Την ανάγκη ενίσχυσης των υφιστάμενων εργαλείων για την αντιμετώπιση των επικίνδυνων οικοδομών ανέδειξε η συζήτηση στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εσωτερικών, με το Υπουργείο Εσωτερικών να επιδιώκει την ενίσχυση και τον εκσυγχρονισμό του υφιστάμενου πλαισίου, ώστε οι αρμόδιες Αρχές να μπορούν να παρεμβαίνουν ταχύτερα και αποτελεσματικότερα σε περιπτώσεις που τίθεται σε κίνδυνο η δημόσια ασφάλεια.
Στο πλαίσιο της συζήτησης για την σχετική πρόταση νόμου που κατέθεσε η Επιτροπή Εσωτερικών, σε αυτή προβλέπεται η ενίσχυση των δυνατοτήτων που έχουν στη διάθεσή τους οι Επαρχιακοί Οργανισμοί Αυτοδιοίκησης, μεταξύ άλλων, σε ό,τι αφορά την απαγόρευση χρήσης ή ενοικίασης επικίνδυνων οικοδομών, τη διακοπή παροχής ηλεκτρικού ρεύματος και νερού, την ολική ή μερική κατεδάφιση όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο, καθώς και την ανάκτηση των εξόδων που προκύπτουν από τις αναγκαίες παρεμβάσεις. Την ίδια ώρα, στη συζήτηση αναδείχθηκαν διαφωνίες μεταξύ Υπουργείου Εσωτερικών και ΕΟΑ ως προς τον τρόπο κατανομής των αρμοδιοτήτων.
Κατά την τοποθέτησή του, ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Εσωτερικών, Ελίκκος Ηλία, διευκρίνισε ανάμεσα σε άλλα πως «εξαρχής η υφιστάμενη νομοθεσία ήδη παρέχει εργαλεία στις αρμόδιες Αρχές για τη διαχείριση των επικίνδυνων οικοδομών. Η παρούσα πρόταση νόμου δεν δημιουργεί ένα εντελώς νέο σύστημα. Αυτό που επιδιώκεται είναι να ενισχυθούν, να εκσυγχρονιστούν και να καταστούν αποτελεσματικότερα τα υφιστάμενα εργαλεία, ώστε οι αρμόδιες αρχές να μπορούν να παρεμβαίνουν ταχύτερα και πιο αποφασιστικά όταν τίθεται θέμα δημόσιας ασφάλειας».
Παράλληλα, σημείωσε πως «με απλά λόγια, η πρόταση νόμου δίνει πρόσθετα μέσα στους ΕΟΑ, για να αντιμετωπίζουν περιπτώσεις ιδιοκτητών που δεν συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις τους. Μεταξύ άλλων, εισάγεται την δυνατότητα απαγόρευσης χρήσης ή και ενοικίασης επικίνδυνων οικοδομών, την δυνατότητα διακοπής της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος και νερού, τη δυνατότητα ολικής ή μερικής κατεδάφισης όπου αυτό απαιτείται, την εγγραφή εμπράγματου βάρους επί της ιδιοκτησίας για ανάκτηση των εξόδων της αρμόδιας Αρχής και η δυνατότητα ταχύτερης προσφυγής στο Δικαστήριο μέσω διαδικασιών ex parte, καθώς και η ενίσχυση των διοικητικών και ποινικών κυρώσεων».
Επιπρόσθετα, ο κ. Ηλία, σημείωσε πως «η βασική φιλοσοφία της πρότασης νόμου είναι ότι η ευθύνη συντήρησης και ασφάλειας μιας οικοδομής παραμένει στον ιδιοκτήτη. Ο ιδιοκτήτης έχει την υποχρέωση να διατηρεί την οικοδομή του σε ασφαλή κατάσταση και να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα όταν αυτή καθίσταται επικίνδυνη. Η αρμόδια Αρχή παρεμβαίνει όταν υπάρχει αδράνεια ή μη συμμόρφωση και όταν επιβάλλεται η προστασία της ανθρώπινης ζωής, της δημόσιας ασφάλειας και της περιουσίας των πολιτών».
