Οι πρόωρες εκλογές του επόμενου μήνα στην Ισπανία διεξάγονται πλέον υπό εντελώς διαφορετικές συνθήκες, μετά τη φονική σιδηροδρομική σύγκρουση της Τετάρτης 28/10, η οποία στοίχισε τη ζωή σε τουλάχιστον 69 ανθρώπους.
Ο πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ καλείται τώρα να υπερασπιστεί όχι μόνο το κυβερνητικό του έργο, αλλά και την κατάσταση της ασφάλειας στις σιδηροδρομικές υποδομές της χώρας.
Στην ισπανική πολιτική σκηνή υπάρχει ένα σχεδόν διαχρονικό αξίωμα: δεν είναι συνετό να στοιχηματίζει κανείς εναντίον του Πέδρο Σάντσεθ.
Ως επικεφαλής του Ισπανικού Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος (PSOE) και στη συνέχεια ως πρωθυπουργός, έχει επανειλημμένα καταφέρει να ξεπεράσει πολιτικές κρίσεις, να διαψεύσει τις προβλέψεις των αντιπάλων του και να αξιοποιήσει προς όφελός του ακόμη και τις πιο δύσκολες συγκυρίες.
Ωστόσο, οι πρόωρες βουλευτικές εκλογές του επόμενου μήνα, τις οποίες προκήρυξε μετά την απόρριψη από τα δεξιά και ακροδεξιά κόμματα των κυβερνητικών προτάσεων για τη μεταρρύθμιση της στεγαστικής πολιτικής, ενδέχεται να εξελιχθούν σε μια πολύ διαφορετική αναμέτρηση από εκείνη που αρχικά είχε σχεδιάσει.
Η πολύνεκρη σιδηροδρομική σύγκρουση της Τετάρτης έχει, τουλάχιστον προς το παρόν, περιορίσει την ένταση της πολιτικής αντιπαράθεσης που χαρακτήριζε την ισπανική προεκλογική περίοδο.
Παράλληλα, όμως, δημιουργεί νέα δεδομένα για την κυβέρνηση, καθώς η ασφάλεια των σιδηροδρόμων απειλεί να κυριαρχήσει στην πολιτική συζήτηση και να δυσκολέψει την προσπάθεια του Σάντσες να υπερασπιστεί τα πεπραγμένα της κυβέρνησής του και να παραμείνει στην πρωθυπουργική κατοικία της Μονκλόα.
Η εκλογική αναμέτρηση, την οποία η αριστερά παρουσίαζε ως τελευταία ευκαιρία να αποτραπεί μια κυβερνητική συνεργασία του συντηρητικού Λαϊκού Κόμματος (PP) με το ακροδεξιό Vox, βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα.
Για τη δεξιά, αντίθετα, οι κάλπες αποτελούσαν ευκαιρία να τερματιστεί η οκταετής διακυβέρνηση Σάντσεθ, την οποία οι πολιτικοί της αντίπαλοι αποκαλούν υποτιμητικά «σαντσισμό».
Τώρα, η χώρα προσέρχεται στις εκλογές βυθισμένη στο σοκ και στο πένθος.
Το σιδηροδρομικό δίκτυο και η εμπιστοσύνη των πολιτών
Το εκτεταμένο δίκτυο τρένων υψηλής ταχύτητας της Ισπανίας αποτελεί εδώ και χρόνια ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα των δημόσιων υποδομών της και πηγή εθνικής υπερηφάνειας. Παράλληλα, εξυπηρετεί καθημερινά εκατομμύρια πολίτες, οι οποίοι βασίζονται σε αυτό για τις μετακινήσεις τους προς την εργασία, τις διακοπές ή τις επισκέψεις σε συγγενείς.
Η τραγωδία της Τετάρτης, η οποία ήρθε μετά από ένα ακόμη πολύνεκρο δυστύχημα στην ίδια σιδηροδρομική γραμμή, με 46 νεκρούς τον Ιανουάριο, έχει προκαλέσει οργή, σύγχυση και έντονη ανησυχία για την αξιοπιστία του συστήματος.
