Δεν έχει το επικοινωνιακό χάρισμα του Μπενιαμίν Νετανιάχου, ούτε τη φήμη ενός πολιτικού που γνωρίζει να ελίσσεται στους διαδρόμους της εξουσίας. Με την αυστηρή, σχεδόν άκαμπτη φυσιογνωμία ενός στρατηγού και το βάρος μιας προσωπικής τραγωδίας που τον σημάδεψε στον πόλεμο της Γάζας, ο Γκάντι Άιζενκοτ μοιάζει με το ακριβώς αντίθετο του ανθρώπου που φιλοδοξεί να διαδεχθεί.
Κι όμως, αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο πολιτικό του πλεονέκτημα. Ο πρώην αρχηγός του ισραηλινού στρατού, που έχασε τον γιο και δύο ανιψιούς του στη Γάζα, διεκδικεί πλέον την πρωθυπουργία, επιχειρώντας να βάλει τέλος στην πολυετή κυριαρχία του Νετανιάχου.
Πίσω, ωστόσο, από την εικόνα του μετριοπαθούς «αντι-Μπίμπι» βρίσκεται ένας στρατιωτικός με αμφιλεγόμενο παρελθόν, που συνδέεται με ορισμένες από τις σκληρότερες επιχειρήσεις του Ισραήλ.
Σε εκτενές δημοσίευμά του, το Al Jazeera σκιαγραφεί το προφίλ του 66χρονου πολιτικού.
Από την Τιβεριάδα στην κορυφή του ισραηλινού στρατού
Ο Γκάντι Άιζενκοτ γεννήθηκε στην Τιβεριάδα, από γονείς που είχαν μεταναστεύσει στο Ισραήλ από το Μαρακές και την Καζαμπλάνκα του Μαρόκου.
Μεγάλωσε στο Εϊλάτ, τη νότια πόλη-λιμάνι της χώρας, μακριά από τα πολιτικά και οικονομικά κέντρα της ισραηλινής ελίτ.
Στα 18 του κατατάχθηκε στον στρατό, ξεκινώντας μια σταδιοδρομία που θα τον οδηγούσε στην ανώτατη στρατιωτική θέση της χώρας, εκείνη του αρχηγού του Γενικού Επιτελείου, την οποία κατείχε από το 2015 έως το 2019.
Η κοινωνική του προέλευση αποτελεί βασικό στοιχείο της δημόσιας εικόνας του. Σε αντίθεση με τον Νετανιάχου, που προέρχεται από μια προνομιούχα οικογένεια Ασκεναζί Εβραίων, ο Άιζενκοτ έχει ρίζες στη μιζραχί κοινότητα, τους Εβραίους με καταγωγή από τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική.
Όπως σημειώνει το Al Jazeera, ενώ ο Νετανιάχου έχει επιχειρήσει πολιτικά να αξιοποιήσει τη δυσαρέσκεια αυτής της κοινότητας, ο Άιζενκοτ θεωρείται από ορισμένους ψηφοφόρους πιο αυθεντικός εκπρόσωπός της.
Μετά την αποστρατεία του ακολούθησε τον δρόμο πολλών ανώτατων αξιωματικών του Ισραήλ, περνώντας στην πολιτική. Συμμετείχε στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας που σχηματίστηκε μετά τις επιθέσεις της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023, προτού εξελιχθεί σε έναν από τους βασικούς αντιπάλους του Νετανιάχου.
Ο γιος και οι δύο ανιψιοί που έχασε στη Γάζα
Η προσωπική ιστορία του Άιζενκοτ συνδέθηκε με τον πόλεμο στη Γάζα με τον πιο οδυνηρό τρόπο.
Τον Δεκέμβριο του 2023, ο γιος του, Γκαλ Άιζενκοτ, σκοτώθηκε ενώ συμμετείχε σε στρατιωτική επιχείρηση στην Τζαμπάλια, στη βόρεια Γάζα. Μόλις μία ημέρα αργότερα, η οικογένεια βυθίστηκε ξανά στο πένθος, όταν σκοτώθηκε και ο ανιψιός του, Μαόρ.
