Στη δημοσιότητα δόθηκε η κατάθεση του Φίλιππος Καμπούρης ο οποίος μίλησε για απειλές που, όπως υποστηρίζει, έχει δεχθεί επί σειρά ετών κατά της ζωής του.
Ο πρόεδρος του ΛΑ.Ο.Σ που κατηγορείται για απάτη σε βάρος του ΕΦΚΑ και του Δημοσίου, εξέφρασε φόβους ενώπιον της ανακρίτριας για την ασφάλειά του μέσα στη φυλακή.
Αν και αρνείται την τέλεση οποιασδήποτε αξιόποινης πραξης η παρέμβαση της Αρχής για το Ξέπλυμα Μαύρου Χρήματος, που κατόπιν εντολής του προέδρου της Χαράλαμπου Βουρλιώτη, προχώρησε σε δέσμευση περιουσιακών στοιχείων 12 φυσικών πρόσωπων και 32 νομικών οντότητων, με την δέσμευση να αφορά και το πολιτικό κόμμα του οποίου ηγείται, δίνει νέα διάσταση στην υπόθεση.
Ο ίδιος πάντως υποστήριξε ότι οι οφειλές των εταιρειών που φέρεται να εμπλέκεται δεν αποτελούν απόδειξη απάτης και απέδωσε την ευθύνη για τη διαχείρισή τους στον λογιστή με τον οποίο συνεργαζόταν από το 2012. Παράλληλα, επιχείρησε να εξηγήσει τις αναλήψεις περίπου 2 εκατ. ευρώ την περίοδο 2021-2026, υποστηρίζοντας ότι τα χρήματα διατέθηκαν για επαγγελματικές υποχρεώσεις.
«Αν προφυλακιστώ, κινδυνεύει η ζωή μου»
Στην απολογία του, ο Φίλιππος Καμπούρης αναφέρθηκε σε απόπειρα δολοφονίας που, όπως ισχυρίστηκε, σημειώθηκε τον Αύγουστο του 2026, συνδέοντάς την με τις πολιτικές και θρησκευτικές απόψεις του.
«Αν προφυλακιστώ κινδυνεύω, γιατί σε όλες τις φυλακές υπάρχουν μουσουλμάνοι που γνωρίζουν τις πολιτικές και θρησκευτικές μου απόψεις για τη μουσουλμανοποίηση της χώρας και το κλείσιμο των παράνομων τζαμιών…Εχω δεχτεί επί σειρά ετών πολλαπλές απειλές κατά της ζωής μου από μουσουλμάνους», υποστήριξε.
Ανέφερε δε ότι η απόπειρα δολοφονίας που επικαλείται συνδέεται με εργαζόμενο καταστήματος εστίασης στο οποίο είχε επιχειρηματική συμμετοχή.
«Δεν εξαπάτησα το Δημόσιο»
Ο Φίλιππος Καμπούρης αρνήθηκε ότι εξαπάτησε το Δημόσιο, παραδεχόμενος ωστόσο ότι είχε συμμετοχή ως αφανής εταίρος σε επιχειρήσεις.
«Σε καμία περίπτωση δεν είμαι εγκληματίας, ούτε εξαπάτησα το Δημόσιο», ανέφερε, προσθέτοντας ότι είχε οφειλές τις οποίες προτίθεται να εξοφλήσει, ενώ για ορισμένες άλλες υποστήριξε ότι δεν γνώριζε καν την ύπαρξή τους.
Ισχυρίστηκε πως δεν είχε τις απαραίτητες λογιστικές γνώσεις για να διαχειρίζεται τις εταιρείες και είχε αναθέσει τις σχετικές διαδικασίες σε λογιστικό γραφείο.
