Με αφορμή τις πρόσφατες ρατσιστικές και ισλαμοφοβικές διαδηλώσεις στο Ηνωμένο Βασίλειο και τις αντισυγκεντρώσεις αλληλεγγύης που οργανώθηκαν από αντιρατσιστικές πρωτοβουλίες, όπως η Stand Up To Racism, με συνθήματα όπως «Πρόσφυγες, καλωσορίσατε», γίνεται φανερό ότι ο πόλεμος κατά της μετανάστευσης εντείνεται. Η άνοδος ακροδεξιών πολιτικών δυνάμεων σε πολλές χώρες τροφοδοτεί μια δημόσια συζήτηση που παρουσιάζει τη μετανάστευση ως απειλή και τους μετανάστες ως πρόβλημα προς διαχείριση.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, διαμορφώνεται ένας επικίνδυνος διαχωρισμός μεταξύ «καλής» και «κακής» μετανάστευσης. Ο «καλός» μετανάστης παρουσιάζεται συχνά ως λευκός, Ευρωπαίος και πολιτισμικά οικείος. Αντίθετα, ο «κακός» μετανάστης ταυτίζεται με ανθρώπους από την Αφρική, τη Μέση Ανατολή ή άλλες περιοχές του Παγκόσμιου Νότου. Έτσι, η αποδοχή της μετανάστευσης δεν βασίζεται στην αναγνώριση της κοινής ανθρώπινης αξιοπρέπειας, αλλά σε κριτήρια φυλής, καταγωγής και οικονομικής χρησιμότητας.
Ο δυτικός κόσμος έχει αναλάβει τον ρόλο του καθορισμού του τι συνιστά «ορθή» ή «νόμιμη» μετανάστευση, θέτοντας αυστηρές προϋποθέσεις για το ποιος δικαιούται να μετακινηθεί και υπό ποιες συνθήκες. Στο βιβλίο της The “Ungrateful Refugee”, η Dina Nayeri περιγράφει πώς οι πρόσφυγες καλούνται διαρκώς να αποδεικνύουν ότι αξίζουν προστασία, ότι οι λόγοι φυγής τους είναι αρνητικές συγκυρίες (πχ. πόλεμος) και ότι είναι ευγνώμονες προς τις χώρες που τους υποδέχονται. Αντί να αντιμετωπίζονται ως άνθρωποι με θεμελιώδη δικαιώματα, συχνά μετατρέπονται σε αιτούντες αναγνώριση της ίδιας τους της ύπραξης.
Οι λόγοι που οδηγούν έναν άνθρωπο να εγκαταλείψει το σπίτι του, την οικογένειά του και τον τόπο του δεν χρειάζονται ιδιαίτερη ανάλυση. Είτε πρόκειται για πόλεμο, πολιτικές διώξεις, ακραία φτώχεια, περιβαλλοντικές καταστροφές ή έλλειψη προοπτικών, η απόφαση της μετανάστευσης είναι σχεδόν πάντοτε μια δύσκολη και επώδυνη επιλογή. Ωστόσο, η ανάγκη ενός ανθρώπου να αναζητήσει ασφάλεια, αξιοπρέπεια και καλύτερες συνθήκες ζωής δεν θα έπρεπε να απαιτεί διαρκή δικαιολόγηση, ιδιαίτερα απέναντι σε κράτη και διεθνείς δομές που συχνά συνέβαλαν ιστορικά ή οικονομικά στη δημιουργία των συνθηκών από τις οποίες οι άνθρωποι αυτοί προσπαθούν να ξεφύγουν.
