Η απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου της 10ης Δεκεμβρίου 2025 ακύρωσε προαγωγές έξι αξιωματικών στον βαθμό του Ανώτερου Υπαστυνόμου. Στο επίκεντρο βρίσκεται πλέον το ερώτημα κατά πόσο η συνέχιση άσκησης καθηκόντων Αστυνομικού Διευθυντή από τον Μάρκο Νικολεττή συνάδει με τις προϋποθέσεις του περί Αστυνομίας Νόμου.
Ένα σοβαρό ζήτημα διοικητικής νομιμότητας ανακύπτει μετά την ακύρωση προαγωγών έξι αξιωματικών της Αστυνομίας από το Διοικητικό Δικαστήριο, με απόφαση ημερομηνίας 10 Δεκεμβρίου 2025, στις συνεκδικασθείσες προσφυγές υπ’ αριθμούς 1845/2019, 1849/2019, 1861/2019 και 1866/2019.
Η απόφαση αφορούσε προαγωγές στον βαθμό του Ανώτερου Υπαστυνόμου, με αναδρομική ισχύ από τις 4 Ιανουαρίου 2013 για τέσσερις αξιωματικούς και από την 1η Φεβρουαρίου 2013 για δύο ακόμη. Μεταξύ των επηρεαζόμενων ήταν ο Μάρκος Νικολεττής, ο οποίος μέχρι τότε υπηρετούσε ως Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας.
Σύμφωνα με δημοσίευμα του ρεπόρτερ το Δεκέμβριο 2025, μετά την έκδοση της ακυρωτικής απόφασης ο Νικολεττής επανήλθε στον βαθμό του Υπαστυνόμου. Το ίδιο δημοσίευμα είχε θέσει από τότε το ερώτημα κατά πόσο μπορούσε να συνεχίσει να ασκεί τα καθήκοντα του Αστυνομικού Διευθυντή υπό τα νέα δεδομένα.
Τι προβλέπει ο περί Αστυνομίας Νόμος
Το άρθρο 2 του περί Αστυνομίας Νόμου του 2004, Ν. 73(I)/2004, περιλαμβάνει συγκεκριμένους ορισμούς για τις δύο κρίσιμες ιδιότητες.
Ως «Αστυνομικός Διευθυντής» ορίζεται ο Ανώτερος Αξιωματικός που είναι υπεύθυνος Διεύθυνσης Επαρχίας, ενώ ο όρος «Ανώτερος Αξιωματικός» περιλαμβάνει μέλος της Αστυνομίας βαθμού Αστυνόμου Β΄ και ανώτερου.
Το ερώτημα, επομένως, είναι κατά πόσο αξιωματικός που κατέχει τον βαθμό του Υπαστυνόμου μπορεί να ασκεί καθήκοντα Αστυνομικού Διευθυντή Επαρχίας, όταν ο νόμος συνδέει ρητά τη συγκεκριμένη ιδιότητα με τον βαθμό του Ανώτερου Αξιωματικού.
Η ακύρωση της προαγωγής δεν αποτελεί απλώς μεταβολή ενός τίτλου. Επηρεάζει το υπηρεσιακό καθεστώς του αξιωματικού και απαιτεί να εξεταστεί ποιες θέσεις και καθήκοντα μπορεί νόμιμα να αναλαμβάνει μετά την ακυρωτική απόφαση.
Το ζήτημα επανέρχεται στο προσκήνιο με επιστολή ημερομηνίας 6 Οκτωβρίου 2026, η οποία φέρεται να υπογράφεται από τον Μάρκο Νικολεττή υπό την ιδιότητα του «Αστυνομικού Διευθυντή Επαρχίας Λευκωσίας».
Η επιστολή απευθύνεται στους υπεύθυνους αστυνομικών σταθμών, κλάδων και τμημάτων της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λευκωσίας και αφορά επίσκεψη του Αρχηγού Αστυνομίας στο πλαίσιο του προγράμματος εκσυγχρονισμού «Αστυνομία 2030».
Στο έγγραφο, σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν τεθεί υπόψη μας, δεν αναγράφεται ο βαθμός του υπογράφοντος. Η παράλειψη αυτή, από μόνη της, δεν αποδεικνύει παρανομία. Το ουσιαστικό ζήτημα είναι αν, κατά την ημερομηνία έκδοσης της επιστολής, υπήρχε νόμιμη βάση για να ασκεί ο συγκεκριμένος αξιωματικός τα καθήκοντα του Αστυνομικού Διευθυντή.
Κατά τα στοιχεία που έχουν τεθεί υπόψη μας, δεν εκδόθηκε αναπληρωματικός διορισμός του Νικολεττή μετά την ακυρωτική απόφαση. Η πληροφορία αυτή, ωστόσο, θα πρέπει να επιβεβαιωθεί επισήμως από την Αστυνομία και το αρμόδιο Υπουργείο, μαζί με τυχόν άλλες πράξεις ανάθεσης καθηκόντων ή εξουσιοδότησης.
Ο δικηγόρος Δημήτρης Απαισιώτης, ο οποίος είχε ήδη θέσει δημόσια το ζήτημα των συνεπειών της ακύρωσης των προαγωγών, επισημαίνει ότι η εφαρμογή της δικαστικής απόφασης πρέπει να εξεταστεί σε συνδυασμό με τις διατάξεις που καθορίζουν τα προσόντα και τον απαιτούμενο βαθμό για την άσκηση καθηκόντων Αστυνομικού Διευθυντή.
«Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι προσωπικό. Είναι ζήτημα εφαρμογής του νόμου και συμμόρφωσης της διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις. Όταν το Διοικητικό Δικαστήριο ακυρώνει μια προαγωγή και ο ενδιαφερόμενος επανέρχεται σε βαθμό κατώτερο από εκείνον που ο νόμος απαιτεί για συγκεκριμένη θέση, η διοίκηση οφείλει να εξετάσει άμεσα τις συνέπειες για την άσκηση των καθηκόντων της θέσης αυτής.
Το άρθρο 2 του περί Αστυνομίας Νόμου συνδέει την ιδιότητα του Αστυνομικού Διευθυντή Επαρχίας με τον βαθμό του Ανώτερου Αξιωματικού. Εφόσον ο ενδιαφερόμενος κατέχει πλέον τον βαθμό του Υπαστυνόμου και δεν υπάρχει άλλη νόμιμη πράξη που να επιτρέπει την άσκηση των συγκεκριμένων καθηκόντων, απαιτείται σαφής εξήγηση από την αρμόδια αρχή για τη νομική βάση στην οποία στηρίζεται η συνέχιση της συγκεκριμένης υπηρεσιακής κατάστασης».
Ο κ. Απαισιώτης προσθέτει, σύμφωνα με την προτεινόμενη δήλωση, ότι η διοίκηση οφείλει να διαχωρίσει δύο διαφορετικά ζητήματα: αφενός την υπηρεσιακή κατάσταση και τον βαθμό του αξιωματικού και αφετέρου τη νόμιμη ανάθεση και άσκηση των καθηκόντων μιας θέσης.
«Δεν αρκεί να εξετάζεται ποιος υπογράφει ένα έγγραφο και με ποιον τίτλο. Πρέπει να εξετάζεται ποια πράξη τον εξουσιοδοτεί να ασκεί τα συγκεκριμένα καθήκοντα, αν η πράξη αυτή εξακολουθεί να ισχύει και αν είναι συμβατή με τον νόμο και τη δικαστική απόφαση. Η διαφάνεια επιβάλλει να δοθούν συγκεκριμένες απαντήσεις», καταλήγει.
Το ζήτημα του αναπληρωματικού διορισμού
Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερη σημασία έχει και το άρθρο 5(1) του περί Αστυνομίας Νόμου, το οποίο προβλέπει διαδικασία αναπληρωματικού διορισμού υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Αν δεν έχει εκδοθεί τέτοια πράξη, το ερώτημα είναι αν υφίσταται άλλη ειδική νομοθετική βάση που να επιτρέπει στον Νικολεττή να συνεχίσει να ασκεί τα καθήκοντα του Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας, παρά τον βαθμό που κατέχει μετά την ακύρωση της προαγωγής του.
Η απάντηση δεν μπορεί να στηρίζεται σε εικασίες. Απαιτείται να εξεταστούν οι σχετικές υπηρεσιακές πράξεις και η νομοθεσία που διέπει τη συγκεκριμένη θέση.
Τα ερωτήματα προς την ηγεσία της Αστυνομίας
Η υπόθεση δημιουργεί συγκεκριμένα ερωτήματα που χρήζουν επίσημης απάντησης:
- Ποια είναι η ακριβής υπηρεσιακή κατάσταση του Μάρκου Νικολεττή μετά την απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 2025;
- Με ποια νομική βάση εξακολουθεί να εμφανίζεται ως Αστυνομικός Διευθυντής Επαρχίας Λευκωσίας;
- Υπάρχει πράξη διορισμού, ανάθεσης καθηκόντων ή άλλη εξουσιοδότηση που να καλύπτει τη συγκεκριμένη περίπτωση;
- Ποια μέτρα λήφθηκαν για τη συμμόρφωση της διοίκησης προς την ακυρωτική απόφαση;
- Πώς διασφαλίζεται ότι οι θέσεις ευθύνης στην Αστυνομία πληρούν τις νόμιμες προϋποθέσεις ως προς τον βαθμό και την αρμοδιότητα;
Τα ερωτήματα αυτά αφορούν τη νομιμότητα της διοικητικής λειτουργίας και όχι την προσωπική αξιολόγηση του συγκεκριμένου αξιωματικού.
Αναγκαία θεσμική απάντηση
Η δικαστική ακύρωση μιας προαγωγής επιβάλλει στη διοίκηση να εξετάσει τις συνέπειες που απορρέουν από αυτήν. Όταν οι συνέπειες αφορούν θέση με ειδικές νομοθετικές προϋποθέσεις, η διαχείρισή τους δεν μπορεί να παραμένει ασαφής.
Η Αστυνομία και το αρμόδιο Υπουργείο καλούνται, συνεπώς, να διευκρινίσουν τη νομική βάση της υφιστάμενης κατάστασης και να παρουσιάσουν τις σχετικές πράξεις, εφόσον υπάρχουν.
Μέχρι να δοθούν οι επίσημες απαντήσεις και να εξεταστούν τα σχετικά έγγραφα, το ασφαλές συμπέρασμα είναι ότι υφίσταται σοβαρό ζήτημα προς διερεύνηση ως προς τη νομιμότητα της άσκησης των καθηκόντων του Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας μετά την ακυρωτική απόφαση.
Η υπόθεση δεν αφορά μόνο έναν αξιωματικό. Αγγίζει το ευρύτερο ζήτημα της υποχρέωσης της διοίκησης να εφαρμόζει τις δικαστικές αποφάσεις και να διασφαλίζει ότι οι δημόσιες εξουσίες ασκούνται σύμφωνα με τον νόμο.











