Ανατρεπτική ήταν η απόφαση του Εφετείου σε σχέση με την καταδίκη του τότε 69χρονου, αναφορικά με την πυρκαγιά που ξέσπασε τον Ιούλιο του 2021 στον Αρακαπά και επεκτάθηκε σε αρκετές κοινότητες της Επαρχίας Λεμεσού και Λάρνακας, ο οποίος εν τέλει κρίθηκε αθώος, ωστόσο είχε εκτίσει τρία χρόνια από τα οκτώ που του επιβλήθηκαν από το Κακουργιοδικείο Λεμεσού.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε κρίνει ένοχο τον 69χρονο ότι στις 3.7.21 εσκεμμένως και παρανόμως έθεσε φωτιά σε δέντρα, ότι άναψε φωτιά στην ύπαιθρο χωρίς άδεια, καθώς και ότι σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ Απριλίου και Ιουλίου του 2021, αλλά σε διαφορετικό χρόνο, άναψε φωτιά στην ύπαιθρο χωρίς άδεια.
Αξιολογώντας τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του από την Κατηγορούσα Αρχή, το Κακουργιοδικείο -με εξαίρεση κάποια επιμέρους σημεία- δέχθηκε ότι ήταν αξιόπιστη, διατυπώνοντας σχετικά ευρήματα και στη βάση τους έκρινε ότι, αν και δεν υπήρχε άμεση μαρτυρία, εντούτοις κατέληξε ότι «η υπάρχουσα περιστατική μαρτυρία έχει τέτοια συνεκτικότητα η οποία οδηγεί μονοδρομικά στο συμπέρασμα ενοχής».
Ο συνήγορος υπεράσπισης του, Γιάννης Πολυχρόνης (σ.σ με Γιώργο Εφφέ) προσέφυγε στο Εφετείο, προσβάλλοντας την καταδικαστική απόφαση με επτά λόγους έφεσης, καθώς και με ένα λόγο έφεσης ως προς το ύψος της ποινής που του επιβλήθηκε.
Μεταξύ άλλων, ο κ. Πολυχρόνης, στάθηκε στο επιχείρημα ότι η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής δεν απεδείχθη πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, με τον συνήγορο υπεράσπισης να παραθέτει δέκα επιχειρήματα.
Με βάση την μαρτυρία του Αντιπύραρχου, το Κακουργιοδικείο κατέληξε ότι «η επίδικη φωτιά τέθηκε κακόβουλα και με τη χρήση, κατά πάσα πιθανότητα γυμνής φλόγας αφού όλες οι άλλες πιθανές αιτίες πρόκλησης της αποκλείστηκαν». Στην μαρτυρία του, ανέφερε επίσης πως λαμβάνοντας υπόψη τα σημεία της πυρκαγιάς, την κατεύθυνση ανέμου, τη μορφολογία εδάφους και τη βλάστηση, κατέληξε «στο συμπέρασμα ότι η πυρκαγιά αυτή τέθηκε σκόπιμα» και ότι δεδομένου πως δεν εντοπίστηκαν στον χώρο της εστίας της πυρκαγιάς εύφλεκτα επιταχυντικά υλικά, κατέληξε στο ότι «ως εκ τούτου η πιθανότητα αυτή να τέθηκε [...] μέσω γυμνής φλόγας είναι πολύ μεγάλη».
Ωστόσο, το κύριο ζητούμενο, όπως υπέδειξε και το Κακουργιοδικείο, ήταν κατά πόσο ήταν ο κατηγορούμενος ο οποίος έθεσε την επίδικη φωτιά εσκεμμένα και παράνομα, καταλήγοντας εν τέλει πως «η περιστατική μαρτυρία οδηγεί στο συμπέρασμα ότι είναι ο κατηγορούμενος ο οποίος έθεσε την επίδικη φωτιά κατά τον ουσιώδη χρόνο». Ανέφερε επίσης ότι, «ο κατηγορούμενος ενόσω βρισκόταν στο περιβόλι του είχε κινηθεί πλησίον του σημείου όπου είχε εντοπιστεί η εστία της φωτιάς και το χρονικό διάστημα μεταξύ της αναχώρησης του από το περιβόλι του και της αντίληψης της φωτιάς, είναι μικρό και σε κάθε περίπτωση λαμβάνοντας υπόψη τον τρόπο που ξεκινά και εξελίσσεται μια φωτιά και ότι μέχρι να εξαπλωθεί χρειάζεται κάποιο χρόνο, δεν είναι τέτοιος που μπορεί να αποσυνδέσει τον κατηγορούμενο με την φωτιά, δεδομένης και της υπόλοιπης μαρτυρίας».
