του πειθαρχική δίωξη. Τα γεγονότα της εν λόγω υπόθεσης έχουν απασχολήσει σε μεγάλη χρονική διάρκεια τα ΜΜΕ, αλλά για σκοπούς της παρούσας αρθρογράφησης δεν θα γνωστοποιηθούν.

Αμέσως γίνεται αντιληπτό ότι σε περίπτωση έγκρισης τέτοιου αιτήματος, τότε το πειθαρχικά διωκόμενο μέλος της Αστυνομίας απαλλάσσεται (δεν αθωώνεται) των πειθαρχικών κατηγοριών και συνακόλουθα δεν θα περάσει την δοκιμασία της πειθαρχικής δίκης ούτε το ενδεχόμενο επιβολής πειθαρχικής ποινής στην περίπτωση που θα κρινόταν ένοχος.

Ο νομοθέτης προέβλεψε αυτό το σημείο και στον Κανονισμό 12(2) των περί Αστυνομίας (Γενικών) Κανονισμών, Κ.Δ.Π.51/1989 ως έχουν τροποποιηθεί αναφέρονται τα ακόλουθα:

«12.­  (1)  Εξαιρουμένης της περίπτωσης ειδικού αστυνομικού που διορίζεται σύμφωνα με το εδάφιο (1) του άρθρου 39 του περί Αστυνομίας Νόμου, η αίτηση μέλους της Αστυνομίας για παραίτηση υποβάλλεται στον Αρχηγό Αστυνομίας και εγκρίνεται ως εξής:

(α)  Αίτηση μέλους της Αστυνομίας μέχρι και το βαθμό του Ανώτερου Υπαστυνόμου γίνεται δεκτή από τον Αρχηγό μετά από έγκριση του Υπουργού.

(β) Αίτηση Ανώτερου Αξιωματικού εγκρίνεται από τον Υπουργό κατόπιν σύστασης του Αρχηγού:

Νοείται ότι στην περίπτωση αίτησης δυνάμει της υποπαραγράφου (α) πιο πάνω απαιτείται προειδοποίηση ενός μηνός ενώ στην περίπτωση αίτησης δυνάμει της υποπαραγράφου (β) απαιτείται προειδοποίηση τριών μηνών:

Νοείται περαιτέρω ότι, αν συντρέχουν σοβαροί υπηρεσιακοί λόγοι ή αν εκκρεμεί πειθαρχική δίωξη εναντίον του μέλους της Αστυνομίας ή το μέλος της Αστυνομίας έχει οικονομικές υποχρεώσεις προς το Κράτος, ο Υπουργός ή ο Αρχηγός, ανάλογα με την περίπτωση, μπορούν να αναβάλουν την έγκριση της αίτησης για παραίτηση, για χρονικό διάστημα που θεωρείται εύλογο υπό τις περιστάσεις.

(2)   Ανεξάρτητα από τις πρόνοιες της παραγράφου (1) κανένα μέλος της Αστυνομίας δεν μπορεί να παραιτηθεί από την Αστυνομία, ενόσω εκκρεμεί εναντίον του πειθαρχική δίωξη

Δηλαδή, σύμφωνα με την δεύτερη επιφύλαξη του Κανονισμού 12(1) που καλύπτει τις υποπαραγράφους (α) και (β), καθορίζεται ότι: αν εκκρεμεί πειθαρχική δίωξη εναντίον του μέλους της Αστυνομίας (μέχρι και το βαθμό του Ανώτερου Υπαστυνόμου ή Ανώτερου Αξιωματικού) σε αυτή την περίπτωση ο Υπουργός (αν αφορά Ανώτερο Αξιωματικό) ή ο Αρχηγός Αστυνομίας (αν αφορά μέλος της Αστυνομίας μέχρι και το βαθμό του Ανώτερου Υπαστυνόμου) μπορούν να αναβάλουν την έγκριση της αίτησης για παραίτηση, για χρονικό διάστημα που θεωρείται εύλογο υπό τις περιστάσεις. Περί αναβολής ο λόγος.

Όμως στην συνέχεια ο Κανονισμός 12(2) είναι ξεκάθαρος. Υφίσταται ρητή νομοθετική πρόβλεψη και δη, απαγόρευσης. Προνοεί ότι, ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του Κανονισμού 12(1), κανένα μέλος της Αστυνομίας δεν μπορεί να παραιτηθεί από την Αστυνομία, ενόσω εκκρεμεί εναντίον του πειθαρχική δίωξη.

