Στο Διοικητικό Δικαστήριο επιστρέφει υπόθεση για ποσό περίπου €94.000 που το Τμήμα Τελωνείων είχε καταλογίσει στην Αρχή Λιμένων Κύπρου για αυτοκίνητο που είχε φύγει από προσωρινή αποθήκη στο λιμάνι Λεμεσού χωρίς, σύμφωνα με το Τμήμα, να ολοκληρωθεί η απαιτούμενη τελωνειακή διαδικασία, καθώς το Διοικητικό Εφετείο έκρινε ότι η πρωτόδικη απόφαση δεν ήταν επαρκώς αιτιολογημένη.
Το Τμήμα Τελωνείων είχε ασκήσει έφεση κατά της απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου, το οποίο το 2022 είχε ακυρώσει τον καταλογισμό μετά από προσφυγή της Αρχής Λιμένων, ενώ η Αρχή Λιμένων άσκησε αντέφεση, αμφισβητώντας, μεταξύ άλλων, το εύρημα ότι υπήρξε παράλειψη εκ μέρους της και θέτοντας ζήτημα για την καταστροφή εγγράφων που είχε εγκριθεί από το ίδιο το Τμήμα Τελωνείων. Παράλληλα υποστήριξε ότι εσφαλμένα δεν εξετάστηκαν οι λόγοι ακυρώσεως που ήγειρε πρωτόδικα, μεταξύ άλλων περί ελλιπούς έρευνας αναφορικά με τα πραγματικά περιστατικά παράδοσης του επίδικου οχήματος.
Το Διοικητικό Εφετείο, με απόφαση ημερομηνίας 25 Σεπτεμβρίου 2026, έκανε δεκτή την έφεση του Τμήματος Τελωνείων ως προς τον μοναδικό λόγο που είχε προβληθεί και την αντέφεση της Αρχής Λιμένων ως προς τον πρώτο και, εν μέρει, τον τρίτο λόγο της. Παράλληλα, παραμέρισε στο σύνολό της την πρωτόδικη απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση ενώπιον άλλου Δικαστή του Διοικητικού Δικαστηρίου.
Η υπόθεση αφορά αυτοκίνητο που είχε αφιχθεί στο λιμάνι Λεμεσού και τοποθετηθεί στην ιδιωτική προσωρινή αποθήκη της Αρχής Λιμένων το 2005. Το 2009, το Τμήμα Τελωνείων ζήτησε από την Αρχή στοιχεία που να αποδεικνύουν την τελωνειακή διευθέτηση του αυτοκινήτου. Η Αρχή απάντησε ότι αυτό είχε παραδοθεί σε συγκεκριμένο πρόσωπο και επισύναψε σχετικά παραστατικά.
Το 2013, η Αρχή Λιμένων ζήτησε από το Τμήμα Τελωνείων έγκριση για την απόσυρση και καταστροφή των Φακέλων Εισαγωγής Πλοίων και των Εντύπων Γραφείου Εξαγωγών για το έτος 2005. Ο Ανώτερος Τελωνειακός Λειτουργός ενέκρινε την καταστροφή των πρωτότυπων εγγράφων, κάτι που, όπως ανέφερε το Τμήμα Τελωνείων, έγινε «εκ παραδρομής».
Ακολούθησε έρευνα του Τμήματος Τελωνείων, το οποίο κατέληξε ότι το αυτοκίνητο είχε παραδοθεί χωρίς προηγούμενη γραπτή έγκριση ή άδεια και χωρίς να του δοθεί τελωνειακός προορισμός.
Το 2017 το Τμήμα Τελωνείων εξέδωσε καταλογισμό συνολικού ύψους €94.410,95, πριν από τους νόμιμους τόκους. Το ποσό αφορούσε €74.494,34 σε ειδικούς φόρους κατανάλωσης, €11.333,79 σε ΦΠΑ και €8.582,82 ως χρηματική επιβάρυνση.
Κατά την εξέταση του αιτήματος αναθεώρησης, λήφθηκαν καταθέσεις, μεταξύ άλλων από λειτουργούς της Αρχής Λιμένων, οι οποίοι υποστήριξαν ότι η παράδοση του αυτοκινήτου ήταν νόμιμη και δικαιολογημένη. Το πρόσωπο που είχε κατονομαστεί ως παραλήπτης, ωστόσο, ανέφερε ότι ουδέποτε είχε στην κατοχή του το αυτοκίνητο και ότι ουδέποτε το παρέλαβε από το λιμάνι Λεμεσού.
Το Διοικητικό Εφετείο έκρινε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν είχε καταγράψει την αναγκαία δικαστική σκέψη για τα βασικά ευρήματά του. Όπως αναφέρει, «δεν αποτυπώθηκε στην πρωτόδικη απόφαση [...] η απαραίτητη για το δευτεροβάθμιο έλεγχο δικαστική του σκέψη», τόσο σε σχέση με το εύρημα περί «παράλειψης» της Αρχής Λιμένων όσο και σε σχέση με το κατά πόσο αυτή ήταν «εσκεμμένη».
Ειδικότερα, το Εφετείο σημειώνει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξέτασε επαρκώς το επιχείρημα της Αρχής Λιμένων ότι το 2013 είχε δοθεί από το Τμήμα Τελωνείων έγκριση για την καταστροφή των πρωτότυπων εγγράφων. Όπως αναφέρεται στην απόφαση, δεν εξετάστηκε κατά πόσο αυτό «στερώντας, ενδεχομένως, έτσι από την Εφεσίβλητη/Αντεφεσείουσα να προσκομίσει τέτοια, αν είχε» επηρέαζε το ζήτημα του βάρους απόδειξης για την ύπαρξη παράλειψης.
Παράλληλα, το Εφετείο έκρινε ότι θα έπρεπε να εξεταστεί κατά πόσο, σε σχέση με την επιστολή της Αρχής Λιμένων το 2009, «προσκομίστηκαν ή μη όλα τα στοιχεία που τότε της ζητήθηκαν», καθώς και κατά πόσο ήταν εξαρχής επιτρεπτή η εκ νέου εξέταση και επιβολή της απαίτησης, λαμβανομένης υπόψη της έγκρισης για καταστροφή των εγγράφων και του χρόνου που είχε μεσολαβήσει.
Το Εφετείο έκρινε επίσης ότι δεν υπήρχε επαρκής αιτιολόγηση για το πρωτόδικο εύρημα ότι η παράλειψη δεν ήταν εσκεμμένη, καθώς, όπως αναφέρει, έλειπε «η αιτιολογική απόδειξη ενασχόλησης και στάθμισης των βασικών επιχειρημάτων» των δύο πλευρών, περιλαμβανομένης της μαρτυρίας του προσώπου που είχε υποδειχθεί ως παραλήπτης του αυτοκινήτου.
Ως εκ τούτου, η πρωτόδικη απόφαση παραμερίστηκε στο σύνολό της και η υπόθεση επιστρέφει ενώπιον άλλου Δικαστή του Διοικητικού Δικαστηρίου για νέα απόφαση επί της προσφυγής της Αρχής Λιμένων.
(ΚΥΠΕ/ΔΒΑ/ΗΦ)











