powered by inbusiness-news-logo cbn omada-logo celebrity-logo LOGO-PNG-108

Α. Λιάτσος: Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο θυμίζει διαρκώς στην Πολιτεία ότι η εξουσία έχει όρια και δεσμεύεται από το Σύνταγμα

Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο θυμίζει διαρκώς στην Πολιτεία ότι η εξουσία έχει όρια και στην πλειοψηφία ότι δεσμεύεται από το Σύνταγμα, ανέφερε την Τρίτη ο Πρόεδρος του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, Αντώνης Λιάτσος, σημειώνοντας παράλληλα ότι η Δημοκρατία έχει κανόνες, τους οποίους «όλοι οφείλουμε να αποδεχόμαστε ακόμη και όταν δεν μας ευνοούν». Μιλούσε κατά την τελετή έναρξης του Νέου Δικαστικού Έτους, που διοργανώθηκε από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, στη Λευκωσία.

Από την πλευρά της, η Πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών, Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, βουλεύτρια ΔΗΣΥ, Φωτεινή Τσιρίδου, εξέφρασε την ετοιμότητα της Βουλής των Αντιπροσώπων να αποτελέσει αρωγό κάθε προσπάθειας εκσυγχρονισμού και βελτίωσης του θεσμικού και νομοθετικού πλαισίου που αφορά το κυπριακό δικαστικό σύστημα.

Σύμφωνα με τον κ. Λιάτσο, μέσα από τη θεώρηση της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ιδίως στο πλαίσιο της συνταγματικής του δικαιοδοσίας, αποτυπώνεται η πολυτάραχη ιστορία της Κύπρου και η καθοριστική συμβολή του στη συνταγματική υποστύλωση της Κυπριακής Δημοκρατίας όταν αυτή κινδύνευε να καταρρεύσει.

«Η αναγνώριση της τεράστιας προσφοράς όλων των δικαστών του κορυφαίου αυτού θεσμικού οργάνου, που διαχρονικά αποτέλεσαν αναπόσπαστο κομμάτι του, αποτελεί ελάχιστη οφειλή μας. Η συμβολή τους υπήρξε καίρια στη διαμόρφωση του δικαίου και στη διασφάλιση των συνταγματικών ελευθεριών του κάθε συμπολίτη μας», σημείωσε.

Από τον Ιούλιο του 2023, το ενιαίο Ανώτατο Δικαστήριο λειτουργεί ως Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο και ως Ανώτατο Δικαστήριο, ενώ ακολούθως, το 2025, μέσω της 21ης τροποποίησης του συντάγματος, προβλέφθηκε η καθίδρυση Διοικητικού Εφετείου και η διοικητική υπαγωγή του και των λοιπών διοικητικών δικαστηρίων στον Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, ανέφερε στη συνέχεια.

«Η δημιουργία Συνταγματικού Δικαστηρίου ως ξεχωριστού δικαιοδοτικού οργάνου κρίθηκε επιβεβλημένη προκειμένου, μεταξύ άλλων, να διευκολύνει την περιφρούρηση, την προώθηση και ασφάλεια του κράτους δικαίου. Κύρια αποστολή του, με την οποία είναι επιφορτισμένο, είναι η διαφύλαξη της συνταγματικής τάξης μέσω της ορθής συνταγματικής ερμηνείας σε καίρια κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα και ως απόρροια τούτου, η λειτουργία του ως θεσμικού αντίβαρου, ως εγγυητή των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των πολιτών, αλλά και ως θεματοφύλακα της εύρυθμης λειτουργίας της Πολιτείας», σημείωσε ακολούθως.

«Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο δεν κυβερνά, δεν νομοθετεί. Ερμηνεύοντας κατά συνταγματική επιταγή αυθεντικά το Σύνταγμα, τον θεσμικό και αξιακό πυρήνα της Πολιτείας, καλείται να υπηρετήσει τη συνταγματική τάξη, κρίνοντας όχι τι είναι πολιτικά αρεστό, αλλά τι είναι συνταγματικά επιτρεπτό, θυμίζοντας διαρκώς στην Πολιτεία ότι η εξουσία έχει όρια και στην πλειοψηφία ότι δεσμεύεται από το Σύνταγμα και ότι η Δημοκρατία έχει κανόνες τους οποίους όλοι οφείλουμε να αποδεχόμαστε ακόμη και όταν δεν μας ευνοούν», επεσήμανε περαιτέρω.

Σε αυτό το βάρος της συνταγματικής δικαιοσύνης καλείται να ανταποκριθεί το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, ιδίως σε μια εποχή, κατά την οποία η εμπιστοσύνη στους θεσμούς δοκιμάζεται και όπου ο σεβασμός στο Σύνταγμα δεν είναι αυτονόητος, συνέχισε ο κ. Λιάτσος.

