Ξεκινώντας από τα πραγματικά δεδομένα, στις 27 Σεπτεμβρίου 2026, ο Αβέρωφ Νεοφύτου ανακοίνωσε ότι θα είναι υποψήφιος στις προεδρικές εκλογές του 2028, χωρίς να ξεκαθαρίζει εάν θα συμμετέχει στις εσωκομματικές διαδικασίες του Δημοκρατικού Συναγερμού και αφήνοντας να αιωρείται το ενδεχόμενο να μπει και να τρέξει στην κούρσα ως αντάρτης. Όπως δηλαδή περίπου έπραξε το 2023 ο Νίκος Χριστοδουλίδης.
Η εξαγγελία αυτή του Αβέρωφ Νεοφύτου, σε συνδυασμό με τους ευρύτερους τακτικισμούς του όλο το προηγούμενο διάστημα, οδήγησαν την πρόεδρο του Δημοκρατικού Συναγερμού, ακριβώς την επόμενη ημέρα, στις 28 Σεπτεμβρίου, να ανακοινώσει την υποψηφιότητα της για το χρίσμα του ΔΗΣΥ, δηλώνοντας το εξής:
«Σήμερα είχα συνάντηση με τα μέλη της ηγεσίας και με στενότατους συνεργάτες. Το μήνυμα που θέλω να μεταφέρω είναι διπλό. Προέχει να διασφαλιστεί η ενότητα και η συνοχή του κόμματος και θα τηρηθούν οι δημοκρατικές διαδικασίες που προβλέπονται στον καταστατικό».
Ακολούθησε ένα... Game of Throne, με διαβουλεύσεις και οργιώδες παρασκήνιο, μέχρι που στις 8 Οκτωβρίου, η Αννίτα Δημητρίου απέσυρε την υποψηφιότητά της για το χρίσμα, προτάσσοντας την ενότητα του κόμματος και απορρίπτοντας κατηγορηματικά πως δέχθηκε οποιεσδήποτε πιέσεις ή εκβιασμούς για να το πράξει.
Ακόμη και αν δεν ισχύει κανένα από τα σενάρια που διακινούνταν στο παρασκήνιο, από… κοινοπραξία πολιτικών αντιπάλων της Αννίτας Δημητρίου με στόχο να τεθεί εκτός κούρσας, το γεγονός και μόνο πως ο Αβέρωφ Νεοφύτου, που στο παρελθόν επέκρινε έντονα την στάση του Νίκου Χριστοδουλίδη, χρησιμοποίησε το «όπλο» της ανταρσίας για να επιβάλει και να ορίσει τους κανόνες του παιχνιδιού, έτοιμος να χρεώσει στην πρόεδρο του ΔΗΣΥ την τριχοτόμηση του κόμματος, είναι από μόνο της μια πράξη που δεν μπορεί να εμπίπτει στα όρια του πολιτικού ευ αγωνίζεσθαι.
Σε αυτό το σημείο, αξίζει να καταγραφεί τι δήλωσε μεταξύ άλλων ο Αβέρωφ Νεοφύτου, τον Ιανουάριου του 2022:
«Εδώ και μήνες, ο Δημοκρατικός Συναγερμός βρίσκεται αντιμέτωπος με μια μάχη ψίθυρου. Μια “σκοτεινή” μάχη που γίνεται με αυτό τον τρόπο, ακριβώς για να αποφεύγουν κάποιοι την οποιαδήποτε αντιπαράθεση με καθαρούς, δημοκρατικούς, πολιτικούς όρους.
Για να μην εκτίθενται και να μην τοποθετούνται σε κανένα ζήτημα. Να μην αποκαλύπτονται επισήμως, για να μπορούν να πατούν ταυτόχρονα και στις δύο βάρκες: τόσο της κομματικής νομιμοφροσύνης, όσο και της ανεξάρτητης «αντισυστημικής» πορείας.
Κυρίαρχος στόχος αυτής της προσπάθειας είναι να εκβιάσει τις αποφάσεις του ΔΗΣΥ. Και υπηρετώ ένα κόμμα που δεν μπορεί να είναι υπό εκβιασμό του οποιουδήποτε. Με αποκλειστικό όπλο την απειλή της διάσπασης. Κάτι που -κατά τη γνώμη μου- αποτελεί ύβρη για την ιστορική μας παράταξη».
Το τι διαδραματίστηκε πίσω από τις κλειστές πόρτες, είναι ένα ζητούμενο, το οποίο ωστόσο δεν αλλάζει την ουσία, που δεν είναι άλλη από την απόσυρση της Αννίτας Δημητρίου από το χρίσμα του ΔΗΣΥ, την ίδια ώρα που και η αναφορά του Γιώργου Παμπορίδη ότι κλήθηκε από μη κομματικό αξιωματούχο να τραβήξει και ο ίδιος πίσω, έρχεται να οδηγήσει σε ένα και μόνο συμπέρασμα. Ότι οι δημοκρατικές διαδικασίες στον ΔΗΣΥ δεν φαίνεται να αποτελούν πρακτική.
Δεν έχει σημασία ποιος έχει δίκαιο, ποιος άδικο. Ποιος είναι ο καλύτερος και ποιος έχει τις περισσότερες πιθανότητες ή ικανότητες. Το ζητούμενο είναι το σύνθημα. Και όταν ένα πολιτικό κόμμα προτάσσει τη δημοκρατία, οφείλει πρώτα από όλα να την εφαρμόζει πρώτα και κύρια στα του οίκου του. Όταν επικαλείται τις θεσμοθετημένες διαδικασίες, δεν μπορεί να αντιμετωπίζει αυτές τις αρχές ως διακηρύξεις που ισχύουν μόνο όταν εξυπηρετούν τις επιδιώξεις του οποιουδήποτε.
