Στα Δικαστήρια λύνουν τις διαφορές του ιδιωτική εταιρεία και ΟΑΥ, με την πρώτη να διεκδικεί ποσό ύψους περίπου €1,64 εκατομμυρίων πλέον ΦΠΑ, το οποίο αφορά πρόσθεταιατροτεχνολογικά προϊόντα MitraClip και TriClip που παραδόθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν σε επεμβάσεις δικαιούχων του ΓεΣΥ, χωρίς ωστόσο η εταιρεία να λάβει οποιαδήποτε αποζημίωση γι’ αυτά. Η θέση της εταιρίας είναι ότι ο ΟΑΥ αποδέχθηκε και αξιοποίησε τα προϊόντα προς όφελος των ασθενών και του ίδιου του Συστήματος, αλλά αρνείται εκ των υστέρων να καταβάλει το αντίστοιχο τίμημα, επιδιώκοντας ουσιαστικά να μετακυλήσει το κόστος των επεμβάσεων στον προμηθευτή.
Από πλευράς ΟΑΥ, σύμφωνα με τις θέσεις που κατατίθενται ενώπιον Δικαστηρίου στα πλαίσια της αγωγής, επιχειρεί -κατά την εταιρεία- να δικαιολογήσει τη μη πληρωμή υποστηρίζοντας ότι δεν προβλεπόταν χωριστή αποζημίωση για δεύτερο ή πρόσθετο προϊόν που χρησιμοποιείτο στην ίδια επέμβαση. Προς υποστήριξη της θέσης του, επικαλείται εγκύκλιο του ΟΑΥ που εκδόθηκε τον Δεκέμβριο του 2024, το ηλεκτρονικό μήνυμα της 20ής Ιουνίου 2024 και τη σύμβαση της 19ης Μαρτίου 2025, ισχυριζόμενος ότι η εταιρία είχε αποδεχθεί το σχετικό καθεστώς αποζημίωσης.
Η θέση αυτή αμφισβητείται έντονα από την εταιρία, η οποία υποστηρίζει ότι ποσό περίπου €1,45 εκατ. της απαίτησης αφορά επεμβάσεις που είχαν ήδη πραγματοποιηθεί πριν από το ηλεκτρονικό μήνυμα του Ιουνίου 2024 και, ασφαλώς, πολύ πριν από την Εγκύκλιο και τη σύμβαση του Μαρτίου 2025. Κατά συνέπεια, όπως είναι η θέση της, ο ΟΑΥ φαίνεται να επιχειρεί να προσδώσει αναδρομική ισχύ σε μεταγενέστερες ρυθμίσεις, ώστε να αποσβεστούν απαιτήσεις που είχαν ήδη γεννηθεί μετά την παράδοση και τη χρήση των προϊόντων. Μια τέτοια προσέγγιση, κατά τη θέση της εταιρείας που προσέφυγε στο Δικαστήριο, όχι μόνο στερείται συμβατικού ερείσματος, αλλά προσκρούει στις θεμελιώδεις αρχές της ασφάλειας δικαίου, της καλής πίστης και της απαγόρευσης αναδρομικής αλλοίωσης κεκτημένων δικαιωμάτων.
Η εταιρία υποστηρίζει, περαιτέρω, ότι το ηλεκτρονικό μήνυμα της 20ής Ιουνίου 2024 αποτελούσε εμπορική συνεννόηση για τον μελλοντικό χειρισμό των συγκεκριμένων περιστατικών και όχι παραίτηση από ήδη υφιστάμενες απαιτήσεις εκατομμυρίων ευρώ. Υποστηρίζει επίσης, ότι η απόπειρα του ΟΑΥ να παρουσιάσει μια μελλοντική εφαρμογή εμπορική συνεννόηση ως αναδρομική διαγραφή συσσωρευμένων οφειλών, συνιστά -κατά την εταιρία- εκ των υστέρων κατασκευή που δεν ανταποκρίνεται ούτε στο περιεχόμενο, ούτε στον εμπορικό σκοπό της επικοινωνίας.
Ιδιαίτερα σοβαρός είναι και ο ισχυρισμός ότι, σε αντίστοιχες περιπτώσεις, άλλοι πάροχοι ή προμηθευτές αποζημιώθηκαν για πρόσθετα ιατροτεχνολογικά προϊόντα, ενώ η εταιρία παρέμεινε απλήρωτη. Εφόσον ο ισχυρισμός αυτός επιβεβαιωθεί από τα στοιχεία που θα παρουσιαστούν ενώπιον του Δικαστηρίου, ο ΟΑΥ θα κληθεί να εξηγήσει με ποια αντικειμενικά, διαφανή και εκ των προτέρων καθορισμένα κριτήρια προέβη σε διαφορετική μεταχείριση συγκρίσιμων περιπτώσεων. Πάντως, πηγές θέλησαν να τονίσουν πως η επιλεκτική εφαρμογή των κανόνων αποζημίωσης από οργανισμό που διαχειρίζεται δημόσιους πόρους και κατέχει καθοριστική θέση στο ΓεΣΥ εγείρει σοβαρά ζητήματα νομιμότητας, ίσης μεταχείρισης, διαφάνειας και προστασίας του ανταγωνισμού.
Η υπόθεση, συνεπώς, δεν αφορά απλώς μια συμβατική διαφορά ως προς την ερμηνεία του ύψους της αποζημίωσης, αλλά αγγίζει τον τρόπο με τον οποίο ο ΟΑΥ διαμορφώνει και εφαρμόζει τους κανόνες πληρωμής, καθώς και το κατά πόσο μπορεί να αποδέχεται ιατροτεχνολογικά προϊόντα που χρησιμοποιούνται για την περίθαλψη δικαιούχων του ΓεΣΥ και, ακολούθως, να αρνείται την αποζημίωσή τους -όπως είναι και ο ισχυρισμός της εταιρείας- επικαλούμενος μεταγενέστερες εγκυκλίους ή συμφωνίες.
Σε περίπτωση δικαίωσης της εταιρίας, η απόφαση ενδέχεται να έχει ευρύτερες συνέπειες για τον ΟΑΥ. Και αυτό διότι, πέραν της καταβολής του επίδικου ποσού, μπορεί να ανοίξει τον δρόμο για αντίστοιχες απαιτήσεις άλλων προμηθευτών και να θέσει υπό ουσιαστική αμφισβήτηση τη νομιμότητα, τη συνέπεια και τη διαφάνεια της πρακτικής που ακολούθησε ο ΟΑΥ ως προς την αποζημίωση πρόσθετων ιατροτεχνολογικών προϊόντων.
Πρόκειται, πάντως, για τις θέσεις και τους ισχυρισμούς της εταιρίας, οι οποίοι αποτελούν αντικείμενο της εκκρεμούς δικαστικής διαδικασίας η οποία βρίσκεται σε εξέλιξη.