«Δεν έχω λογιστικές γνώσεις για να προβώ στο άνοιγμα ή στο κλείσιμο εταιρειών», υποστήριξε, περιγράφοντας μια συνεργασία στο πλαίσιο της οποίας, όπως είπε, ο Β.Χ., συγκατηγορούμενός του λογιστής, είχε αναλάβει τις προσλήψεις, τις συμβάσεις, τις καταβολές και τις υπόλοιπες διαχειριστικές πράξεις. Ισχυρίστηκε ότι η εμπιστοσύνη του στον λογιστή ήταν τέτοια ώστε να μην ελέγχει όλες τις επιμέρους κινήσεις των εταιρειών. Υποστήριξε ότι η δημιουργία νέων εταιρικών σχημάτων και η μεταφορά εργαζομένων μεταξύ επιχειρήσεων γίνονταν χωρίς να γνωρίζει το σύνολο των ενεργειών που πραγματοποιούνταν.«Αυτό όμως αποδείχθηκε τώρα, ότι γινόταν και με τις άλλες εταιρείες εν αγνοία μου, επιβαρύνοντας τις εταιρείες με χρέη προς το Δημόσιο», ανέφερε.
Οι αναλήψεις των 2 εκατ. ευρώ και τα 50.000 ευρώ στη θυρίδα
Για τις αναλήψεις χρημάτων συνολικού ύψους περίπου 2 εκατ. ευρώ κατά την περίοδο 2021-2026, οι οποίες βρίσκονται στο μικροσκόπιο των Αρχών υποστήριξε πως «είναι πληρωμές προσωπικού, καλλιτεχνών, λογιστών για να πληρωθούν εργοδοτικές εισφορές και εφορία, προμήθειες, αγορές…Από αυτά τα χρήματα δεν μου έμεινε τίποτα. Ήταν όλα για έξοδα και υποχρεώσεις», πρόσθεσε, υποστηρίζοντας ότι δεν διαθέτει ακίνητα, τραπεζικές καταθέσεις ή άλλα περιουσιακά στοιχεία.
Για τα 50.000 ευρώ που εντοπίστηκαν σε τραπεζική θυρίδα, ανέφερε ότι αποτελούσαν οικονομίες μιας ζωής της συζύγου του. Για ποσό 22.870 ευρώ υποστήριξε ότι αφορούσε τη δική του μισθοδοσία και ήταν δηλωμένο.
Παράλληλα, ισχυρίστηκε ότι τα χρήματα που λάμβανε προέρχονταν από νόμιμους κύκλους εργασιών και επιχειρηματική δραστηριότητα.
Ευθύνες στον λογιστή
Ο Φίλιππος Καμπούρης υποστήριξε ότι η σχέση του με το λογιστικό γραφείο που συνεργαζόταν επί σειρά ετών επιδεινώθηκε όταν άρχισαν να εμφανίζονται προβλήματα σχετικά με την ασφάλιση εργαζομένων και τις υποχρεώσεις των επιχειρήσεων.
Όπως είπε, δυσκολευόταν να επικοινωνήσει με τους συνεργάτες του γραφείου, ενώ δεν του παραδίδονταν τα έγγραφα και οι κωδικοί που ζητούσε, προκειμένου να μεταφέρει τη λογιστική διαχείριση αλλού.
Σύμφωνα με την απολογία του, τελικά ανέθεσε τη διαχείριση σε νέο λογιστή, με στόχο να εξεταστεί τι μπορούσε να διορθωθεί από τα προβλήματα που, όπως υποστηρίζει, είχαν δημιουργηθεί κατά την προηγούμενη συνεργασία.
Ο ίδιος αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι έδινε εντολές για τις επίμαχες λογιστικές κινήσεις, επιμένοντας ότι δεν είχε ούτε τις γνώσεις ούτε την πρόσβαση για να αποφασίζει σχετικά με την καταβολή ασφαλιστικών εισφορών και φορολογικών υποχρεώσεων.
Παραδέχθηκε ωστόσο ότι σε ορισμένες επιχειρήσεις ήταν «αφανής εταίρος» και δεν εμφανιζόταν ο ίδιος ως ιδιοκτήτης ή διαχειριστής λόγω της πολιτικής του δραστηριότητας και της δημόσιας εικόνας του, υποστηρίζοντας ότι οι διάφορες εταιρείες είχαν επιλεγεί για λόγους που δεν συνδέονταν με πρόθεση εξαπάτησης του Δημοσίου.
Εκτός κάδρου επιχείρησε να βγάλει και τη σύζυγό του ισχυριζόμενος πως «δεν έχει καμία ευθύνη και καμία διαχείριση των εταιρειών, ήταν απλά υπάλληλος σε αυτές».
Παράλληλα, παραδέχθηκε ότι υπήρχαν οφειλές προς την ΑΑΔΕ, τον ΕΦΚΑ και τρίτους, υποστηρίζοντας ότι βρισκόταν σε διαδικασία πώλησης επιχείρησης προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι οικονομικές εκκρεμότητες.
Σύζυγος Φ. Καμπούρη: «Δεν γνωρίζω για τις εταιρείες, δεν αποφάσιζα εγώ»
Η σύζυγος του Φ. Καμπούρη, στην οποία αποδίδεται από το κατηγορητηρίο κεντρικός ρόλος στο κύκλωμα, υποστήριξε ότι εργαζόταν ως υπάλληλος στις επιχειρήσεις του συζύγου της, χωρίς να έχει γνώση για τις εταιρείες και την διαχείρισης τους.
Σύμφωνα με όσα αναφέρει στην απολογία της, η ίδια είχε αρχικά αναλάβει τυπικά καθήκοντα διαχειρίστριας στην εταιρεία Famous Group Hermes ΕΠΕ, αλλά στην πραγματικότητα εργαζόταν ως τηλεφωνήτρια, με παράλληλη εποπτεία των τηλεφωνητριών και της γραμματειακής υποστήριξης. Υποστηρίζει ότι αυτή ήταν η εργασία της από το 2013 και για αρκετά χρόνια, ενώ τα τελευταία τρία με τέσσερα χρόνια απασχολείτο ως πωλήτρια σε κατάστημα γυναικείας ένδυσης στον Κορυδαλλό.
Η ίδια επιχείρησε να διαχωρίσει τον ρόλο της ως εργαζόμενης από την επιχειρηματική δραστηριότητα του συζύγου της, αναφέροντας ότι δεν γνωρίζει τις εταιρικές υποθέσεις, τις οφειλές προς την ΑΑΔΕ και τον ΕΦΚΑ ή τις δραστηριότητες άλλων προσώπων που φέρονται να συνδέονται με την υπόθεση.
Τα 61.000 ευρώ, οι κάρτες και η ανάληψη των 70.000 ευρώ στο καζίνο
Προσπαθώντας να εξηγήσει τις οικονομικές κινήσεις που φέρονται να συνδέονται με την ίδια, υποστήριξε πως τα μοναδικά εισοδήματά της προέρχονται από την εργασία της και λαμβάνει τον βασικό μισθό, τον οποίο, όπως λέει, της καταβάλλει ο σύζυγός της σε μετρητά.
Για πίστωση ύψους 61.000 ευρώ στον λογαριασμό της ισχυρίστηκε ότι δεν γνωρίζει σε τι αφορά, πιθανολογώντας πως πρόκειται για μισθοδοσία. Παράλληλα, αρνήθηκε ότι έκανε χρήση τραπεζικών καρτών που συνδέονται με την υπόθεση καθώς και ότι προχώρησε σε ανάληψη 70.000 ευρώ από ΑΤΜ στο Καζίνο της Πάρνηθας.
Υποστήριξε ακόμη ότι δεν γνωρίζει εάν είναι ασφαλισμένη και σε άλλες εταιρείες, πέραν εκείνων στις οποίες εργάζεται, επιμένοντας πως δεν έχει γνώση των οικονομικών υποχρεώσεων του συζύγου της προς την ΑΑΔΕ και τον ΕΦΚΑ.
Πηγή: iefimerida.gr