Επιπρόσθετα, το Κακουργιοδικείο έλαβε υπόψη τη μαρτυρία η οποία έχει προκύψει ότι, «ο κατηγορούμενος είχε μανία με την καθαριότητα και ήθελε το χωράφι του να ήταν πεντακάθαρο και να μην υπάρχουν χόρια και φύλλα. Προκύπτει επίσης η δυσαρέσκεια του για το γεγονός ότι τα γειτονικά του τεμάχια δεν ήταν καθαρά και δεν καλλιεργούνταν αφού την προηγούμενη εβδομάδα της επίδικης φωτιάς και όταν είχε ξεσπάσει η πρώτη φωτιά της 26/06/2021, είχε αναφέρει στον Μ.Κ. 1, ο οποίος είχε λάβει μέρος στην κατάσβεση της φωτιάς εκείνης ότι έπρεπε να τα αφήσουν "να καούν ούλλα να καθαρίσει ο ποταμός". Η πιο πάνω μαρτυρία είναι σχετική και καταδεικνύει την ύπαρξη κινήτρου στον κατηγορούμενο».
Συνοπτικά, το Εφετείο στην απόφαση του υπέδειξε πως το Κακουργιοδικείο κατέληξε στην καταδίκη του 69χρονου, στην βάση των πιο κάτω:
1. Η προηγηθείσα παρουσία του Εφεσείοντος στο περιβόλι του.
2. Η υπαρκτή δυνατότητα πρόσβασης του Εφεσείοντος στο σημείο έναρξης της πυρκαγιάς.
3. Η προηγηθείσα διακίνηση του Εφεσείοντος πλησίον του σημείου έναρξης της πυρκαγιάς.
4. Το ότι η εστία της πυρκαγιάς ήταν πλησίον της τελευταίας δόμης του περιβολιού του Εφεσείοντος.
5. Το ότι προτού γίνει αντιληπτή η πυρκαγιά από οποιονδήποτε, ο Εφεσείων κατευθύνθηκε προς το αυτοκίνητό του περί τις 13:20, οπότε αναχώρησε μονομιάς και το ότι η Μ.Κ.10 αντιλήφθηκε την πυρκαγιά στις 13:27.
6. Το ότι στο αυτοκίνητο του Εφεσείοντος ανευρέθηκαν δύο αναπτήρες.
7. Το ότι το χρονικό διάστημα μεταξύ αναχώρησης του Εφεσείοντος από το περιβόλι του μέχρι την ώρα που η πυρκαγιά έγινε αντιληπτή είναι μικρό και πάντως δεν είναι τέτοιο που μπορεί να αποσυνδέσει τον Εφεσείοντα.
8. Το ότι ο Εφεσείων φεύγοντας, μετέβη σε περίπτερο στον Αρακαπά και εκεί ανέφερε σε συγχωριανό του ότι υπήρχε φωτιά και ότι καίγονταν οι καλαμιώνες.
9. Το ότι ενώ κινητοποιήθηκε όλο το χωριό και πολλές δυνάμεις κατάσβεσης, ο Εφεσείων έφυγε από τον Αρακαπά και πήγε σε καφενείο στην Επταγώνια για να πιεί εκ νέου καφέ.
10. Το ότι η φωτιά τέθηκε κατά πάσαν πιθανότητα με γυμνή φλόγα, «όπως με ένα αναπτήρα».
Το Εφετείο στην απόφαση του θέλησε να προβεί σε δύο διευκρινήσεις. Η πρώτη, όπως αναφέρει, είναι πως η πρόσβαση στην εστία της πυρκαγιάς από το περιβόλι του 69χρονου δεν ήταν η «μόνη» -όπως αναφέρεται-, δεδομένου ότι παράλληλα υπήρχε και η δεύτερη οδός. «Συνεπώς δεν ήταν ορθό να υπονοείται ότι στην εστία της φωτιάς μπορούσε να φτάσει κάποιος μόνο μέσα από το περιβόλι του Εφεσείοντος», υπέδειξε το Εφετείο.
