Αφορμή του παρόντος άρθρου έδωσε πρόσφατη Αστυνομική έρευνα, δυνάμει δικαστικού εντάλματος. Δεν έχω καμία γνώση των γεγονότων, πέραν των όσων αναφέρθηκαν σε ηλεκτρονικό δημοσίευμα εφημερίδας και είναι τα πιο κάτω.
Εκδόθηκε ένταλμα έρευνας, το οποίο εξουσιοδοτούσε την Αστυνομική έρευνα σε δικηγορικό γραφείο (ή μήπως η έρευνα έγινε με γραπτή συγκατάθεση του ιδιοκτήτη δικηγορικού γραφείου;).
Για σκοπούς του παρόντος άρθρου θα εκληφθεί ως δεδομένο ότι η εν λόγω έρευνα έγινε δυνάμει δικαστικού εντάλματος.
Το γεγονός ότι η Αστυνομία επιζητεί με αίτηση της από Δικαστή την έκδοση εντάλματος έρευνας δικηγορικού γραφείου, δεν προκύπτει σύμφωνα με τα άρθρα 27-33 της Ποινικής Δικονομίας, Κεφ.155, οποιαδήποτε διαφοροποίηση της διαδικασίας που πρέπει να ακολουθηθεί, στην περίπτωση οποιουδήποτε υποστατικού και δικηγορικού γραφείου.
Νομική βάση έκδοσης εντάλματος έρευνας δικηγορικού γραφείου (άρθρο 27, Κεφ.155)
Όταν δικαστής ικανοποιείται με ένορκη έγγραφη δήλωση ότι υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι σε οποιοδήποτε τόπο υπάρχει-
(α) οτιδήποτε στο οποίο ή σε σχέση με το οποίο διαπράχτηκε ποινικό αδίκημα ή υπάρχει υποψία ότι διαπράχτηκε ή
(β) οτιδήποτε για το οποίο υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι θα παρέχει απόδειξη ως προς τη διάπραξη ποινικού αδικήματος ή
(γ) οτιδήποτε για το οποίο υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι προορίζεται να χρησιμοποιηθεί για το σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος, ο δικαστής δύναται σε οποιοδήποτε χρόνο να εκδώσει ένταλμα (το οποίο αναφέρεται στο νόμο αυτό ως “ένταλμα έρευνας”), που εξουσιοδοτεί το πρόσωπο που κατονομάζεται σε αυτό-
(ι) να ερευνήσει τον τόπο αυτό προς ανεύρεση οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος και να κατάσχει και μεταφέρει αυτό ενώπιον του Δικαστηρίου από το οποίο εκδόθηκε το ένταλμα έρευνας ή ενώπιον άλλου Δικαστηρίου για να τύχει αυτό μεταχείρισης σύμφωνα με το νόμο και
(ιι) να συλλάβει και να προσαγάγει ενώπιον Δικαστή τον κάτοχο της οικίας ή του τόπου όπου βρέθηκε το πράγμα ή οποιοδήποτε πρόσωπο εντός ή πέριξ της οικίας αυτής ή του τόπου το οποίο κατέχει τέτοιο πράγμα, αν ο Δικαστής κρίνει σκόπιμο να διατάξει με αυτό τον τρόπο στο ένταλμα.
Κάθε ένταλμα έρευνας φέρει την υπογραφή του δικαστή που το εκδίδει, την ημερομηνία και ώρα εκδόσεως, καθώς επίσης και βεβαίωση του δικαστή ότι έχει ικανοποιηθεί λογικά για την ύπαρξη της ανάγκης εκδόσεως του εντάλματος. (άρθρο 28(1), Κεφ.155)
Ένταλμα έρευνας δύναται να εκδοθεί και εκτελεστεί σε οποιαδήποτε ημέρα περιλαμβανομένης Κυριακής ή δημόσιας αργίας, πρέπει δε να εκτελείται μεταξύ της πέμπτης πρωινής ώρας και της όγδοης νυκτερινής, αλλά ο Δικαστής δύναται, κατά τη διακριτική του εξουσία, να εξουσιοδοτήσει την εκτέλεση του εντάλματος σε οποιαδήποτε ώρα. (άρθρο 29(1), Κεφ.155)
Το εύλογο με τη σειρά του προσδιορίζεται ή έχει αναφορά προς το σύνολο των γεγονότων που εμπεριέχονται στο αίτημα με ανάλογη σφαιρική θεώρηση των υποψιών ιδιαίτερα σε περίπλοκες υποθέσεις όπως η παρούσα. Το εύλογο πρέπει να αναδύεται ως αντικειμενικώς παραδεκτό δεδομένο από το ίδιο το αίτημα. Αν η βάση επί της οποίας επιδιώκεται η έκδοση του εντάλματος είναι επισφαλής ή εγείρει σωρεία ερωτημάτων, τότε αφαιρείται το νομιμοποιητικό στοιχείο της αίτησης. Συνακόλουθα καταρρέει και το ένταλμα έρευνας.
Η μη αποκάλυψη ουσιωδών πληροφοριών ή πληροφοριών ή ενεργειών που έπρεπε να προηγηθούν της αίτησης για ένταλμα, θεωρείται ότι αφαιρεί το νόμιμο της έκδοσης του εντάλματος (Jawer Cyprus Ltd κ.ά. (2011) 1 Α.Α.Δ. 2067).
Η επέμβαση σε ένα επαγγελματικό γραφείο όπως, η, κατ' εξοχήν ενός δικηγόρου που έχει την προστασία του δικηγορικού απορρήτου κατά το χειρισμό υποθέσεων πελατών του, θα πρέπει να γίνεται με εξαιρετική προσοχή και σε συνάρτηση με την παροχή ασφαλιστικών δικλείδων ούτως ώστε να μην υπάρχει μια γενικευμένη και ανεξέλεγκτη έρευνα που να επηρεάζει τον πυρήνα του δικαιώματος και της προστασίας που τυγχάνει το δικηγορικό απόρρητο. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Klitzman, Klitzman and Gallagher v. Krut 774 F.2d 955 (3d Cir. 1984), Kolesnichenko v. Russia, Application No. 19856/2014, 9.4.2009, Golovan v. Ukraine Application No. 41716/2006, 5.7.2012 και Robathin v. Austria, Application No. 30457/2005, 3.7.2012.
Δεν υπάρχει στις πρόνοιες των Άρθρων 27 και 28 του Κεφ. 155, οτιδήποτε που να επιβάλλει στον Δικαστή να θέτει συγκεκριμένους όρους. Όμως το Δικαστήριο θα πρέπει να προσαρμόζει το ένταλμα και τους όρους αυτού, κατά τρόπο που να συνάδει με τη σύγχρονη νομολογία επί του θέματος, η οποία, θέτει ασφαλιστικές δικλείδες σε μια προσπάθεια εξισορρόπησης μεταξύ της ανάγκης να διερευνηθεί ποινικό ή ποινικά αδικήματα και της ανάγκης της προστασίας που πρέπει να παρέχεται σε επαγγελματίες και ιδιαίτερα τους δικηγόρους που έχουν απόλυτο καθήκον εχεμύθειας προς τους πελάτες τους που τους εμπιστεύονται υποθέσεις.
Τίθετο επομένως λογικά θέμα προς τι η άμεση εκτέλεση του εντάλματος εφόσον δεν μπορούσε να γίνει η μετέπειτα της εκτελέσεως απαραίτητη εργασία ώστε να διαταραχθεί το ολιγότερο δυνατό η εργασία του δικηγορικού γραφείου. Η ίδια η Αστυνομία οφείλει, αφενός να περιορίζει στο μέγιστο δυνατό βαθμό το εύρος του επιδιωκόμενου εντάλματος έρευνας και αφετέρου, πρέπει ταυτόχρονα να διενεργεί την επί τόπου έρευνα έχοντας μαζί της όλες τις απαραίτητες διευκολύνσεις, ώστε να αποφεύγεται η μετακίνηση ηλεκτρονικών μηχανημάτων και άλλων απαραιτήτων για τη δικηγορική εργασία, εργαλείων. Δεν αρκεί, η εκτέλεση του εντάλματος σε μη εργάσιμες ώρες εφόσον είναι εκ των προτέρων ήδη γνωστό στις αστυνομικές αρχές ότι η έρευνα αποσκοπεί σε αυτού του είδους παρέμβαση σε γραφείο, που λειτουργεί ως ζώσα επιχείρηση.
Ένδικο μέσο προσβολής του εντάλματος έρευνας
Η παροχή άδειας με σχετική απόφαση μονομελούς σύνθεσης Ανωτάτου Δικαστηρίου και ακολούθως η καταχώρηση αίτησης διά κλήσεως με σκοπό την έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari προς ακύρωση του εντάλματος έρευνας.
Το Ανώτατο Δικαστήριο ελέγχοντας τη νομιμότητα της έκδοσης εντάλματος έρευνας δεν παραμένει βέβαια στα εξωτερικά του χαρακτηριστικά. Ούτε στην ένθεση επί του εντάλματος έρευνας του ιδίου του λεκτικού ότι το Δικαστήριο έχει λογικά ικανοποιηθεί για την αναγκαιότητα έκδοσης του εντάλματος. Οφείλει να εξετάσει το βάσιμο της εύλογης υπόνοιας σε συνάρτηση με το περιεχόμενο του όρκου επί του οποίου η Αστυνομία βάσισε την αίτηση της, σε συνδυασμό με την ολότητα των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση. Είναι δε σαφές ότι ο έλεγχος της νομιμότητας από το Ανώτατο Δικαστήριο γίνεται στη βάση του υλικού που τέθηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου και μόνο. Εκ των υστέρων προσπάθεια αναμόρφωσης του κειμένου του όρκου ή επεξήγηση επ' αυτού δεν είναι νοητή και ούτε μπορεί να έχει οποιαδήποτε επίπτωση στον έλεγχο της νομιμότητας, ούτε βεβαίως να προσδώσει εκ των υστέρων εγκυρότητα στο ένταλμα.
Επομένως το Ανώτατο Δικαστήριο στο στάδιο του Certiorari σαφώς δεν ελέγχει την ορθότητα του εντάλματος, αλλά ελέγχει τη νομιμότητα του, (Αναφορικά με την Αίτηση της Mareware Shipping and Trading Company Ltd (1992) 1 Α.Α.Δ. 116). Σίγουρα το Certiorari δεν στοχεύει στην αναθεώρηση της ορθότητας της απόφασης του κατωτέρου Δικαστηρίου, ούτε σκοπεύει στην αντικατάσταση της διακριτικής του εξουσίας και του τρόπου ενέργειας δυνάμει αυτής, ούτε και θα πρέπει να επιδιώκει την επανακρόαση του ζητήματος που ηγέρθηκε, (R. V. Northumberland Compensation Appeal Tribunal - ex parte Shaw [1952] 1 K.B. 338).
Στην περίπτωση όπου εκδίδεται ένταλμα Certiorari και ακυρώνει το εκδοθέν από το Επαρχιακό Δικαστήριο ένταλμα έρευνας, συνακόλουθα, όποιες ενέργειες εκτελέσθηκαν από την Αστυνομία στη βάση και ως αποτέλεσμα του εντάλματος, ακυρώνονται.
Δημήτρης Απαισιώτης, Δικηγόρος











