Την ανάγκη ενίσχυσης της συμμετοχής των μικρομεσαίων επιχειρήσεων (ΜμΕ) στην Ευρωπαϊκή Αμυντική Τεχνολογική και Βιομηχανική Βάση, αλλά και τα χρηματοδοτικά και πολιτικά εμπόδια που αντιμετωπίζουν, ανέδειξε μελέτη που παρουσίασε, την Πέμπτη, στην Επιτροπή Ασφάλειας και Άμυνας (SEDE) του Ευρωκοινοβουλίου, ο επικεφαλής του Προγράμματος Άμυνας, Επενδύσεων και Καινοτομίας στο Κέντρο Ασφάλειας, Διπλωματίας και Στρατηγικής (CSDS), δρ. Ντάνιελ Φιότ.
Η μελέτη, η οποία ζητήθηκε από τους Ευρωβουλευτές της SEDE στο πλαίσιο των εργασιών της Επιτροπής για την ενίσχυση του ρόλου των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στον ευρωπαϊκό αμυντικό τομέα, εξετάζει τη θέση των ΜμΕ στην EDTIB και τις δυνατότητες μεγαλύτερης ένταξής τους στην ευρωπαϊκή αγορά άμυνας.
Κατά την παρουσίασή του, ο κ. Φιότ σημείωσε ότι οι ΜμΕ αποτελούν ήδη μέρος των αμυντικών αλυσίδων εφοδιασμού στην Ευρώπη και διαδραματίζουν ρόλο τόσο στην παραγωγή επιμέρους εξαρτημάτων όσο και στην ενσωμάτωση τεχνολογιών σε προϊόντα μεγαλύτερων επιχειρήσεων του κλάδου.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στον ρόλο των μικρότερων επιχειρήσεων στην ανάπτυξη καινοτόμων τεχνολογιών, σε μία περίοδο κατά την οποία αυξάνεται η σημασία της τεχνητής νοημοσύνης, των αυτόνομων συστημάτων, της κυβερνοάμυνας και των διαστημικών τεχνολογιών για τον αμυντικό τομέα.
Όπως ανέφερε, ένα από τα βασικά ζητήματα δεν είναι μόνο η ανάπτυξη νέων τεχνολογιών ή η προσαρμογή υφιστάμενων τεχνολογιών για αμυντική χρήση, αλλά η ταχύτητα με την οποία αυτές μπορούν να ενσωματωθούν στην αγορά και στα αμυντικά συστήματα. Στο πλαίσιο αυτό παρέπεμψε στην εμπειρία της Ουκρανίας, όπου, όπως είπε, οι διαδικασίες προμηθειών προσαρμόστηκαν ώστε να μειωθεί ο χρόνος μεταξύ της αρχικής καινοτομίας, της ανάπτυξης και της χρήσης μιας τεχνολογίας στο πεδίο.
Ο κ. Φιότ κατέταξε τα κυριότερα εμπόδια για τις ΜΜΕ σε τρεις κατηγορίες, τη χρηματοδότηση, το κανονιστικό πλαίσιο και τους πολιτικούς παράγοντες. Σε ό,τι αφορά τη χρηματοδότηση, επισήμανε ότι, παρά την αύξηση των πόρων που κατευθύνονται στην άμυνα, παραμένει το ζήτημα της διάθεσης χρηματοδότησης στις επιχειρήσεις κατά τα κατάλληλα στάδια ανάπτυξης των προϊόντων τους.
Η έλλειψη χρηματοδότησης, σημείωσε, μπορεί να δυσχεράνει όχι μόνο την ανάπτυξη μιας τεχνολογίας αλλά και τις αναγκαίες δοκιμές και την πιστοποίησή της, προκειμένου να μπορέσει να εισέλθει στην αγορά. Παράλληλα, αναφέρθηκε στις δυσκολίες προσέλκυσης ιδιωτικών κεφαλαίων λόγω του επενδυτικού κινδύνου που εξακολουθεί να συνδέεται με τον αμυντικό τομέα.
Στο κανονιστικό σκέλος, ο κ. Φιότ αναφέρθηκε στον κατακερματισμό της ευρωπαϊκής αμυντικής αγοράς κατά μήκος των εθνικών συνόρων. Όπως σημείωσε, διαφορετικοί κανόνες προμηθειών και απαιτήσεις ασφαλείας στα κράτη μέλη, καθώς και το κόστος συμμόρφωσης σε διαφορετικές αγορές, δημιουργούν πρόσθετες δυσκολίες για μικρές επιχειρήσεις που δεν διαθέτουν μεγάλες νομικές και διοικητικές ομάδες.