Έντεκα μήνες αργότερα, τον Νοέμβριο του 2024, ένας ακόμη ανιψιός του, ο Γιόγκιεβ Πάζι, έχασε τη ζωή του στη Γάζα.
Οι τρεις αυτές απώλειες διαμόρφωσαν σε μεγάλο βαθμό την πολιτική του ταυτότητα, ενισχύοντας την εικόνα ενός ανθρώπου που έχει πληρώσει προσωπικά το τίμημα του πολέμου.
Το Al Jazeera επισημαίνει ότι η καταπονημένη εμφάνιση και η συγκρατημένη συμπεριφορά του συνδέονται, στα μάτια πολλών Ισραηλινών, με την προσωπική τραγωδία που έχει βιώσει. Η εικόνα αυτή αντιπαραβάλλεται με εκείνη της οικογένειας Νετανιάχου, της οποίας ο σχετικά πολυτελής τρόπος ζωής θεωρείται από επικριτές της αποκομμένος από τις δυσκολίες της ισραηλινής κοινωνίας.
Δεν είναι τυχαίο ότι τόσο οι σύμμαχοι όσο και οι αντίπαλοί του χρησιμοποιούν δύο χαρακτηρισμούς από τα γίντις, τη γλώσσα που αναπτύχθηκε στις εβραϊκές κοινότητες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, για να τον περιγράψουν: «menschy», που παραπέμπει σε έναν αξιοπρεπή και έντιμο άνθρωπο, και «schlumpy», που αποδίδει την ατημέλητη, σχεδόν άχαρη παρουσία του.
Το σκοτεινό στρατιωτικό παρελθόν και το δόγμα Νταχίγια
Η εικόνα του μετριοπαθούς και αξιοπρεπούς πολιτικού, ωστόσο, δεν αποτυπώνει ολόκληρη την ιστορία του.
Το Al Jazeera υπενθυμίζει ότι ο Άιζενκοτ θεωρείται ο αρχιτέκτονας του λεγόμενου «δόγματος Νταχίγια», μιας στρατιωτικής στρατηγικής που συνδέεται με τη χρήση δυσανάλογης ισχύος και την εκτεταμένη καταστροφή υποδομών και κατοικημένων περιοχών ως μέσου άσκησης πίεσης στον αντίπαλο.
Το δόγμα πήρε το όνομά του από τη συνοικία Νταχίγια, στα νότια προάστια της Βηρυτού, η οποία υπέστη τεράστιες καταστροφές κατά τον πόλεμο Ισραήλ και Χεζμπολάχ το 2006.
Κατά τη διάρκεια εκείνης της σύγκρουσης, στην οποία ο Άιζενκοτ πιστώνεται τη διαμόρφωση της συγκεκριμένης στρατηγικής, οι ισραηλινές επιχειρήσεις προκάλεσαν τον θάνατο 1.109 ανθρώπων στον Λίβανο, σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται το δημοσίευμα. Περίπου 860 από τα θύματα ήταν άμαχοι.
Ως αρχηγός του ισραηλινού στρατού, ο Άιζενκοτ επέβλεψε επιχειρήσεις στη Γάζα και τη Δυτική Όχθη, εκτεταμένα αεροπορικά πλήγματα εναντίον ιρανικών στόχων, αλλά και την παροχή οπλισμού σε αντικαθεστωτικούς αντάρτες στη Συρία.
Ο άνθρωπος που δεν αντέχει τα πολιτικά παιχνίδια
Παρότι έχει υπηρετήσει στο πλευρό του Νετανιάχου, ο Άιζενκοτ φέρεται να είχε εκφράσει έντονη δυσαρέσκεια για τη συνύπαρξή του στην κυβέρνηση με τους ακροδεξιούς υπουργούς Ιταμάρ Μπεν Γκβιρ και Μπετσαλέλ Σμότριτς.
