Στις 13/03/2026 ο Αρχηγός Αστυνομίας, στο εξής «Α.Α.», αποφάσισε την προαγωγή στον βαθμό του Λοχία διακοσίων σαράντα έξι (246) μελών της Αστυνομίας. Συγκεκριμένα η σχετική επιστολή του Α.Α. κατέγραψε τους προαχθέντες, κατά αύξων αριθμό. Αρχίζοντας με τους πρώτους τρεις (3) αναπληρωτές Λοχίες στις θέσεις (1-3), ακολουθούν στις θέσεις (4-173) οι Αρχιαστυφύλακες και τέλος στις θέσεις (174-246) οι Αστυφύλακες.
Ειδικότερα ο Α.Α., κατόπιν έγκρισης του Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης στο εξής «Υ.Δ.Δ.Τ.» σύμφωνα με το άρθρο 17(1) του περί Αστυνομίας Νόμου του 2004 (Ν.73(Ι)/2004), αποφάσισε τις πιο πάνω προαγωγές στον βαθμό του Λοχία με ισχύ από τις 11/03/2026.
Δηλαδή οι εν λόγω 246 θέσεις πληρώθηκαν μετά τη συμφωνία με τους Κανονισμούς, την προαγωγική διαδικασία που διενεργήθηκε, και που ουσιαστικά αφορούσε τα στάδια της αξιολόγησης των υποψηφίων από την Επιτροπή Αξιολόγησης, την εξέταση τυχόν ενστάσεων από υποψηφίους από την Επιτροπή Ενστάσεων και τέλος την προφορική συνέντευξη των υποψηφίων ενώπιον του Συμβουλίου Κρίσεως. Ακολούθως, μετά τη διαμόρφωση του τελικού καταλόγου από το Συμβούλιο Κρίσεως, οι προς προαγωγή υποψήφιοι εγκρίθηκαν από τον Αρχηγό Αστυνομίας, ο οποίος και αποφάσισε την προαγωγή τους, αφού προηγουμένως εξασφάλισε την κατά νόμο έγκριση του Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης.
Για σκοπούς του παρόντος άρθρου δεν θα μας απασχολήσουν αυτές οι προαγωγές.
Επιπρόσθετα, στις 13/03/2026 ο Α.Α. κατόπιν έγκρισης του Υ.Δ.Δ.Τ. σύμφωνα με το άρθρο 17(8)(β) του περί Αστυνομίας Νόμου του 2004 (Ν.73(Ι)/2004), αποφάσισε τις πιο κάτω προαγωγές στον βαθμό του Λοχία με ισχύ από τις 11/03/2026.
Συγκεκριμένα έξι (6) μέλη της Αστυνομίας τα οποία φέρουν τον βαθμό ένας (1) αναπληρωτής Λοχίας, ένας (1) Αρχιαστυφύλακας και τέσσερεις (4) Αστυφύλακες.
Συνολικά προήχθησαν διακόσια πενήντα δύο (252) μέλη της Αστυνομίας.
Ως νομική βάση για προαγωγή των πιο πάνω έξι μελών της Αστυνομίας επιλέχθηκε από τον Α.Α. το άρθρο 17(8)(β) του περί Αστυνομίας Νόμου του 2004 (Ν.73(Ι)/2004). Παρατίθεται το σχετικό εδάφιο που ενδιαφέρει:
17.- (1) Τα μέλη της Αστυνομίας μέχρι και του βαθμού του Ανώτερου Υπαστυνόμου διορίζονται, εγγράφονται, προάγονται και απολύονται από τον Αρχηγό με την έγκριση του Υπουργού:
(2) (α) Οι όροι και η διαδικασία διορισμού, εγγραφής, προαγωγής, υπηρεσίας και απόλυσης μελών της Αστυνομίας μέχρι και το βαθμό Ανώτερου Υπαστυνόμου προβλέπονται σε Κανονισμούς που εκδίδονται από το Υπουργικό Συμβούλιο, αφού ληφθεί υπόψη η γνώμη του Αρχηγού, οι οποίοι εγκρίνονται από τη Βουλή των Αντιπροσώπων και δημοσιεύονται μετά την έγκρισή τους στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.
...
