«Η Αστυνομία έχει δράσεις που δεν μπορούμε να ανακοινώσουμε, η αρμόδια Υπηρεσία κάνει ανάλυση για να δούμε την τάση που επικρατεί. Μπορεί να είναι άσχετοι νεαροί. Πρέπει να το μελετήσουμε. Ήμασταν πιο δύσκαμπτοι στο παρελθόν, πρέπει να γίνει προσπάθεια να είμαστε ευέλικτοι».
Αυτό, αποτελεί ένα μέρος της τοποθέτησης του Αρχηγού Αστυνομίας, Θεμιστού Αρναούτη, πριν από δύο ολόκληρα χρόνια, ενώπιον της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Βουλής, όταν οι αρμόδιοι φορείς κλήθηκαν να τοποθετηθούν για τις έντεκα επιθέσεις που είχαν καταγραφεί σε ένα δίμηνο, εναντίον ντελιβεράδων, στη Λεμεσό.
Από τότε μέχρι σήμερα, το μόνο που έχει αλλάξει είναι οι επτακόσιες και πλέον μέρες που έχουν παρέλθει, αφού τέτοιας φύσεως περιστατικά, συνεχίζουν να καταγράφονται συχνά πυκνά, ενώ τον τελευταίο μήνα παρατηρείται έξαρσή τους.
Μόνο για τον Οκτώβριο, υπήρξαν συνολικά επτά περιστατικά, δηλαδή περίπου ένα κάθε τέσσερις μέρες, σε αντίθεση με τους προηγούμενους δύο μήνες (Αύγουστο και Σεπτέμβριο), που τέτοιας φύσεως υποθέσεις ήταν συνολικά μόλις τέσσερις. Μάλιστα, ξεκαθαρίζεται πως αυτά είναι μόνο όσα καταγγέλθηκαν στην Αστυνομία ή μόνο όσα είδαν το φως της δημοσιότητας.
Αναμφίβολα, οι Αρχές δείχνουν να αδυνατούν να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα, το οποίο δεν σχετίζεται ούτε με το οργανωμένο έγκλημα, αλλά ούτε με τον υπόκοσμο, αλλά όπως η ίδια η Αστυνομία παραδέχεται, με νεαρά πρόσωπα, τα οποία προβαίνουν στις εν λόγω ενέργειες για να αποσπάσουν χρήματα από τους ντελιβεράδες.
Ουσιαστικά, η Αστυνομία δείχνει, με βάση την έξαρση που επικρατεί, αδύναμη να αντιμετωπίσει τα φαινόμενα, αφού εάν καταγράφονταν συλλήψεις, κάποιοι θα έκαναν δεύτερες σκέψεις, προτού προβούν σε τέτοιες ενέργειες. Όσο λοιπόν κάποιοι συνεχίζουν το έργο τους και παραμένουν ασύλληπτοι, τόσο θα αυξάνονται και τα περιστατικά επιθέσεων στους ντελιβεράδες, οι οποίοι κάνουν απλά τη δουλειά τους, μεταφέροντας φαγητό στους πολίτες.
Οι Αρχές, σύμφωνα με αστυνομικές πηγές, θεωρούν δεδομένο ότι τα κίνητρα δεν σχετίζονται με ρατσισμό, αφού οι πλείστοι οδηγοί ντελίβερι είναι αλλοδαποί, βλέποντας ως επικρατέστερο σενάριο πως πρόκειται για εύκολους στόχους, ώστε να εξασφαλίσουν οι δράστες χρηματικά ποσά, καθότι τα θύματα μετακινούνται στους δρόμους χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε ασφάλεια στα χρήματα που μεταφέρουν.
Σίγουρα, η Αστυνομία δεν μπορεί να βρίσκεται παντού, όπως είπε και ο ίδιος ο υπουργός Δικαιοσύνης, Κώστας Φυτιρής, πριν από περίπου είκοσι μέρες, σε δηλώσεις του, ώστε να αντιμετωπίσει όλα τα περιστατικά που καταγράφονται και αυτό είναι απολύτως κατανοητό, ωστόσο ενδεχομένως να πρέπει να προβεί σε μια αναπροσαρμογή του τρόπου δράσης της και των μέτρων που λαμβάνει για πάταξη του φαινομένου.