Η δεύτερη διευκρίνιση είναι πως ναι μεν υπήρξε εύρημα ότι ο κατηγορούμενος ενόσω ευρίσκετο στο περιβόλι του είχε μεταβεί πεζός σε σημείο μεταξύ του χωραφιού του και του καλαμιώνα, όπου είχε ξεσπάσει η πυρκαγιά, πλην όμως δεν προσδιορίστηκε στα ευρήματα ο χρόνος και σε ποια στιγμή περίπου από τις 10πμ, που έφτασε στο περιβόλι του, μέχρι τις 13:20 που έφυγε, είχε μεταβεί στο εν λόγω σημείο.
«Χωρίς αυτό όμως δεν ήταν ορθό να αφήνεται να αιωρείται ή να εικάζεται ότι ή μετάβαση έγινε πλησίον της ώρας που αναχώρησε από το περιβόλι, άρα πλησίον της ώρας έναρξης της πυρκαγιάς», ανέφερε το Κακουργιοδικείο, προσθέτοντας ότι οι δύο προαναφερθείσες διευκρινίσεις, αυτό που δύναται να λεχθεί, είναι ότι τα επτά πρώτα στοιχεία περιστατικής μαρτυρίας κατεδείκνυαν ότι ο κατηγορούμενος ήταν παρών στο περιβόλι του εκείνο το πρωινό και είχε την ευκαιρία (εάν ήθελε) να θέσει την πυρκαγιά.
Το Κακουργιοδικείο, υπέδειξε ότι «ουσιαστικά, είχε καταδειχθεί η ευκαιρία διάπραξης του αδικήματος από πλευράς χώρου, χρόνου και μέσων. Είναι θέμα κοινής λογικής πως το κατά πόσον πράγματι ήταν ο Εφεσείων που έθεσε την πυρκαγιά ήταν ασφαλώς διαφορετικό ζήτημα, το οποίο απέμενε να κριθεί στη βάση της υπόλοιπης περιστατικής μαρτυρίας. Η ύπαρξη ευκαιρίας διάπραξης αδικήματος πάντως δεν εξισούται με τη διάπραξή του».
Από εκεί και πέρα, σε ό,τι αφορά τη συμπεριφορά του μετά την πυρκαγιά, το Κακουργιοδικείο, αξιολογώντας την αρχική ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου, δέχθηκε ότι: «Μετά την ολοκλήρωση της εργασίας του μετέβηκε στο περίπτερο που βρίσκεται κοντά στην εκκλησία του Αρακαπά και ήπιε καφέ. Κατά την παραμονή του εκεί ανάφερε σε κάποιο ΧΧ που βρισκόταν στο περίπτερο ότι καίγονταν καλαμιώνες και ότι είχε φωτιά. Το περίπτερο απέχει γύρω στο 1 χιλιόμετρο από το χωράφι του κατηγορούμενου. Στη συνέχεια και ενώ υπήρχε φωτιά και καίγονταν περιουσίες ο κατηγορούμενος μετέβηκε στην Επταγώνια για να πιει καφέ».