Συμπλήρωσε ότι τα τελευταία τρία χρόνια που μεσολάβησαν από την επανασύστασή του, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο έγινε κατορθωτό να ασκήσει τη δικαιοδοσία του χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα λειτουργίας, διεκπεραιώνοντας το έργο του και εκδίδοντας κρίσιμες αποφάσεις σε πολλαπλά επίπεδα και σε ζηλευτά χρονικά πλαίσια, προς επιβεβαίωση των λόγων καθίδρυσής του.

«Παρά ταύτα, έχουμε βαθιά συναίσθηση του θεσμικού βάρους και των καθημερινών προκλήσεων και παράλληλα πλήρη επίγνωση ότι η δικαστική μεταρρύθμιση είναι μια συνεχής πορεία δοκιμασίας των αλλαγών, εντοπισμού αδυναμιών ή παραλήψεων, αναγκαίων νομοθετικών παρεμβάσεων και συνεχούς κρατικής στήριξης», σημείωσε περαιτέρω, εκφράζοντας τη βεβαιότητα ότι το κράτος θα εξακολουθήσει να παρέχει τους απαραίτητους πόρους προκειμένου η δικαιοσύνη να είναι σε θέση να εκπληρώσει με αποτελεσματικότητα και διαφάνεια το δικαιοδοτικό της καθήκον και τη συνταγματική της αποστολή.

Κλείνοντας, απευθυνόμενος στους δικαστές του Διοικητικού Εφετείου, του Διοικητικού Δικαστηρίου και του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, είπε ότι το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο αναγνωρίζει το έργο και την προσφορά τους και θα βρίσκεται πάντοτε δίπλα τους, στηρίζοντας κάθε προσπάθεια που υπηρετεί τον κοινό στόχο, ενώ ευχαρίστησε την Αρχή Πρωτοκολλητή, το προσωπικό του Δικαστηρίου και της Σχολής Δικαστών, για τη διοργάνωση της σημερινής εκδήλωσης αλλά και για την καθημερινή πολύτιμη συνεισφορά τους στην ομαλή λειτουργία του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου.

Στον χαιρετισμό της εκ μέρους της Προέδρου της Βουλής των Αντιπροσώπων, η κ. Τσιρίδου είπε ότι η προσπάθεια μεταρρύθμισης του δικαστικού συστήματος βρίσκεται σήμερα σε μια ιδιαίτερη κομβική στιγμή, ιδιαίτερα μετά τη μεγάλη μεταρρύθμιση της ανώτατης βαθμίδας της δικαιοσύνης.

«Καλείται ο κάθε θεσμός, εντός βεβαίως των δικών του συνταγματικών εξουσιών, αφενός να αξιολογήσει τις ουσιαστικές αλλαγές που επήλθαν τα τελευταία χρόνια στην ανώτερη βαθμίδα απονομής της δικαιοσύνης, αφετέρου να καταγράψει τα επόμενα βήματα που πρέπει να γίνουν, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι όποιες προκλήσεις καταγράφονται και να ολοκληρωθεί το όλο εγχείρημα», εξήγησε ακολούθως.

Τέτοιου είδους όμως μεταρρυθμίσεις δεν ολοκληρώνονται με την ψήφιση απλώς μιας νομοθεσίας, αφού οι όποιες αλλαγές επέρχονται, δικαιώνονται και αποκτούν πραγματικό περιεχόμενο μόνο όταν γίνουν αισθητές στην καθημερινότητα του πολίτη, συνέχισε, προσθέτοντας ότι ο πολίτης είναι ο τελικός κριτής όλων και ότι πίσω από κάθε δικαστική υπόθεση δεν βρίσκεται απλώς ένας αριθμός φακέλους στο πρωτοκολλητείο, «αλλά ένας άνθρωπος που προσφεύγει στη δικαιοσύνη, αναμένοντας από την πολιτεία την επίλυση της διαφοράς του, ώστε να αποδοθεί δικαιοσύνη με ποιότητα, ταχύτητα και αμεροληψία, δικαιοσύνη που ικανοποιεί το περί δικαίου αίσθημα και αποκαθιστά την νομιμότητα».