Με τα μέχρι στιγμής δεδομένα φαίνεται εκ πρώτης όψεως ο Αρχηγός να μην έχει εξουσία να κάνει αποδεκτό αίτημα παραίτησης μέλους της Αστυνομίας, ενόσω εκκρεμεί πειθαρχική δίωξη του. Προκύπτει και το εξής ερώτημα. Πότε έχουμε «πειθαρχική δίωξη»;

Έχουμε δύο σενάρια. Στο πρώτο σενάριο έχουμε την περίπτωση που υποβάλλεται στην Αστυνομία αναφορά ή προβάλλεται ισχυρισμός από την οποία ή από τον οποίο φαίνεται ότι μέλος της Αστυνομίας ενδεχόμενα διέπραξε πειθαρχικό αδίκημα. Σε αυτή την περίπτωση, ενεργείται έρευνα από Αξιωματικό ή Ανώτερο Αξιωματικό, που στη συνέχεια θα αναφέρεται ως “Ερευνών Αξιωματικός”.

Στο δεύτερο σενάριο η Ανεξάρτητη Αρχή Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων (ΑΑΔΙΠΑ) έχει καθήκον και εξουσία να διερευνά, μετά από την υποβολή ισχυρισμού ή παραπόνου ή αυτεπάγγελτα και σύμφωνα με τον τρόπο και τις διαδικασίες που προβλέπονται στον οικείο Νόμο, ισχυρισμούς και παράπονα που αφορούν πράξεις μελών της Αστυνομίας (άρθρο 5(1)) που αφορούν:

(α) διαφθορά ή δωροδοκία ή αθέμιτου πλουτισμού ή διαπλοκής του μέλους της Αστυνομίας με εξωγενείς παράγοντες ή με  οικονομικά ή άλλα συμφέροντα ή που, κατά τα διαλαμβανόμενα, σε οποιοδήποτε εκάστοτε σε ισχύ νόμο ή κανονισμούς ή σε οποιαδήποτε εκάστοτε κυρωθείσα από τη Δημοκρατία διεθνή σύμβαση ή τον κυρωτικό αυτής νόμο δεν επιτρέπονται ή απαγορεύονται, είτε ως πράξεις διαφθοράς ή δωροδοκίας ή αθέμιτου πλουτισμού είτε λόγω διαπλοκής του μέλους της Αστυνομίας με εξωγενείς παράγοντες ή με  οικονομικά ή άλλα συμφέροντα,

(β) οι οποίες παραβιάζουν ανθρώπινα δικαιώματα που προβλέπονται στο Σύνταγμα ή σε οποιοδήποτε εκάστοτε σε ισχύ νόμο ή κανονισμούς, ή σε οποιαδήποτε εκάστοτε κυρωθείσα από τη Δημοκρατία διεθνή σύμβαση ή τον κυρωτικό αυτής νόμο και συνιστούν ποινικά αδικήματα δυνάμει οποιουδήποτε εκάστοτε σε ισχύ νόμου ή κανονισμών.

(γ) οι οποίες συνιστούν ευνοιοκρατική μεταχείριση ή συμπεριφορά κατά την εκτέλεση του καθήκοντος και τείνουν να κλονίσουν την εμπιστοσύνη του κοινού στην Αστυνομία ή να δυσφημίσουν το κύρος της.

Επανερχόμενος στο πρώτο σενάριο. Απάντηση στο ερώτημα δίνει ο Κανονισμός 11(1) των περί Αστυνομίας (Πειθαρχικών) Κανονισμών, Κ.Δ.Π.53/1989 ως έχουν τροποποιηθεί ο οποίος προνοεί τα ακόλουθα:

«Μετά την υποβολή από τον Ερευνώντα Αξιωματικό του πορίσματος και των άλλων σχετικών εγγράφων σύμφωνα με την παράγραφο (7) του Κανονισμού 9, ο Βοηθός Αρχηγός στον οποίο έχει υποβληθεί το πόρισμα, ανάλογα με την περίπτωση, αφού μελετήσει το πόρισμα και τα άλλα έγγραφα, μπορεί να αποφασίσει τη μη πειθαρχική δίωξη του μέλους εναντίον του οποίου έγινε η έρευνα ή να το κατηγορήσει στο πειθαρχικό έντυπο που φαίνεται στον Τρίτο Πίνακα των παρόντων Κανονισμών, στο οποίο θα αναφέρεται η κατηγορία και όλες οι σχετικές με αυτή λεπτομέρειες, ώστε το μέλος εναντίον του οποίου γίνεται η κατηγορία να μη βρίσκεται σε αμφιβολία αναφορικά με την προσαπτόμενη εναντίον του κατηγορία, και προβαίνει στον ορισμό Προεδρεύοντα Αξιωματικού σύμφωνα με τον Κανονισμό 20.»