Το κλίμα αποτυπώθηκε και στα πρωτοσέλιδα των ισπανικών εφημερίδων την Πέμπτη. Η El Mundo έκανε λόγο για «Μία ακόμη σφαγή στα τρένα», η ABC κυκλοφόρησε με τον τίτλο «Τουλάχιστον 68 νεκροί, εννέα μήνες μετά», ενώ η El País αναφέρθηκε στη «Δεύτερη καταστροφή υψηλής ταχύτητας σε λιγότερο από έναν χρόνο».
Οι τίτλοι αυτοί αντανακλούν την αυξανόμενη ανησυχία για την κατάσταση των σιδηροδρομικών υποδομών, αλλά και την πίεση που δέχεται η κυβέρνηση να δώσει πειστικές απαντήσεις για τα αίτια της νέας τραγωδίας.
Οι πολιτικές πιέσεις που προϋπήρχαν του δυστυχήματος
Ακόμη και πριν από τη σύγκρουση στα περίχωρα της Ούρντα, ο Πέδρο Σάντσεθ βρισκόταν αντιμέτωπος με μια σειρά πολιτικών προβλημάτων.
Οι κινητοποιήσεις για τη στεγαστική κρίση είχαν εντείνει τη δυσαρέσκεια, ενώ ο πρωθυπουργός έπρεπε να διαχειριστεί και τις καταγγελίες για υποθέσεις διαφθοράς που αφορούν μέλη της οικογένειάς του και πρόσωπα του στενού πολιτικού του περιβάλλοντος.
Επιπλέον, οι χειρισμοί της κυβέρνησης σχετικά με τις μαζικές μεταναστευτικές αφίξεις στο ισπανικό έδαφος της Θέουτα, στη Βόρεια Αφρική, κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού είχαν προκαλέσει έντονη κριτική, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό.
Ο Πάμπλο Σιμόν, πολιτικός επιστήμονας στο Πανεπιστήμιο Κάρλος Γ΄ της Μαδρίτης, περιέγραψε ως ιδιαίτερα δύσκολη την πολιτική συγκυρία, επισημαίνοντας ότι οι Ισπανοί εξακολουθούν να προσπαθούν να συνειδητοποιήσουν το μέγεθος της τραγωδίας.
«Υπάρχουν πολλά ανοιχτά μέτωπα για την κυβέρνηση και θεωρώ ότι αυτό το δυστύχημα έχει διπλό αντίκτυπο», ανέφερε.
Όπως εξήγησε, πρώτον, επαναφέρει στο προσκήνιο την κατάσταση των σιδηροδρομικών υποδομών και ενισχύει την αίσθηση ότι τα προβλήματα δεν είναι μεμονωμένα, αλλά ενδέχεται να έχουν βαθύτερα, διαρθρωτικά χαρακτηριστικά.
Παράλληλα, προσθέτει μια νέα διάσταση στη συζήτηση για τη συνολική υποχώρηση της ποιότητας των δημόσιων υπηρεσιών στην Ισπανία, ιδιαίτερα στον τομέα των υποδομών.
Ο ίδιος εκτίμησε ότι η κυβέρνηση Σάντσεθ, η οποία βρίσκεται στην εξουσία από το 2018, δύσκολα θα μπορούσε να αποδώσει την ευθύνη για τη σημερινή κατάσταση στις προηγούμενες κυβερνήσεις του Λαϊκού Κόμματος και στις πολιτικές δημοσιονομικής λιτότητας που εκείνες εφάρμοσαν.
«Αυτό απλώς δεν είναι πειστικό», σημείωσε.
Υπάρχει, σύμφωνα με τον Σιμόν, και μια δεύτερη παράμετρος: η κυβέρνηση αντιμετώπιζε ήδη σοβαρές δυσκολίες στην εξασφάλιση της αναγκαίας κοινοβουλευτικής υποστήριξης, ακόμη και πριν από το δυστύχημα.
Η αντιπολίτευση ζητά ευθύνες
Ο Σάντσεθ χαρακτήρισε «απαράδεκτο» το γεγονός ότι η Ισπανία θρηνεί δύο πολύνεκρα σιδηροδρομικά δυστυχήματα μέσα σε διάστημα μικρότερο του ενός έτους. Δεσμεύτηκε, παράλληλα, για την ενίσχυση των μέτρων ασφαλείας, ώστε να αποτραπεί η επανάληψη μιας αντίστοιχης τραγωδίας.