Ωστόσο, η απόσταση που τον χωρίζει από την ακροδεξιά δεν σημαίνει απαραίτητα ότι διαθέτει και την πολιτική ευελιξία που απαιτείται για τη συγκρότηση μιας ετερόκλητης κυβέρνησης.
Ο Άιζενκοτ ανέλαβε την ηγεσία του αντιπολιτευτικού συνασπισμού μόλις λίγες ημέρες πριν από τις εκλογές της 27ης Οκτωβρίου, σε μια περίοδο κατά την οποία η συμμαχία εμφάνιζε αντιφατικά μηνύματα και έλλειψη συντονισμού.
Η πρόκληση είναι πλέον ακόμη μεγαλύτερη.
Και τώρα;
Μετά την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης που έλαβε από τον πρόεδρο Ισαάκ Χέρτσογκ, έχει 28 ημέρες, με δυνατότητα παράτασης 14 ημερών, προκειμένου να εξασφαλίσει κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Για να το πετύχει, θα χρειαστεί πιθανότατα να συνεννοηθεί με υπερορθόδοξα εβραϊκά κόμματα, παραδοσιακούς συμμάχους του Νετανιάχου, αλλά ενδεχομένως και να εξασφαλίσει την εξωτερική στήριξη αραβικών πολιτικών δυνάμεων.
Το υπερορθόδοξο κόμμα «Ενωμένος Ιουδαϊσμός της Τορά», το οποίο αρνήθηκε να στηρίξει τον Νετανιάχου, αναμένεται να θέσει ως προϋπόθεση τη διατήρηση της πρακτικής προστασίας από τη στρατιωτική θητεία για τους νεαρούς υπερορθόδοξους Εβραίους.
Αντίστοιχα, τα κόμματα που εκπροσωπούν τους Παλαιστίνιους πολίτες του Ισραήλ θα απαιτήσουν μέτρα για την αντιμετώπιση της εγκληματικότητας στις κοινότητές τους, αλλά και για τον τερματισμό της βίας των εποίκων στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη.
Η Άιντα Τούμα-Σουλεϊμάν, βουλευτής του αριστερού κόμματος Χαντάς, εκτιμά πάντως ότι ο Άιζενκοτ προτιμά να κάνει παραχωρήσεις στα θρησκευτικά κόμματα παρά να εμφανιστεί πολιτικά εξαρτημένος από την αραβική ψήφο.
«Φαίνεται πολύ πιο πρόθυμος να συμβιβαστεί με τα υπερορθόδοξα θρησκευτικά κόμματα, ιδιαίτερα όσον αφορά τον νόμο για τη στρατιωτική θητεία, παρά να διακινδυνεύσει να θεωρηθεί ότι εξαρτάται από την αραβική υποστήριξη», επισημαίνει.
Η δύσκολη σχέση με τις ΗΠΑ και το βάρος της κληρονομιάς Νετανιάχου
Ακόμη κι αν κατορθώσει να σχηματίσει κυβέρνηση, ο Άιζενκοτ θα κληθεί να διαχειριστεί μια από τις δυσκολότερες περιόδους στις σχέσεις του Ισραήλ με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Σύμφωνα με την ανάλυση του Al Jazeera, η εικόνα του Ισραήλ στην αμερικανική κοινή γνώμη έχει επιδεινωθεί δραματικά μετά τον πόλεμο στη Γάζα και τη σύγκρουση ΗΠΑ και Ισραήλ με το Ιράν, για την έναρξη της οποίας ο Νετανιάχου κατηγορείται ότι άσκησε καθοριστική επιρροή στον Ντόναλντ Τραμπ.