Δηλαδή με το που ο ερευνών αξιωματικός προχωρεί και κατηγορεί γραπτώς το μέλος της Αστυνομίας τότε από εκείνο το σημείο έχουμε «πειθαρχική δίωξη».

Ερχόμενος τώρα στο δεύτερο σενάριο. Απάντηση στο ερώτημα δίνει το άρθρο 17 του περί Αστυνομίας (Ανεξάρτητη Αρχή Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων) Νόμος του 2006 (Ν. 9(I)/2006), ως έχει τροποποιηθεί ο οποίος προνοεί τα ακόλουθα:

«17.(1) Η Αστυνομία προχωρεί άμεσα σε άσκηση πειθαρχικής δίωξης χωρίς διεξαγωγή άλλης πειθαρχικής φύσεως έρευνας που δυνατόν να προβλέπεται στον εκάστοτε σε ισχύ περί Αστυνομίας Νόμο ή πειθαρχικούς κανονισμούς για την Αστυνομία, σε κάθε περίπτωση που η Αρχή διαβιβάζει στον Αρχηγό Αστυνομίας, σύμφωνα με την υποπαράγραφο (ii) της παραγράφου (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 16, το υλικό και τα έγγραφα ανάκρισης από τα οποία προκύπτει, κατόπιν μελέτης τους από την Αρχή, ότι έγινε πράξη η οποία συνιστά πειθαρχικό αδίκημα από μέλος της Αστυνομίας του οποίου έχει εξακριβωθεί η ταυτότητα:

Νοείται ότι, σε περίπτωση που η πιο πάνω πράξη  συνιστά πειθαρχικό αδίκημα και δυνατόν να συνιστά επίσης ποινικό αδίκημα και κατά συνέπεια το υλικό, τα έγγραφα και η έκθεση της ανάκρισης διαβιβάζονται, κατά τα διαλαμβανόμενα στην υποπαράγραφο (iii) της παραγράφου (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 16, τόσο στον Αρχηγό Αστυνομίας όσο και στο Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, δεν ασκείται πειθαρχική δίωξη προτού ληφθεί απόφαση από το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας στο θέμα άσκησης ποινικής δίωξης. Σε περίπτωση δε που ασκείται ποινική δίωξη, δεν επιτρέπεται να ασκηθεί πειθαρχική δίωξη, μέχρις ότου η ποινική δίωξη πάρει οριστικό τέλος, και, αν το μέλος της Αστυνομίας δε βρεθεί ένοχο στην ποινική δίωξη, δε διώκεται πειθαρχικά σε σχέση με την ίδια πράξη ως πειθαρχικό αδίκημα.

(2) Η Αστυνομία λαμβάνει άμεσα απόφαση για μη άσκηση πειθαρχικής δίωξης, χωρίς τη διεξαγωγή άλλης, πειθαρχικής φύσεως έρευνας που δυνατόν να προβλέπεται στους εκάστοτε σε ισχύ περί Αστυνομίας Νόμους ή πειθαρχικούς κανονισμούς για την Αστυνομία, σε κάθε περίπτωση που η Αρχή διαβιβάζει στον Αρχηγό Αστυνομίας, σύμφωνα με την υποπαράγραφο (iν) της παραγράφου (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 16, το υλικό και τα έγγραφα της ανάκρισης από τα οποία προκύπτει, κατόπιν μελέτης τους από την Αρχή, ότι η σχετική πράξη  που έγινε από μέλος της Αστυνομίας δε συνιστά πειθαρχικό αδίκημα.»

Δηλαδή, όταν η ΑΑΔΙΠΑ αποφασίσει είτε την πειθαρχική δίωξη μέλους της Αστυνομίας (άρθρο 17(1)), είτε αποφασίσει τη μη άσκηση πειθαρχικής δίωξης (άρθρο 17(2)) και αυτή της η απόφαση διαβιβαστεί στον Αρχηγό Αστυνομίας, από αυτό το σημείο έχουμε ανάλογα «πειθαρχική δίωξη».