Ο Gwilym David Blunt, στο έργο του “Illegal Immigration as Resistance to Global Poverty”, υποστηρίζει ότι η παράτυπη μετανάστευση μπορεί να ιδωθεί ως μια μορφή αντίστασης απέναντι σε ένα παγκόσμιο σύστημα που παράγει και αναπαράγει την ανισότητα και τη φτώχεια. Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, η μετακίνηση δεν αποτελεί μόνο πράξη επιβίωσης αλλά και διεκδίκηση αυτοδιάθεσης. Παράλληλα, ο Blunt υπογραμμίζει ότι τα πλούσια κράτη φέρουν ευθύνη να μην στηρίζουν ή να μην επωφελούνται από διεθνείς θεσμούς που οδηγούν σε συστηματικές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Η διάκριση μεταξύ «νόμιμων» και «παράτυπων» μεταναστών συχνά συγχέεται με μια ηθική διάκριση μεταξύ «καλών» και «κακών» ανθρώπων. Ωστόσο, το γεγονός ότι κάποιος δεν κατάφερε να ακολουθήσει τις επίσημες διαδικασίες δεν σημαίνει ότι οι λόγοι της μετανάστευσής του είναι λιγότερο βάσιμοι. Στις περισσότερες περιπτώσεις, όσοι μετακινούνται χωρίς τα απαραίτητα έγγραφα θα επέλεγαν μια ασφαλή και νόμιμη οδό εάν αυτή ήταν πραγματικά διαθέσιμη. Η περιθωριοποίηση ανθρώπων επειδή δεν διέθεταν τα μέσα ή τις ευκαιρίες για να μεταναστεύσουν νόμιμα αποτελεί μια βαθιά υποκριτική στάση σε έναν κόσμο όπου εκατομμύρια άνθρωποι υπήρξαν, είναι ή θα γίνουν μετανάστες κάποια στιγμή στη ζωή τους.
Η μετανάστευση αποτελεί διαχρονικό χαρακτηριστικό της ανθρώπινης ιστορίας. Οι κοινωνίες, οι πόλεις, οι κουλτούρες, οι πολιτισμοί, οι καθημερινές ζωές διαμορφώθηκαν μέσα από μετακινήσεις πληθυσμών, ανταλλαγές ιδεών και αλληλεπιδράσεις διαφορετικών κοινοτήτων. Η πολυπολιτισμικότητα δεν αποδυναμώνει τις κοινωνίες. Τις εμπλουτίζει. Οι φόβοι περί «αλλοίωσης» της κουλτούρας ή «απειλής» της εθνικής ταυτότητας συχνά βασίζονται περισσότερο σε πολιτικές αφηγήσεις παρά σε πραγματικά δεδομένα. Ακόμη όμως και όταν ανακύπτουν κοινωνικές προκλήσεις, η προστασία μιας αφηρημένης έννοιας εθνικής καθαρότητας δεν μπορεί να υπερισχύει των θεμελιωδών δικαιωμάτων ανθρώπων που αναζητούν ασφάλεια, ελευθερία και αξιοπρεπή ζωή.
Η αναγνώριση της μετανάστευσης ως θεμελιώδους ανθρώπινης ελευθερίας δεν σημαίνει κατάργηση των συνόρων ή απουσία πολιτικών διαχείρισης. Σημαίνει, όμως, ότι κάθε συζήτηση για τη μετανάστευση πρέπει να ξεκινά από μια βασική αρχή: κανένας άνθρωπος δεν είναι παράνομος και η ανθρώπινη αξιοπρέπεια δεν εξαρτάται από το διαβατήριο που κατέχει ή τη χώρα στην οποία γεννήθηκε.
Το έργο «Προς μια ανοιχτή, δίκαιη και βιώσιμη Ευρώπη στον κόσμο – Πρόγραμμα Προεδρίας της ΕΕ 2024–2026» συγχρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση και υλοποιείται από τους Global Focus, Grupa Zagranica, CARDET και CONCORD, την Ευρωπαϊκή Συνομοσπονδία ΜΚΟ που δραστηριοποιούνται σε θέματα βιώσιμης ανάπτυξης και διεθνούς συνεργασίας. Αριθμός έργου: 2024/459-484. Το περιεχόμενο αυτής της δημοσίευσης αποτελεί αποκλειστική ευθύνη του CARDET και δεν αντικατοπτρίζει απαραίτητα τις απόψεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Φωτεινή Σωκράτους,
Διαχειρίστρια Ευρωπαϊκών Προγραμμάτων, CARDET