Το Εφετείο, αναφορικά με την εν λόγω κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου, υπέδειξε ότι «αυτό το οποίο φαίνεται να αποδόθηκε αργότερα ως ενοχοποιητικό στον Εφεσείοντα, είναι πως έφυγε από τον Αρακαπά και μετέβη στην Επταγώνια την ώρα που κινητοποιήθηκε όλο το χωριό και μεγάλες δυνάμεις πυρόσβεσης. Αν και δεν καταγράφεται ρητώς, αυτό που υπονοείται εδώ είναι ότι θα αναμένετο να παραμείνει στο χωριό του ή ίσως και να λάβει μέρος στην κατάσβεση. Δεν προηγήθηκε όμως κάποια ανάλυση ή εξέταση για το τι ακριβώς γνώριζε ο Εφεσείων όσον αφορά το σημείο της πυρκαγιάς και την κινητοποίηση του χωριού ή άλλων δυνάμεων πυρόσβεσης, όταν αναχωρούσε από τον Αρακαπά. Ούτε εξετάστηκε η εξήγηση που έδωσε για την αναχώρησή του, η προβληθείσα (στην κατάθεση) θέση του ότι επέστρεψε πίσω και η δήλωσή του ότι στις 13:53 τηλεφώνησε ο ίδιος στη γραμμή 112 για τη φωτιά. Ουσιαστικά δεν εντοπίζουμε σε οποιοδήποτε σημείο της απόφασης να έτυχαν εφαρμογής τα εφαρμοζόμενα κριτήρια αξιολόγησης τέτοιας μεταγενέστερης συμπεριφοράς, ούτως ώστε αιτιολογημένα και βάσιμα να συναχθεί ότι αυτή συνιστούσε περιστατική μαρτυρία ενοχής».
Ωστόσο, το Εφετείο έκρινε πως το πιο ουσιώδες είναι άλλο και αφορά το τελευταίο στοιχείο περιστατικής μαρτυρίας. Ότι δηλαδή, όπως αναφέρει στην απόφαση του, δεν υπήρξε εύρημα για τα ακριβή αίτια της πυρκαγιάς, ήτοι για το πώς ξεκίνησε η φωτιά.
«Δεν εντοπίστηκαν οποιαδήποτε εύφλεκτα υλικά και στηριζόμενος σε αυτό ο ειδικός Μ.Κ. 12 (σ.σ Αντιπύραρχος) εξέφρασε τη γνώμη ότι ''η πιθανότητα να τέθηκε μέσω γυμνής φλόγας είναι μεγάλη''. Βασικά κατά τη μαρτυρία του απέκλεισε (με βάση βιβλιογραφία) όλα τα σενάρια πρόκλησης πυρκαγιάς και κατέληξε ότι ''αυτή πιθανόν να τέθηκε με γυμνή φλόγα, όπως με ένα αναπτήρα''. Ταυτόσημο ήταν και το εύρημα του Κακουργοδικείου, ήτοι ότι ''τέθηκε κατά πάσα πιθανότητα με γυμνή φλόγα'', έστω και αν δεν υιοθετήθηκε verbatim το λεκτικό του Μ.Κ.12. Στην πραγματικότητα το Κακουργοδικείο δεν συζήτησε περαιτέρω τη γνώμη του ειδικού, ούτως ώστε να ελέγξει κατά πόσον μπορούσε ή ήταν εφικτό, λαμβανομένων υπ' όψιν όλων των περιστάσεων να καταλήξει ενδεχομένως σε κάποιο εύρημα με βεβαιότητα, Ενδεχομένως θα μπορούσε να το πράξει εξετάζοντας τον αποκλεισμό άλλων σεναρίων στον οποίο είχε προβεί ο Μ.Κ.12».
Περαιτέρω, το Εφετείο αναφέρει ότι Κακουργοδικείο επέλεξε να αποδεχθεί τη γνώμη του ειδικού Αντιπύραρχου, όπως ακριβώς εκείνος την είχε διατυπώσει.
«Η πορεία αυτή ενέπιπτε βέβαια στις επιλογές που είχε το Κακουργοδικείο, πλην όμως αυτό δεν μεταβάλλει το γεγονός ότι στην πραγματικότητα, το να είχε τεθεί η πυρκαγιά με γυμνή φλόγα παρέμενε απλώς μια πιθανότητα. Αυτό με τη σειρά του ασφαλώς εσήμαινε πως ήταν πιθανόν να είχε τεθεί όχι με γυμνή φλόγα αλλά με κάποιον άλλο τρόπο. Με άλλα λόγια, όπως ήταν πιθανό να τέθηκε με γυμνή φλόγα, παρομοίως πιθανόν ήταν να μην τέθηκε με γυμνή φλόγα. Το ζητούμενο βέβαια είναι κατά πόσον η διαπίστωση αυτή επηρεάζει την καταδίκη, ιδίως εν όψει της σημασίας του θέματος αυτού. Υπό άλλες περιστάσεις (π.χ. εάν υπήρχε άλλη μαρτυρία εμπλοκής του) ένα τέτοιο αμφίσημο εύρημα ενδεχομένως να μην είχε ιδιαίτερη ή κρίσιμη σημασία στην υπόθεση. Στην παρούσα δεν ισχύει κάτι τέτοιο διότι όχι μόνον ο ειδικός Μ.Κ.12 ανέφερε ως παράδειγμα γυμνής φλόγας την προερχόμενη από αναπτήρα αλλά και το ίδιο το Κακουργοδικείο διασυνέδεσε ατυχώς και καθοριστικά την πιο πάνω εικασία περί γυμνής φλόγας με την ανεύρεση των δύο αναπτήρων στο αυτοκίνητο του Εφεσείοντος».