Δυστυχώς, με βάση τα δεδομένα που υπάρχουν σήμερα, εκατοντάδες άνθρωποι φεύγουν για τις δουλειές τους στη Λεμεσό, κάθε μέρα και πέραν των κινδύνων που αντιμετωπίζουν στους δρόμους, καλούνται να διαχειριστούν πλέον και το άγχος, εάν θα επιστρέψουν σώοι και αβλαβείς στο σπίτι τους ή εάν θα πέσουν θύματα ληστείας.
Ο υπουργός Δικαιοσύνης, στο πλαίσιο των ίδιων δηλώσεών του, είχε αναφερθεί σε εισήγηση, στην οποία προέβη προς τις εταιρείες που διαθέτουν πλατφόρμες, ώστε να εφαρμοστεί η χρήση του «κόκκινου κουμπιού» (red button). Όπως είχε εξηγήσει τότε, «θέλει κάποιο χρονικό διάστημα για να υλοποιηθεί, εφόσον συμφωνήσουν οι εταιρείες, ώστε ο διανομέας να πατά αυτό το κουμπί και να μπορέσει η Αστυνομία να ανταποκριθεί σε ελάχιστο χρόνο. Η Αστυνομία πρέπει να δρα σε ελάχιστο χρόνο, με την προϋπόθεση ότι υπάρχει και από τα θύματα η έγκαιρη ενημέρωση».
Παρόλα αυτά, ακόμα και να εφαρμοστεί το εν λόγω μέτρο εύλογα διερωτάται κάποιος εάν μπορεί να πετύχει το σκοπό του, αφού τέτοια περιστατικά, προφανώς διαρκούν ορισμένα λεπτά. Ως εκ τούτου, ακόμα και να πατήσει κάποιος το «κόκκινο κουμπί», δεν μπορεί να θεωρηθεί βέβαιο ότι η Αστυνομία θα φθάσει στα ίχνη των δραστών, οι οποίοι προφανώς, μετά από ένα «χτύπημα» εξαφανίζονται από το σημείο. Επίσης, για να εφαρμοστεί, χρειάζεται χρόνος και μέχρι τότε, εάν δεν γίνουν άλλες πιο άμεσες ενέργειες, οι ληστείες ντελιβεράδων θα συνεχίσουν να καταγράφονται με τον ίδιο, αν όχι με γρηγορότερο βαθμό.
Σημειώνεται πάντως ότι η Αστυνομία, σύμφωνα με αρμόδια πηγή, προέβη στην χρήση υπό κάλυψη αστυνομικών, που εργάζονταν ως ντελιβεράδες, ώστε να φτάσει στα ίχνη των δραστών, χωρίς όμως ουσιαστικά αποτελέσματα, ενώ έγιναν και άλλες ενέργειες που επίσης δεν βοήθησαν προς τον σκοπό αυτό.
Είναι πασιφανές, ότι το πρόβλημα δεν επιλύεται, παρά μόνο ελαττώνονται για λίγο καιρό τα περιστατικά και στη συνέχεια εμφανίζονται εκ νέου στο προσκήνιο. Πρόκειται για μια ντροπιαστική κατάσταση, που απασχολεί μόνο την επαρχία Λεμεσού, αφού στις υπόλοιπες πόλεις, παρότι υπήρξαν μεμονωμένα περιστατικά, δεν έλαβαν έκταση και δεν υπήρξε μιμητισμός. Ως εκ τούτου, ενδεχομένως η χρήση κόκκινου κουμπιού, να είναι αχρείαστη, εάν η Αστυνομική Διεύθυνση της πόλης, λάβει αυξημένα μέτρα, περιορίζοντας το φαινόμενα που καταγράφονται. Το ζήτημα, είναι να εξευρεθεί ο τρόπος και να υπάρχει θέληση...
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:
- Άγρια επίθεση σε βάρος 20χρονου στη Λεμεσό-Τον απείλησαν με μαχαίρι, τον έριξαν στο έδαφος και του έκλεψαν τη μοτοσικλέτα και τα χρήματα
- Άλλη μία επίθεση σε διανομέα φαγητού στη Λεμεσό από τέσσερα πρόσωπα-Τον χτύπησαν στο κεφάλι και τον λήστεψαν
- Επίθεση σε βάρος διανομέα φαγητού στη Λεμεσό-Δύο πρόσωπα με μοτοσικλέτα του ανέκοψαν την πορεία, τον χτύπησαν και του έκλεψαν τα χρήματα