Ταυτόχρονα, επισήμανε πως «με τα νέα μέτρα αναμένεται να μειωθούν σημαντικά οι περιπτώσεις στις οποίες οι αρμόδιες Αρχές θα αναγκάζονται να προβαίνουν οι ίδιες σε εργασίες άρσης της επικινδυνότητας. Στόχος είναι να εξαντλούνται πρώτα τα εργαλεία συμμόρφωσης και επιβολής που προβλέπει η νομοθεσία και η αυτεπάγγελτη επέμβαση της αρμόδιας Αρχής να περιορίζεται στις περιπτώσεις όπου είναι απολύτως αναγκαία για λόγους δημοσίου συμφέροντος».
Σε σχέση με τη χρηματοδότηση, το Υπουργείο Εσωτερικών, όπως διευκρίνισε ο κ. Ηλία, «αναγνωρίζει ότι κατά τα πρώτα χρόνια εφαρμογής της μεταρρύθμισης δημιουργούνται ζητήματα ρευστότητας για τις αρμόδιες Αρχές, μέχρι να ολοκληρώνονται οι νομικές και διοικητικές διαδικασίες είσπραξης του κόστους που δυνατόν να καταβάλουν για την άρση της επικινδυνότητας σε περίπτωση μη ανταπόκρισης από τους ιδιοκτήτες».
Για τον λόγο αυτό, υπογράμμισε πως «το Υπουργείο έχει ήδη προχωρήσει σε διασφάλιση οικονομικής στήριξης ύψους 2 εκατομμυρίων ευρώ για τη μεταβατική περίοδο και έχουν ήδη καταβληθεί ποσά προς τους ΕΟΑ στη βάση μιας συμφωνημένης διαδικασίας. Παράλληλα, έχει εισαχθεί και ειδική διαδικασία ώστε, σε επείγουσες περιπτώσεις όπου υπάρχει άμεσος κίνδυνος για ανθρώπινες ζωές ή περιουσίες, οι αρμόδιες Αρχές να μπορούν να προχωρούν άμεσα στις απαραίτητες ενέργειες, χωρίς να προηγηθούν τα βήματα προς τον ιδιοκτήτη και να υποβάλλουν στη συνέχεια τα σχετικά αιτήματα για κάλυψη των δαπανών».
Την ίδια ώρα, σε ό,τι αφορά τις παρεμβάσεις, τόνισε πως «περιορίζονται αποκλειστικά στα απολύτως αναγκαία μέτρα άρσης της επικινδυνότητας και ότι ακολουθούνται οι προβλεπόμενες διαδικασίες ελέγχου και λογοδοσίας».
Παράλληλα, ανέφερε πως «ότι με τα νέα εργαλεία που εισάγονται αναμένεται ότι θα περιοριστεί σημαντικά ο αριθμός των περιπτώσεων που θα απαιτηθεί η λήψη μέτρων άρσης της επικινδυνότητας από τους ΕΟΑ. Στόχος της πιο πάνω φιλοσοφίας μας είναι να υπάρχει η ευθύνη των ιδιοκτητών και όχι να δημιουργηθεί ένα σύστημα όπου η αδιαφορία του ιδιοκτήτη θα καλύπτεται με χρήματα του φορολογούμενου πολίτη».
Σημειώνοντας πως έλαβε τις επιστολές και τα υπομνήματα από τους ΕΟΑ, διαπίστωσε πως «σε αρκετά βασικά σημεία υπάρχει κοινός στόχος, δηλαδή η ενίσχυση της αποτελεσματικότητας της νομοθεσίας, η ταχύτερη αντιμετώπιση περιπτώσεων άμεσου κινδύνου, η απλοποίηση της επίδοσης των ειδοποιήσεων και η αποτελεσματικότερη ανάκτηση των δαπανών από τους υπεύθυνους ιδιοκτήτες. Το Υπουργείο είναι έτοιμο να συζητήσει καλόπιστα κάθε εισήγηση που βελτιώνει τη σαφήνεια και την πρακτική εφαρμογή της νομοθεσίας, νοουμένου ότι διασφαλίζονται η νομιμότητα, τα δικαιώματα των επηρεαζόμενων πολιτών, η αναλογικότητα των μέτρων και η βασική αρχή ότι η ευθύνη για τη συντήρηση και την ασφάλεια της οικοδομής παραμένει στον ιδιοκτήτη».