«Σε μία εποχή λοιπόν σημαντικών αλλαγών, που οι δημοκρατικοί θεσμοί δυστυχώς βρίσκονται υπό αμφισβήτηση και τη δυσπιστία των πολιτών, σε μία εποχή που ανθίζει σκόπιμη παραπληροφόρηση και ο λαϊκισμός, μία αποτελεσματική και ανεξάρτητη δικαιοσύνη αποτελεί ίσως την ισχυρότερη απάντηση της δημοκρατίας. Και η προσπάθεια αυτή δεν βαραίνει μόνο τη δικαστική εξουσία και τους λειτουργούς της δικαιοσύνης, αλλά όλους ανεξαιρέτως τους θεσμούς, γιατί τελικά η ποιότητα της δικαιοσύνης αποτελεί μέτρο της ποιότητας της ίδιας μας της δημοκρατίας, αφού συνδέεται άμεσα με την ουσιαστική προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, τη διαφύλαξη του κράτους δικαίου και εν τέλει τη διατήρηση της εμπιστοσύνης του πολίτης στους θεσμούς», ανέφερε στη συνέχεια η κ. Τσιρίδου.

Προσέθεσε ότι η συνταγματική επιταγή της αρχής της διάκρισης των εξουσιών δεν επιτάσσει ο κάθε θεσμός να λειτουργεί αποκομμένα και ανταγωνιστικά, αλλά με σεβασμό στην εν λόγω αρχή, η κάθε εξουσία εντός των συνταγματικά καθορισμένων αρμοδιοτήτων της ασκεί την εξουσία της με πλήρη σεβασμό προς τις άλλες και όπου το δημόσιο συμφέρον το επιβάλλει με έναν ουσιαστικό θεσμικό διάλογο.

«Η Βουλή των Αντιπροσώπων επιθυμεί και προτάσσει αυτόν τον διάλογο. Καλούμαστε καθημερινά να θεσπίζουμε κανόνες δικαίου, οι οποίοι όμως ερμηνεύονται από τα δικαστήρια. Άρα η ποιότητα της δικαιοσύνης συνδέεται εν τέλει άρρηκτα και με την ποιότητα της νομοθεσίας», τόνισε σχετικά.

«Ως εκλεγμένοι εκπρόσωποι του λαού, δεν μπορούμε να παραγνωρίζουμε τις μεγάλες προκλήσεις που αντιμετωπίζει το δικαστικό σύστημα. Η αντιμετώπιση των καθυστερήσεων, η ανάγκη αποτελεσματικότερης διαχείρισης των υποθέσεων, η αξιοποίηση της τεχνολογίας, η επαρκής στελέχωση και η δημιουργία των αναγκαίων υποδομών, αποτελούν επομένως ζητήματα που αφορούν συνολικά την πολιτεία και το νομοθετικό σώμα εκφράζει την ετοιμότητά του να εγκύψει σε αυτά», επεσήμανε περαιτέρω.

Συμπλήρωσε ότι ο νομοθέτης καλείται να ανταποκρίνεται τάχιστα σε αυτές τις εξελίξεις, χωρίς όμως να θυσιάζει την ασφάλεια δικαίου και η δικαιοσύνη καλείται, από τη δική της πλευρά, να εφαρμόζει και να ερμηνεύει το δίκαιο μέσα σε ένα περιβάλλον που μεταβάλλεται με πρωτοφανή ταχύτητα.

«Η κριτική προς τη δικαιοσύνη, όπως άλλωστε και προς το νομοθετικό σώμα, καθώς και προς οποιονδήποτε άλλο θεσμό, είναι θεμιτή και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της λειτουργίας μιας δημοκρατικής κοινωνίας. Άλλο όμως η τεκμηριωμένη κριτική και άλλο η απαξίωση, ειδικά όταν κρύβεται πίσω από ανώνυμες αναρτήσεις με αλλότριους σκοπούς. Το κύρος της δικαιοσύνης, άλλωστε, δεν επιτυγχάνεται με την αποφυγή της κριτικής, αλλά με την καθημερινή επιβεβαίωση ότι οι θεσμοί λειτουργούν με συνέπεια, διαφάνεια και προσήλωση στην αποστολή τους», προσέθεσε.

Κλείνοντας, εξέφρασε την ετοιμότητα της Βουλής των Αντιπροσώπων, στο πλαίσιο των συνταγματικά κατοχυρωμένων αρμοδιοτήτων της και με σεβασμό στις επιταγές της αρχής της διάκρισης των εξουσιών, να αποτελέσει αρωγό κάθε προσπάθειας εκσυγχρονισμού και βελτίωσης του θεσμικού και νομοθετικού πλαισίου που αφορά το κυπριακό δικαστικό σύστημα.

«Η υπακοή στον νόμο δεν περιορίζει την ελευθερία, αλλά αποτελεί προϋπόθεσή της, και η διαφύλαξη αυτής της αρχής βρίσκεται στον πυρήνα της αποστολής που επιτελείτε καθημερινά εσείς οι λειτουργοί της δικαιοσύνης», κατέληξε.

Πηγή: ΚΥΠΕ

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Promotional Rep NewsFeed
ΟΛΕΣ ΟΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