Το Εφετείο Κύπρου αύξησε σημαντικά τις ποινές φυλάκισης που είχαν επιβληθεί σε δύο πρόσωπα, κρίνοντας ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν απέδωσε τη δέουσα βαρύτητα στη συστηματική εγκληματική τους δράση και στην ανάγκη επιβολής αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών για αδικήματα διαρρήξεων κατοικιών, κλοπών και νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.
Με ομόφωνη απόφαση, το Εφετείο έκανε μερικώς δεκτές τις εφέσεις του Γενικού Εισαγγελέα, ο οποίος υποστήριξε ότι οι ποινές που επέβαλε το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας ήταν «έκδηλα ανεπαρκείς».
Σύμφωνα με την απόφαση, οι δύο καταδικασθέντες παραδέχθηκαν σειρά διαρρήξεων κατοικιών, πολλές από τις οποίες διαπράχθηκαν κατά τη διάρκεια της νύχτας, καθώς και κλοπές κοσμημάτων, χρημάτων και άλλων αντικειμένων συνολικής αξίας δεκάδων χιλιάδων ευρώ.
Παράλληλα, είχαν καταδικαστεί και για νομιμοποίηση εσόδων ύψους €43.780, τα οποία προέρχονταν από τις παράνομες αυτές δραστηριότητες.
Το Εφετείο έκρινε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο «υπέπεσε σε σφάλμα αρχής», καθώς δεν αντιμετώπισε ως επιβαρυντικό στοιχείο την επαναλαμβανόμενη παραβατική συμπεριφορά των καταδικασθέντων, οι οποίοι προχώρησαν σε αλλεπάλληλες διαρρήξεις μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα.
Στην απόφασή του επαναλαμβάνει ότι οι διαρρήξεις κατοικιών βρίσκονται «στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας», πλήττουν το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών και επιβάλλουν την επιβολή αυστηρών ποινών με έντονο αποτρεπτικό χαρακτήρα.
Το Δικαστήριο σημειώνει ακόμη ότι, παρότι ελήφθησαν υπόψη ως μετριαστικοί παράγοντες η παραδοχή των αδικημάτων, το λευκό ποινικό μητρώο, η νεαρή ηλικία των καταδικασθέντων και οι οικογενειακές και οικονομικές δυσκολίες τους, οι παράγοντες αυτοί δεν μπορούν να εξουδετερώσουν την ανάγκη προστασίας της κοινωνίας και αποτροπής παρόμοιων εγκλημάτων.
Εξάλλου, κάνει αναφορά στις συνθήκες ορισμένων διαρρήξεων, μεταξύ των οποίων περιστατικά κατά τα οποία οι δράστες εισήλθαν σε κατοικίες ενώ οι ένοικοι βρίσκονταν μέσα, ακόμη και στην περίπτωση κατοικίας όπου διέμενε γυναίκα ηλικίας 96 ετών.
Το Εφετείο αύξησε σειρά επιμέρους ποινών φυλάκισης, με τις σημαντικότερες αυξήσεις να αφορούν ποινές από 22 σε 36 μήνες για σοβαρές διαρρήξεις κατοικιών κατά τη διάρκεια της νύχτας, καθώς και την ποινή για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, η οποία αυξήθηκε από 24 σε 36 μήνες.
Καταλήγοντας, το Εφετείο έκρινε ότι η πρωτόδικη απόφαση δεν αντανακλούσε επαρκώς τη σοβαρότητα της συνεχούς εγκληματικής δράσης των καταδικασθέντων ούτε τη νομολογιακή αρχή ότι στα αδικήματα διαρρήξεων και κλοπών προέχει η ανάγκη γενικής και ειδικής αποτροπής.
Πηγή: ΚΥΠΕ