Οι πολιτικοί του αντίπαλοι, ωστόσο, θεωρούν ότι οι διαβεβαιώσεις αυτές δεν αρκούν.
Ο επικεφαλής του Λαϊκού Κόμματος, Αλμπέρτο Νούνιες Φεϊχόο, δήλωσε την Πέμπτη ότι κάθε πολιτικός που θα διαπιστωθεί ότι φέρει ευθύνη για το δυστύχημα θα πρέπει να λογοδοτήσει.
«Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε έτσι. Αυτός ο τρόπος διαχείρισης δεν μπορεί να συνεχιστεί», ανέφερε, προσθέτοντας ότι οι Ισπανοί δεν ζητούν «θαύματα», αλλά μια χώρα στην οποία οι βασικές λειτουργίες του κράτους θα εκτελούνται κανονικά.
Ακόμη πιο επιθετική είναι η στάση του Vox, το οποίο κατηγορεί την κυβέρνηση για συστηματική κακοδιαχείριση και ευνοιοκρατία, φτάνοντας στο σημείο να της αποδίδει ευθύνη για τον θάνατο των θυμάτων.
Το ακροδεξιό κόμμα έχει επίσης ζητήσει από το Ανώτατο Δικαστήριο να διερευνήσει τον υπουργό Μεταφορών, Όσκαρ Πουέντε, για ενδεχόμενη ανθρωποκτονία από αμέλεια και πρόκληση σωματικών βλαβών από βαριά αμέλεια.
Από την πλευρά του, ο Πουέντε έχει απορρίψει τις κατηγορίες περί κακοδιαχείρισης, υποστηρίζοντας ότι το ισπανικό σιδηροδρομικό σύστημα είναι «ασφαλές και αξιόπιστο».
Η διαφορετική στρατηγική PP και Vox
Ο Πάμπλο Σιμόν εκτιμά ότι οι διαφορετικές αντιδράσεις του Λαϊκού Κόμματος και του Vox αντανακλούν και τις μεταξύ τους πολιτικές διαφορές, καθώς τα δύο κόμματα διεκδικούν τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην προσπάθεια να τερματιστεί η κυβέρνηση Σάντσεθ.
Το βασικό ερώτημα, όπως το θέτει, είναι ποια στάση θα αποδειχθεί καταλληλότερη απέναντι στην τραγωδία: μια περισσότερο θεσμική και μετριοπαθής προσέγγιση, την οποία επιχειρεί να υιοθετήσει το PP, ή η σκληρή και επιθετική ρητορική του Vox.
Ο πολιτικός επιστήμονας επισημαίνει, επίσης, ότι το βαρύ κλίμα στη χώρα ενδέχεται να δυσκολέψει τον Σάντσεθ να προσελκύσει έως και 1,2 εκατομμύρια ψηφοφόρους που χαρακτηρίζονται πολιτικά αδρανείς, αλλά διατηρούν τάση προς το Σοσιαλιστικό Κόμμα και στους οποίους φέρεται να υπολόγιζε για την εκλογική του στρατηγική.
Η εικόνα που επιδίωκε να διαμορφώσει ο πρωθυπουργός ήταν εκείνη μιας αναμέτρησης ανάμεσα στις προοδευτικές δυνάμεις και τις αντιδραστικές πολιτικές, με βασικά διακυβεύματα τη στέγαση και την ισότητα. Το δυστύχημα, όμως, έχει αλλάξει την ατζέντα, μεταφέροντας τη συζήτηση στην ασφάλεια, τη λειτουργία του κράτους και την ευθύνη της κυβέρνησης.
«Μια προεκλογική εκστρατεία στηρίζεται στο υψηλό ηθικό και σε ένα αίσθημα αισιοδοξίας. Πώς μπορεί, όμως, να συμβεί αυτό όταν ολόκληρη η χώρα θρηνεί για αυτή την τραγωδία;», διερωτήθηκε ο Σιμόν.
Πηγή: skai.gr
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Με ταχύτητα 160 χλμ./ώρα κινούνταν το μοιραίο τρένο την ώρα της σύγκρουσης στο Τολέδο-Πώς έγινε η τραγωδία 69 νεκρούς