(5) Ο Αρχηγός προβαίνει στην επιλογή όλων όσοι θα προαχθούν από τους Πίνακες που καταρτίζονται από το Συμβούλιο Κρίσης:
Νοείται ότι σε περίπτωση μη τήρησης της κατάταξης κατά σειρά επιτυχίας υποψηφίου στους Πίνακες, απαιτείται ειδική αιτιολογία του Αρχηγού.
...
(8) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, ο Αρχηγός δύναται, με την έγκριση του Υπουργού, να προβαίνει σε προαγωγή μέλους της Αστυνομίας:
(α) επ’ ανδραγαθία·
(β) αν το μέλος αποδεδειγμένα έχει επιδείξει ιδιαίτερα αξιόλογο ενδιαφέρον, ζήλο και αφοσίωση προς την υπηρεσία πέραν του συνήθους κατά τα τελευταία πέντε χρόνια της υπηρεσίας του:
Νοείται ότι η διαδικασία προαγωγών βάσει του παρόντος εδαφίου καθορίζεται με Κανονισμούς που εκδίδονται, αφού ληφθεί υπόψη η γνώμη του Αρχηγού, από το Υπουργικό Συμβούλιο και εγκρίνονται από τη Βουλή των Αντιπροσώπων:
Νοείται περαιτέρω ότι ο αριθμός των μελών της Αστυνομίας που προάγονται δυνάμει της υποπαραγράφου (β) του παρόντος εδαφίου, δεν υπερβαίνει το 5% των θέσεων που υπάρχουν για πλήρωση κάθε χρόνο.
Το πιο πάνω άρθρο, στο κείμενο του, κάνει σχετική παραπομπή ότι, η διαδικασία προαγωγών βάσει του παρόντος εδαφίου καθορίζεται με Κανονισμούς.
Σχετικοί είναι οι περί Αστυνομίας (Προαγωγές) Κανονισμοί, Κ.Δ.Π. 214/2004, όπως τροποποιήθηκαν μέχρι σήμερα.
Ειδικότερα ο κανονισμός 10(4) προβλέπει τα ακόλουθα:
(4) Ανεξάρτητα από τις πρόνοιες των παρόντων Κανονισμών, ο Αρχηγός, με την έγκριση του Υπουργού, δύναται να προβαίνει σε προαγωγή μέλους της Αστυνομίας στον αμέσως επόμενο βαθμό από αυτόν που κατέχει και μέχρι το βαθμό του Ανώτερου Υπαστυνόμου, νοουμένου ότι το μέλος αυτό αποδεδειγμένα έχει επιδείξει ιδιαίτερα αξιόλογο ενδιαφέρον, ζήλο και αφοσίωση προς την υπηρεσία πέραν του συνήθους κατά τα τελευταία πέντε (5) χρόνια της υπηρεσίας του.»
Επίσης ο Κανονισμός 10(7) προβλέπει τα εξής:
(7) Ο αριθμός των μελών της Αστυνομίας που προάγονται με βάση την παράγραφο (4), δεν υπερβαίνει το πέντε τοις εκατόν (5%) των θέσεων που υπάρχουν για πλήρωση κάθε χρόνο:
Νοείται ότι μέλος της Αστυνομίας το οποίο έχει προαχθεί σε Λοχία ή σε Υπαστυνόμο λόγω ιδιαίτερων ικανοτήτων με βάση τους Κανονισμούς που ίσχυαν μέχρι την ημερομηνία έναρξης της ισχύος των παρόντων Κανονισμών, δε θεωρείται υποψήφιος για περαιτέρω προαγωγή αν δεν επιτύχει στις εξετάσεις προαγωγής για το βαθμό Υπαστυνόμου.
Επανέρχομαι στις κατ΄ εξαίρεση προαγωγές των πιο πάνω έξι μελών της Αστυνομίας, δυνάμει του άρθρου 17(8)(β) του περί Αστυνομίας Νόμου του 2004 (Ν.73(Ι)/2004) σε συνδυασμό με τους Κανονισμούς 10(4) και 10(7) των περί Αστυνομίας (Προαγωγές) Κανονισμοί, Κ.Δ.Π. 214/2004, όπως τροποποιήθηκαν μέχρι σήμερα.