Ως τρίτο παράγοντα ανέφερε τις πολιτικές και εθνικές προτιμήσεις στην αμυντική βιομηχανία, επισημαίνοντας ότι η έμφαση σε εθνικές αλυσίδες εφοδιασμού και εγχώριες επιχειρήσεις μπορεί να περιορίζει τις δυνατότητες διασυνοριακής δραστηριοποίησης των ΜΜΕ και ένταξής τους σε μεγαλύτερα ευρωπαϊκά αμυντικά προγράμματα.
Ο κ. Φιότ αναγνώρισε ότι έχουν αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια περισσότερα ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία και πρωτοβουλίες για την άμυνα και την καινοτομία. Έθεσε, ωστόσο, το ζήτημα της καλύτερης στόχευσης και συνοχής των διαθέσιμων εργαλείων, καθώς και της διάθεσης νέων πόρων για την αμυντική καινοτομία των ΜΜΕ στο επόμενο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο, αντί της ανακατανομής υφιστάμενων χρηματοδοτήσεων.
Παράλληλα, σημείωσε ότι η δημιουργία νέων ευρωπαϊκών προγραμμάτων συνεπάγεται και πρόσθετες απαιτήσεις για τις ΜΜΕ, οι οποίες πρέπει να εξοικειωθούν με τις διαδικασίες τους, να δημιουργήσουν κοινοπραξίες και να αναπτύξουν συνεργασίες με μεσαίες και μεγαλύτερες αμυντικές εταιρείες προκειμένου να συμμετάσχουν.
Ο κ. Φιότ έδωσε ιδιαίτερη έμφαση σε αυτό που χαρακτήρισε ως δύο «κοιλάδες θανάτου» για την αμυντική καινοτομία. Η πρώτη αφορά το κενό μεταξύ της αρχικής ανάπτυξης μίας τεχνολογίας και της ένταξής της σε πρόγραμμα ανάπτυξης, όταν μία ΜΜΕ αναζητεί χρηματοδότηση, συνεργασίες και υποστήριξη.
Η δεύτερη αφορά το στάδιο μεταξύ ανάπτυξης και εμπορικής αξιοποίησης. Σύμφωνα με τον κ. Φιότ, ακόμη και όταν μία επιχείρηση καταφέρει να ωριμάσει την τεχνολογία της, μπορεί να αντιμετωπίσει προβλήματα πρόσβασης σε εγκαταστάσεις δοκιμών και διαδικασίες πιστοποίησης. Χωρίς αυτές, όπως ανέφερε, καθίσταται ιδιαίτερα δύσκολη η ενσωμάτωση μιας νέας τεχνολογίας σε αμυντικά προγράμματα.
Στο ίδιο πλαίσιο, επεσήμανε ότι η Ευρώπη δεν διαθέτει επαρκή αριθμό εγκαταστάσεων δοκιμών και υποστήριξε ότι θα πρέπει να διευκολυνθεί η πρόσβαση των ΜΜΕ σε δοκιμές και πιστοποίηση σε διασυνοριακό επίπεδο.
Αναφερόμενος στην εμπειρία της Ουκρανίας, σημείωσε ότι η μείωση των γραφειοκρατικών σταδίων ανάμεσα στην καινοτομία και στις ανάγκες των ενόπλων δυνάμεων επέτρεψε την ταχύτερη ανάπτυξη τεχνολογιών στο πεδίο. Πρόσθεσε ότι, για ορισμένες τεχνολογίες, οι διαδικασίες προμηθειών θα πρέπει να επιτρέπουν ταχύτερη παραγωγή και επιχειρησιακή χρήση, χωρίς πολυετείς διαδικασίες που ενδέχεται να οδηγήσουν στην υιοθέτηση τεχνολογιών οι οποίες έχουν ήδη ξεπεραστεί.
Μεταξύ των κατευθύνσεων που παρουσίασε ήταν η μεγαλύτερη συνοχή μεταξύ των υφιστάμενων ευρωπαϊκών εργαλείων, η ενίσχυση της χρηματοδότησης για καινοτομία, η αντιμετώπιση των εμποδίων στις δοκιμές και την πιστοποίηση και η μείωση της απόστασης μεταξύ ανάπτυξης μίας καινοτομίας, διαδικασιών προμηθειών και τελικής χρήσης από τις ένοπλες δυνάμεις.
Πηγή: ΚΥΠΕ