Την παραμονή των ενδιάμεσων αμερικανικών εκλογών, στις οποίες οι Ρεπουμπλικανοί υπέστησαν ιστορικές απώλειες, ο Τραμπ ανακοίνωσε τον τερματισμό, μετά το τέλος του έτους, της ετήσιας στρατιωτικής βοήθειας ύψους 3,8 δισεκατομμυρίων δολαρίων προς το Ισραήλ.
Στελέχη των Ρεπουμπλικανών, μεταξύ των οποίων ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς, απέδωσαν μέρος της εκλογικής ήττας στον πόλεμο με το Ιράν.
Ο Άαρον Ντέιβιντ Μίλερ, ανώτερος ερευνητής του ανεξάρτητου think tank «Carnegie Endowment», επισημαίνει ότι οι αρνητικές αντιλήψεις για το Ισραήλ έχουν πλέον παγιωθεί στην αμερικανική κοινωνία.
«Ουσιαστικά, από το 2023, η κοινή γνώμη παρακολουθεί την περιοχή σαν να βλέπει δύο εικόνες σε διαιρεμένη οθόνη. Στη μία βρίσκεται η σφαγή που προκάλεσε η Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου και στην άλλη ο θάνατος και η καταστροφή που εξαπέλυσε το Ισραήλ ως απάντηση», εξηγεί.
«Στα μάτια πολλών, το Ισραήλ δεν είναι πλέον ο Δαβίδ, αλλά ο Γολιάθ», προσθέτει.
Για τον Άιζενκοτ, ο οποίος δεν αισθάνεται ιδιαίτερα άνετα στις δημόσιες εμφανίσεις και αποφεύγει να μιλά αγγλικά, η αποκατάσταση αυτών των σχέσεων θα αποτελέσει μια εξαιρετικά απαιτητική δοκιμασία.
«Μπροστά στον Άιζενκοτ μπορεί να βρίσκεται το δυσκολότερο αμερικανικό πολιτικό περιβάλλον που χρειάστηκε ποτέ να αντιμετωπίσει Ισραηλινός πρωθυπουργός», εκτιμά ο Μίλερ.
Μια αλλαγή προσώπου ή μια πραγματική αλλαγή πολιτικής;
Ο Άιζενκοτ διεκδικεί την πρωθυπουργία σε μια περίοδο κατά την οποία σημαντικό μέρος της ισραηλινής κοινωνίας αναζητά ένα διαφορετικό πρόσωπο στην ηγεσία της χώρας. Η προσωπική του διαδρομή, οι οικογενειακές απώλειες και η συγκρατημένη δημόσια παρουσία του έχουν ενισχύσει την εικόνα του ως του «αντι-Μπίμπι», ενός πολιτικού που απέχει από το ύφος και τις πρακτικές του Μπενιαμίν Νετανιάχου.
Ωστόσο, η απόσταση ανάμεσα στους δύο άνδρες δεν είναι εξίσου εμφανής όταν η συζήτηση μεταφέρεται από την εσωτερική πολιτική στη στρατιωτική στρατηγική του Ισραήλ.
Ο Άιζενκοτ δεν είναι ένας πολιτικός που παρακολούθησε τις συγκρούσεις από τα κυβερνητικά έδρανα, αλλά ένας στρατηγός που συμμετείχε στον σχεδιασμό και την εφαρμογή επιχειρήσεων με βαρύ ανθρώπινο κόστος.
Αυτή την πλευρά της διαδρομής του αναδεικνύει το Al Jazeera, επισημαίνοντας ότι η πολιτική αλλαγή που προσδοκούν πολλοί Ισραηλινοί δεν συνεπάγεται απαραίτητα και αλλαγή στην αντιμετώπιση των Παλαιστινίων.
Άλλωστε, ο Άιζενκοτ μπορεί να είναι το αντίπαλο δέος του Νετανιάχου στην πολιτική σκηνή, αλλά υπήρξε για δεκαετίες μέρος του ίδιου στρατιωτικού συστήματος που διαμόρφωσε την πολιτική του Ισραήλ.
Πηγή: Πρώτο Θέμα