Η δημοκρατία δεν είναι ούτε βιτρίνα, ούτε αφήγημα για τηλεοπτικά πάνελ και αναρτήσεις στα social media προς κατανάλωση, αλλά μια διαδικασία που αποδεικνύεται στην πράξη, ιδιαίτερα στις δύσκολες στιγμές, ακόμα και αν αυτές οι αποφάσεις συγκρούονται με τις προσωπικές φιλοδοξίες. Σε διαφορετική περίπτωση, οποιεσδήποτε άλλες πρακτικές, ειδικότερα οι σκοτεινές, δεν εκθέτουν μόνο το κόμμα, οποιοδήποτε κόμμα, αλλά και τα ίδια τα πρόσωπα που τις επόμενες μέρες ή στο παρελθόν, για οποιοδήποτε θέμα, καλούν τον κόσμο να σεβαστεί αποφάσεις και διαδικασίες, προτάσσοντας την δημοκρατία.
Και οι εξελίξεις στον Δημοκρατικό Συναγερμό, εγείρουν ακριβώς αυτό το ζήτημα. Της δημοκρατίας. Και αυτό διότι, όταν μια πολιτική -κατά τα άλλα δημοκρατική- διαδικασία μετατρέπεται δίχως άλλο σε πεδίο έντονων παρασκηνιακών διαβουλεύσεων, σε αντιπαραθέσεις και σε προσωπικά χτυπήματα, τότε το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τα πρόσωπα που στο τέλος της ημέρας θα κριθούν από τις πράξεις τους, αλλά αγγίζει τον πυρήνα του κόμματος σε ό,τι αφορά τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί στην πραγματικότητα.
Οι πολιτικές κινήσεις του καθενός στην σκακιέρα είναι θεμιτές και ταυτόχρονα λογικές. Σε καμία περίπτωση όμως, δεν μπορεί η πολιτική να μετατρέπεται σε ένα Game of Thrones, όπου το ζητούμενο δεν είναι ούτε η ενότητα του κόμματος που προτάσσεται ως σύνθημα, ούτε και τα πολιτικά κριτήρια, αλλά το ποιος έχει μεγαλύτερη επιρροή και ποιος διαθέτει τη περισσότερη δύναμη να καθορίσει κινήσεις πίσω από κλειστές πόρτες.
Και σε αυτό το σημείο θα πρέπει να διευκρινιστεί το αυτονόητο. Άλλο η διαβούλευση για λήψη αποφάσεων από κοινού, δεδομένου πως ο στόχος είναι κοινός και όχι προσωπικός, και άλλο η δημιουργία συνθηκών που αφήνουν την εντύπωση ότι η τελική απόφαση δεν διαμορφώθηκε ελεύθερα, αλλά υπό το βάρος πιέσεων ή εκβιασμών.
Για αυτό, και όπως προαναφέρθηκε, καθόλου άσχετη με το θέμα δεν είναι η αναφορά του Γιώργου Παμπορίδη ότι κλήθηκε να κάνει πίσω, αφότου αποσύρθηκε και η Αννίτα Δημητρίου.
Σε κάθε περίπτωση και γενικά ομιλούντες, η διαφωνία είναι δικαίωμα και η διαφορετική υποψηφιότητα, είναι μέρος της πολιτικής αλλά και της δημοκρατίας. Το ζητούμενο όμως που αναδεικνύεται είναι εάν οι θεσμικές διαδικασίες εφαρμόζονται ή εάν υπαγορεύονται υπό την πίεση άλλων καταστάσεων. Εάν μια υποψηφιότητα αποσύρεται κατά βούληση είναι ένα, εάν όμως αποσύρεται γιατί διαμορφώνονται συνθήκες που καθιστούν αδύνατη την ελεύθερη και πραγματική βούληση, τότε είναι κάτι εντελώς διαφορετικό και άκρως προβληματικό, αν όχι τρομακτικό.
Και αυτό διότι, ζούμε σε μία εποχή όπου αποδεδειγμένα η πλειοψηφία της κοινής γνώμης απαξιώνει την πολιτική. Ο κάθε πολιτικός κρίνεται από τις πράξεις του, από τον τρόπο με τον οποίο αποφασίζει να πολιτευτεί, αλλά και από το πώς διαχειρίζεται την εξουσία που κατέχει.
Όταν οι πολιτικές πρακτικές, ανεξαρτήτως προσώπων, δημιουργούν την εντύπωση ότι οι προσωπικές στρατηγικές και φιλοδοξίες υπερισχύουν των όποιων -δημοκρατικών- διαδικασιών και επιτρεπόμενων ορίων, το πλήγμα δεν περιορίζεται ούτε στα πρόσωπα ούτε στα κόμματα.
Αντιθέτως, αγγίζει την ίδια την αξιοπιστία της πολιτικής γενικότερα -η οποία θα συνεχίσει να απαξιώνεται- και βαθαίνει όλο και περισσότερο το χάσμα δυσπιστίας ανάμεσα στους πολίτες και σε εκείνους που τους εκπροσωπούν.