Επιπρόσθετα των πιο πάνω, το Εφετείο υπέδειξε πως το ουσιωδέστερο προβληματικό ζήτημα είναι ότι το Κακουργοδικείο έθεσε ως βάση του όλου συλλογισμού του μια πιθανότητα, ήτοι την πιθανότητα να ετέθη η πυρκαγιά με γυμνή φλόγα. Όπως ανέφερε, αυτός ήταν ο λόγος που συνδύασε την «πιθανότητα» με τον εντοπισμό αναπτήρων, πράγμα το οποίο το Εφετείο έκρινε πως ήταν καθοριστικής σημασίας στη σκέψη του Κακουργοδικείου, τονίζοντας πως «είναι πολύ καλώς γνωστή η αρχή ότι δεν επιτρέπονται εικασίες προς συμπλήρωση κενών στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής».
Πηγαίνοντας ένα βήμα παρά πέρα, το Εφετείο υπέδειξε πως είναι καλώς γνωστή η αρχή ότι η ενοχή ενός κατηγορουμένου πρέπει να αποδεικνύεται πέραν λογικής αμφιβολίας, είτε η μαρτυρία είναι άμεση είτε είναι περιστατική. Αυτό εξαρτάται, όπως ανέφερε, από το κατά πόσον στο τέλος της υπόθεσης το εκδικάζον Δικαστήριο, στη βάση της μαρτυρίας, αισθάνεται ότι δύναται με ηθική βεβαιότητα να αποφασίσει ότι η κατηγορία έχει αποδειχθεί. Ο κατηγορούμενος, πρόσθεσε το Εφετείο, δεν είναι υποχρεωμένος να αποδείξει την αθωότητά του.
«Κρίνουμε ότι η παρούσα είναι μία τέτοια περίπτωση, ακροσφαλούς καταδίκης. Στη βάση των πρωτόδικων ευρημάτων (α) ο Εφεσείων ευρίσκετο στον χώρο (περιβόλι) λίγη ώρα προτού γίνει αντιληπτή η πυρκαγιά, (β) ο Εφεσείων είχε στη διάθεσή του μέσα για να ανάψει φωτιά (αναπτήρες) και (γ) προκαλούσε απορία η μετάβασή του σε γειτονικό χωριό εν γνώσει του ότι υπήρχε φωτιά στο χωριό του. Αυτά τα τρία στοιχεία όμως δεν είναι ικανά να στηρίξουν με την απαιτούμενη ηθική βεβαιότητα την κρίση ότι όντως αυτός έθεσε την πυρκαγιά στις 3.7.21. Η υπάρχουσα μαρτυρία και τα πρωτόδικα αυτά ευρήματα οδηγούσαν μόνο σε πιθανολόγηση εμπλοκής του. Υπάρχει συνεπώς υποβόσκουσα αμφιβολία ένεκα της οποίας θα έπρεπε να αθωωθεί».
Ως εκ τούτου, ο 69χρονος, ο οποίος δεν παραδέχθηκε τις κατηγορίες, αθωώθηκε ομόφωνα από το Εφετείο στις δύο πρώτες κατηγορίες που αφορούσαν την ενοχή του για την πυρκαγιά στον Αρακαπά.
Την Κατηγορούσα Αρχή εκπροσώπησε η Άννα Ματθαίου και την υπεράσπιση ο Γιάννης Πολυχρόνης με Γιώργο Εφφέ.