Τίθεται και το ακόλουθο ερώτημα. Δεν έχει εξουσία ο Αρχηγός Αστυνομίας να αποφασίζει κατά πόσο θα συνεχίσει ή θα διακόπτει μια πειθαρχική διαδικασία;

Απάντηση δίνει ο Κανονισμός 26 των περί Αστυνομίας (Πειθαρχικών) Κανονισμών, Κ.Δ.Π.53/1989 ως έχουν τροποποιηθεί:

«Ο Αρχηγός μπορεί σ’ οποιοδήποτε στάδιο έρευνας ή διαδικασίας για πειθαρχικό αδίκημα, και εν πάση περιπτώσει προτού επιβληθεί ποινή, με γραπτή εντολή του να διατάξει την αναστολή της έρευνας ή διαδικασίας, αν κατά την κρίση του η περαιτέρω διενέργεια έρευνας ή διαδικασίας θα είναι επιζήμια για την Αστυνομία, σε περίπτωση δε τέτοιας αναστολής το υπό κατηγορία μέλος της Αστυνομίας απαλλάσσεται από αυτή:

Νοείται ότι, αν η έρευνα ή η διαδικασία είναι εναντίον Υπαστυνόμου ή Ανώτερου Υπαστυνόμου, ο Αρχηγός δεν μπορεί να την αναστείλει χωρίς την προηγούμενη προς τούτο συναίνεση του Υπουργού.»

Δηλαδή ο Κανονισμός 26 δίνει διακριτική ευχέρεια στον Αρχηγό Αστυνομίας (εφόσον η πειθαρχική διαδικασία είναι εναντίον μέλους μέχρι τον βαθμό του Λοχία) σε πρώτο στάδιο να διακόψει την πειθαρχική διαδικασία υπό μια προϋπόθεση και αφού το πράξει αυτό σε δεύτερο στάδιο μπορεί να κάνει αποδεκτό το αίτημα υποβολής οικειοθελούς παραίτησης του υπό αναφορά μέλους, καθότι τότε το μέλος δεν θα αντιμετωπίζει πειθαρχική δίωξη.

Ο Κανονισμός 47Α δίνει την ίδια εξουσία που έχει ο Αρχηγός Αστυνομίας στον Υπουργό Δικαιοσύνης στις περιπτώσεις όπου το πειθαρχικά διωκόμενο μέλος είναι ανώτερος αξιωματικός και πάλι με την ίδια προϋπόθεση.

Από τον συνδυασμό των πιο πάνω νομοθεσιών, προκύπτει ότι στην περίπτωση που μέλος της Αστυνομίας έχει κατηγορηθεί γραπτώς από τον ερευνών αξιωματικό ή έχει διαβιβαστεί στον Αρχηγό η απόφαση της ΑΑΔΙΠΑ για πειθαρχική δίκη του μέλους, από αυτό το χρονικό σημείο έχουμε «πειθαρχική δίωξη». Δεν επιτρέπεται σε μέλος της Αστυνομίας (ανεξαρτήτως βαθμού) να παραιτηθεί από την Αστυνομία, ενόσω εκκρεμεί εναντίον του πειθαρχική δίωξη (είτε αυτή βρίσκεται υπό εκδίκαση ενώπιον Προεδρεύοντα είτε Επιτροπής).

Ο Αρχηγός της Αστυνομίας μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της πειθαρχικής διαδικασίας να διατάξει την αναστολή της διαδικασίας αποκλειστικά σε μια και μοναδική περίπτωση. Όταν ο Αρχηγός κρίνει ότι η περαιτέρω διενέργεια διαδικασίας θα είναι επιζήμια για την Αστυνομία. Δηλαδή ενώ υπό κανονικές συνθήκες όλα τα μέλη της Αστυνομίας που διώκονται πειθαρχικά θα πρέπει να τυγχάνουν δίκης, εντούτοις σε κάποιες περιπτώσεις όπου αποδεικνύεται ότι υφίσταται λόγος όπου η συνέχιση της δίκης θα προκαλέσει ζημιά στην Αστυνομία, τότε και μόνο τότε, μπορεί ο Αρχηγός να ασκήσει νόμιμα την διακριτική του ευχέρεια και να αναστείλει την πειθαρχική δίκη. Σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση η απόφαση του θα συνιστά υπέρβαση ορίων της διακριτικής ευχέρειας και ενδεχομένως κατάχρηση της διαδικασίας.

Συνακόλουθα, στρεφόμενος στην επίδικη περίπτωση, έχω την άποψη ότι ο Αρχηγός Αστυνομίας/Υπουργός άσκησε παράνομα την διακριτική του εξουσία να διακόψει την συγκεκριμένη πειθαρχική δίκη.

Δημήτρης Απαισιώτης

Δικηγόρος