Σύμφωνα με τον Κανονισμό 3(1) των περί Αστυνομίας (Προαγωγών), Κ.Δ.Π. 214/2004:
«Προαγωγή σε όλους τους βαθμούς της Αστυνομίας διενεργείται με επιλογή μεταξύ εκείνων που κατέχουν τα προσόντα για προαγωγή σύμφωνα με τους παρόντες Κανονισμούς.»
Ο Κανονισμός 10(4) των Κανονισμών παρέχει στον Α.Α. μια πρόσθετη εξουσία για διενέργεια, με έγκριση του Υπουργού, κατ' εξαίρεση προαγωγών μεταξύ μελών της Αστυνομίας που δεν κατέχουν τα απαιτούμενα προσόντα για προαγωγή, είτε λόγω ανδραγαθίας (βλέπε επίσης άρθρο 17(8)(α)), είτε λόγω ιδιαίτερων ικανοτήτων ή ιδιαζουσών κλίσεων σε ειδική εργασία (βλέπε επίσης άρθρο 17(8)(β)). Στη δεύτερη περίπτωση η ποσοστιαία αναλογία των κατ' εξαίρεση προαγομένων δεν πρέπει να υπερβαίνει το 5% του συνόλου των προς πλήρωση θέσεων κατ' έτος.
Η διενέργεια προαγωγών με βάση τη διαδικασία που προβλέπει ο Κανονισμός 10(4) εξυπακούει, λόγω της ύπαρξης της πρώτης επιφύλαξης στον Κανονισμό, μείωση των θέσεων που θα μπορούσαν να πληρωθούν με βάση τη συνήθη διαδικασία και μείωση κατά συνέπεια των προοπτικών προαγωγής προσοντούχων υποψηφίων των οποίων το έννομο συμφέρον επηρεάζεται ως εκ τούτου δυσμενώς. (Βλ. σχετικά, Θεόδωρος Αχιλλέως ν. Δημοκρατίας (1992) 4 Α.Α.Δ. 803, Παντελής Καρατζιάς ν. Δημοκρατίας (1993) 4 Α.Α.Δ. 2767 και Παντελής Παντελή ν. Δημοκρατίας (1994) 4 Α.Α.Δ. 1020).
Ακόμα και αν υποστηριχθεί πως το έννομο συμφέρον του συγκεκριμένου αιτητή δεν έτυχε επηρεασμού με τον πιο πάνω τρόπο για το λόγο ότι αυτός δεν είχε συστηθεί από το Συμβούλιο Κρίσεως, το έννομο συμφέρον του παραμένει και δεν χάνεται, για το λόγο ότι η εξάντληση από τον Α.Α. του ανωτάτου επιτρεπόμενου από τον Κανονισμό ορίου για κατ' εξαίρεση προαγωγές, ουσιαστικά στερεί τη δυνατότητα προαγωγής και άλλων μελών της Αστυνομίας που δυνατόν να επικαλούνται ότι πληρούν τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα που προϋποθέτει ο Κανονισμός. (Βλ. σχετικά, Ανδρέας Δημητρίου κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1993) 4 Α.Α.Δ. 1611, Ανδρέας Χριστοδούλου κ.ά. ν. Αρχηγού Αστυνομίας κ.ά. (1994) 4 Α.Α.Δ. 1601 και Κώστας Κυπριανού κ.ά. ν. Δημοκρατίας (Αρ. 1) (1994) 4 Α.Α.Δ. 871).
Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Οικονομίδης κ.ά. ν. Αρχηγού Αστυνομίας κ.ά. (1996) 4 ΑΑΔ 358, επισημάνθηκαν τα εξής σχετικά:
«Είναι επίσης εισήγηση των καθ’ ων η αίτηση ότι οι αιτητές στερούνται εννόμου συμφέροντος γιατί, κατά την εισήγησή τους, προαγωγές που γίνονται με βάση την κατ' εξαίρεση διαδικασία βάσει του Άρθρου 9(β) των περί Αστυνομίας (Προαγωγές) Κανονισμών του 1989 (Κ.Δ.Π. 52/89), δεν είναι αποτέλεσμα σύγκρισης μεταξύ των δικαιούχων και επιλογής του καταλληλοτέρου, αλλά άσκηση πρωτογενούς κρίσης του Αρχηγού της Αστυνομίας στο κατά πόσο ένας υποψήφιος πληροί τις απαιτήσεις του προαναφερθέντος Κανονισμού.