Παράλληλα, τόνισε πως «οι εισηγήσεις που έχουν δημοσιονομικές, συνταγματικές ή ευρύτερες θεσμικές προεκτάσεις θα πρέπει, να αξιολογηθούν από τις κατά περίπτωση αρμόδιες υπηρεσίες. Ειδικά για το θέμα του τέλους και της χρηματοδότησης του τομέα επικίνδυνων οικοδομών, η θέση μας είναι ότι αυτό αποτελεί μέρος του τομέα αδειοδότησης και επομένως θα πρέπει στο πλαίσιο της οικοδομικής αδειοδότησης να γίνεται μια πρόβλεψη από πλευράς των Οργανισμών, ώστε να διασφαλίζεται η κάλυψη της λειτουργίας του τομέα στο πλαίσιο των προϋπολογισμών των Οργανισμών, αλλά και η δυνατότητα για λήψη μέτρων εκεί και όπου θα απαιτηθεί, χωρίς όμως να απαλλάσσεται ο ιδιοκτήτης από την ευθύνη».
Συμφωνούν για την ανάγκη ενίσχυσης των εργαλείων, διαφωνούν για τις αρμοδιότητες
Από πλευράς των ΕΟΑ, οι επικεφαλής τους συμφώνησαν με το Υπουργείο Εσωτερικών ότι είναι απαραίτητη η ενίσχυση των εργαλείων που τους παρέχονται, ώστε να καταστεί αποτελεσματικότερη η αντιμετώπιση των επικίνδυνων οικοδομών. Ωστόσο, διαφώνησαν με τον διαχωρισμό των αρμοδιοτήτων, υποστηρίζοντας ότι αυτές θα πρέπει να παραμείνουν στο σύνολό τους στα Διοικητικά Συμβούλια των Οργανισμών.
Συγκεκριμένα, ο πρόεδρος του ΕΟΑ Λευκωσίας, Κωνσταντίνος Γιωρκάτζιης, επισήμανε, μεταξύ άλλων, πως με το υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο «δεν επιβάλλεται γρήγορα η νομοθεσία για αυτό χρειαζόμαστε εργαλεία», ενώ διευκρίνισε πως «η μεγάλη μας διαφωνία είναι τα ανταποδοτικά τέλη. Δεν μπορούν να προστίθενται άλλες υπηρεσίες από την στιγμή που είναι συγκεκριμένα τέλη, γιατί επιβαρύνει τους πολίτες που θέλουν μια άδεια. Επίσης τα λεφτά που θα χορηγηθούν να λειτουργούν ως ένα δάνειο το οποίο θα επιστραφεί. Το επιτόκιο αφού προχωρήσουμε σε αυτό το δάνειο να είναι σε τιμές αγοράς για δίδεται κίνητρο στους ιδιοκτήτες να προχωρούν».
Από πλευράς του, ο πρόεδρος του ΕΟΑ Αμμοχώστου, Γιάννης Καρούσος, ανέφερε, μεταξύ άλλων, πως «υπάρχει σχετικό αίτημα των διευθυντών αδειοδότησης για να φέρει η ευθύνη των επικίνδυνων οικοδομών, εμείς έχουμε διαφορετική άποψη. Αν θα αλλάξει η φιλοσοφία ναι αλλά όχι αλά καρτ αρμοδιότητες να έρχονται στα Συμβούλια από την στιγμή που δεν υπάρχει η απαραίτητη γνώση».
Κατά τη δική του τοποθέτηση, ο πρόεδρος του ΕΟΑ Λάρνακας, Άγγελος Χατζηχαραλάμπους, επισημαίνοντας επίσης ότι πρέπει να δοθούν τα απαραίτητα εργαλεία, εξήγησε πως «όσον αφορά το κόστος, εμείς έχουμε 351 επικίνδυνες οικοδομές και η εκτίμηση φτάνει τα 7 εκατομμύρια ευρώ. Πρέπει να αποφασίσουμε τι θέλουμε να κάνουμε αν θέλουμε με ουσιαστική λύση. Με το θέμα των αρμοδιοτήτων, εμείς έχουμε απόφαση ότι θα πρέπει να μεταφερθούν οι αρμοδιότητες στα Διοικητικά Συμβούλια».
Από πλευράς του, ο Γενικός Διευθυντής του ΕΟΑ Λεμεσού, Σωκράτης Μεταξάς, επισημαίνοντας πως η πρόταση νόμου κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, αναφέρθηκε σε συγκεκριμένη περίπτωση πολυκατοικίας «που προσπαθούμε από τον Μάη να κάνουμε εκκένωση και το 80% των διαμερισμάτων ανήκει σε ξένο επενδυτή ο οποίος πάει από ένσταση σε ένσταση ενώπιον του διαστηρίου».
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:











