Συγκεκριμένες προτάσεις για τη βελτίωση του νέου Σχεδίου Χορηγιών για Ενεργειακές Αναβαθμίσεις Κατοικιών 2026 καταθέτει με αφορμή την προκήρυξη του σχεδίου, ο Γενικός Γραμματέας του ΑΚΕΛ, Στέφανος Στεφάνου, με επιστολή του προς τον Υπουργό Ενέργειας, Εμπορίου και Βιομηχανίας, Μιχάλη Δαμιανό.
«Αναγνωρίζουμε ότι η διάθεση €20 εκατομμυρίων για την ενεργειακή αναβάθμιση υφιστάμενων κατοικιών αποτελεί θετική εξέλιξη». Ωστόσο, αναφέρει, «θεωρούμε ότι με τη σημερινή του μορφή, το σχέδιο δεν διασφαλίζει επαρκώς ότι η κρατική στήριξη θα φτάσει κατά προτεραιότητα στα νοικοκυριά που αντιμετωπίζουν τις μεγαλύτερες οικονομικές δυσκολίες και το υψηλότερο ενεργειακό κόστος».
Σημειώνει επίσης ότι η ενεργειακή αναβάθμιση των κατοικιών πρέπει να αποτελεί εργαλείο αντιμετώπισης της ενεργειακής φτώχειας και μείωσης του κόστους ηλεκτρισμού για τα νοικοκυριά και όχι να περιορίζεται σε επιδοτήσεις μόνο σε όσους έχουν ήδη την οικονομική δυνατότητα να πραγματοποιήσουν τις σχετικές επενδύσεις.
Ο κ. Στεφάνου εισηγείται παράλληλα τη δημιουργία μηχανισμού προκαταβολής της χορηγίας ή απευθείας πληρωμής των αναδόχων, αφού όπως αναφέρει, «η ανάγκη κάλυψης του αρχικού κόστους της επένδυσης αποτελεί σημαντικό εμπόδιο για τα χαμηλομεσαία εισοδήματα», εξηγώντας ότι ακόμη και όταν εγκρίνεται η χορηγία, πολλά νοικοκυριά αδυνατούν να εξασφαλίσουν την απαιτούμενη ρευστότητα για την έναρξη και την ολοκλήρωση των εργασιών. «Εισηγούμαστε, επομένως, τη δημιουργία μηχανισμού προκαταβολής της εγκεκριμένης χορηγίας ή απευθείας καταβολής της επιδότησης στους εγκεκριμένους αναδόχους, με κατάλληλες δικλίδες ελέγχου και διαφάνειας», αναφέρει, ώστε να μην αποκλείονται δικαιούχοι από το σχέδιο λόγω οικονομικής αδυναμίας κάλυψης της αρχικής δαπάνης.
Στις προτάσεις του γγ του ΑΚΕΛ είναι και η δημιουργία νέου, αυτοτελούς σχεδίου ενεργειακής αναβάθμισης για νοικοκυριά που αντιμετωπίζουν ενεργειακή φτώχεια, «με ξεχωριστό προϋπολογισμό, απλουστευμένες διαδικασίες και κριτήρια που θα λαμβάνουν υπόψη την οικονομική και κοινωνική τους κατάσταση». Προσθέτει ότι το νέο σχέδιο θα πρέπει να προβλέπει τη δυνατότητα επιχορήγησης μέχρι και του 100% του συνολικού επιλέξιμου κόστους, ώστε να μην απαιτείται ίδια οικονομική συμμετοχή από νοικοκυριά και ότι θα πρέπει να διασφαλίζεται η πλήρης κάλυψη των αναγκαίων ενεργειακών ελέγχων, των Πιστοποιητικών Ενεργειακής Απόδοσης και των υπηρεσιών εμπειρογνωμόνων, χωρίς προκαταβολή από τους δικαιούχους.
Τρίτη πρόταση του κ. Στεφάνου είναι η επιχορήγηση στο 100% των ενεργειακών ελέγχων και Πιστοποιητικών Ενεργειακής Απόδοσης για ευάλωτα νοικοκυριά, αφού όπως αναφέρεται στην επιστολή, μπορεί να αποτελέσει πρόσθετο εμπόδιο συμμετοχής. Σημειώνει ότι «η παροχή δωρεάν ενεργειακού ελέγχου πριν από την υποβολή ή την υλοποίηση της επένδυσης θα επιτρέπει στα νοικοκυριά να γνωρίζουν ποιες παρεμβάσεις είναι αναγκαίες και οικονομικά αποδοτικές, ενισχύοντας παράλληλα την αποτελεσματική αξιοποίηση των διαθέσιμων δημόσιων πόρων».
Προτείνει επίσης η αντικατάσταση της σειράς προτεραιότητας υποβολής των αιτήσεων με σύστημα μοριοδότησης βάσει κοινωνικών και ενεργειακών κριτηρίων, «ώστε να δίνεται προτεραιότητα στα νοικοκυριά που αντιμετωπίζουν ενεργειακή φτώχεια, έχουν χαμηλά εισοδήματα ή αυξημένες ενεργειακές ανάγκες και αδυνατούν να καλύψουν το κόστος των απαραίτητων παρεμβάσεων». Όπως επισημαίνει, «η σειρά υποβολής θα μπορούσε να διατηρηθεί ως συμπληρωματικό κριτήριο μεταξύ αιτήσεων με ισοδύναμη βαθμολογία», ώστε η κατανομή των χορηγιών να ανταποκρίνεται περισσότερο στις κοινωνικές ανάγκες.
Παράλληλα, προτείνεται η ενίσχυση του σχεδίου με πρόσθετες ρυθμίσεις, όπως η «καθιέρωση πρόσθετης κατηγορίας για σταδιακή ενεργειακή αναβάθμιση, η «ένταξη νεότερων κατοικιών στο πλαίσιο στήριξης, η συνδυαστική στήριξη φωτοβολταϊκών, αποθήκευσης και ενεργειακής αναβάθμισης, καθώς και η προώθηση ενεργειακών κοινοτήτων και συλλογικών λύσεων για ενοικιαστές και πολίτες χωρίς κατάλληλη στέγη».
Απευθυνόμενος προς τον Υπουργό ο κ. Στεφάνου αναφέρει ότι η επιτυχία ενός σχεδίου ενεργειακής αναβάθμισης δεν πρέπει να αξιολογείται μόνο με βάση το ύψος του διαθέσιμου προϋπολογισμού ή τον αριθμό των κατοικιών που θα αναβαθμιστούν, αλλά πρωτίστως όπως σημειώνει, με βάση το κατά πόσο η κρατική στήριξη φτάνει σε εκείνους που τη χρειάζονται περισσότερο, μειώνει ουσιαστικά το ενεργειακό κόστος και συμβάλλει στη βελτίωση της ποιότητας ζωής.