Η νομολογία μας, όπως εκφράζεται στις υποθέσεις Θεόδωρος Αχιλλέως ν. Δημοκρατίας (1992) 4 Α.Α.Δ. 803, Παντελής Καρατζιάς ν. Δημοκρατίας κ.ά. (1993) 4 Α.Α.Δ. 2767 και Παντελής Παντελή ν. Δημοκρατίας (1994) 4 Α.Α.Δ. 1020, δεν υποστηρίζει την εισήγηση αυτή των καθ'ων η αίτηση. Απεναντίας, έχει λεχθεί πως "η διενέργεια προαγωγών με βάση τη διαδικασία που προβλέπει ο Κανονισμός 9(β) εξυπακούει, λόγω της ύπαρξης της πρώτης επιφύλαξης στον Κανονισμό, μείωση των θέσεων που θα μπορούσαν να πληρωθούν με βάση τη συνήθη διαδικασία και μείωση κατά συνέπεια των προοπτικών προαγωγής προσοντούχων υποψηφίων των οποίων το έννομο συμφέρον επηρεάζεται ως εκ τούτου δυσμενώς".»
Τα πλαίσια άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Α.Α. για διενέργεια προαγωγών κατ' επίκληση του τότε Καν. 9(β) (σήμερα Κανονισμός 10(4) όπου παρέμεινε ο ίδιος) καθώς και η ερμηνεία των όρων "ιδιαίτερη ικανότητα" και "ιδιάζουσα κλίση σε ειδική εργασία", δόθηκαν με το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Θεόδωρος Αχιλλέως ν. Δημοκρατίας (1992) 4 Α.Α.Δ. 803:
"Ο κανόνας αυτός δεν αφήνει την κατ' εξαίρεση προαγωγή μελών της Αστυνομίας στην απόλυτη διακριτική ευχέρεια του Αρχηγού της Αστυνομίας με μόνη επιφύλαξη την έγκριση του Υπουργού. Αντίθετα, συναρτά αυτής της κατηγορίας τις προαγωγές με τις ασυνήθιστες ιδιότητες που ρητά απαιτεί ο Κ.9(β) που διακρίνουν τον προαγόμενο από άλλα μέλη της Δύναμης. Επιτυχής εκτέλεση των καθηκόντων μέλους της Αστυνομίας σε οποιοδήποτε τομέα δεν συνιστά "ιδιαίτερη ικανότητα"· ιδανικά, αυτό απαιτείται και είναι το επιθυμητό για κάθε μέλος της Δύναμης. Ιδιαίτερη ικανότητα είναι ικανότητα η οποία, λόγω του μεγέθους της, ξεχωρίζει τον κάτοχό της από άλλα μέλη της Δύναμης που εκτελούν με επιτυχία το έργο τους, ενώ ιδιάζουσα κλίση για ειδική εργασία υποδηλώνει ιδιότητες, όπως για παράδειγμα δεξιοτεχνία για συγκεκριμένη εργασία, που προσιδιάζουν στο άτομο του προαγόμενου. (Για την έννοια του ρήματος "ιδιάζω" βλ. Λεξικό Πρωΐας, σελ. 1178)."
Σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, όπου οι προαγωγές γίνονται κατά παρέκκλιση των γενικών κριτηρίων προαγωγής, η ανάγκη για επαρκή αιτιολόγηση της σχετικής απόφασης καθίσταται ακόμα πιο επιτακτική (βλ. σχετικά, Κώστας Κυπριανού κ.ά. ν. Δημοκρατίας, (1994) 4 Α.Α.Δ. 871).
Ένα καταληκτικό σχόλιο. Από πρόχειρη έρευνα σε διαδικτυακή πλατφόρμα εντοπίστηκαν δώδεκα δικαστικές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπου ο Α.Α. προέβηκε σε προαγωγή μελών της Αστυνομίας κατ’ εξαίρεση και στις έντεκα εξ αυτών η απόφαση του Α.Α. ακυρώθηκε.
Δημήτρης Απαισιώτης
Δικηγόρος











