powered by inbusiness-news-logo cbn omada-logo celebrity-logo LOGO-PNG-108

Το Εφετείο απέρριψε έφεση του Γενικού Εισαγγελέα για αύξηση ποινής σε υπόθεση πρόκλησης σωματικής βλάβης

Το Εφετείο απέρριψε έφεση του Γενικού Εισαγγελέα για αύξηση ποινής σε υπόθεση απειλής, πρόκλησης σωματικής και βαριάς σωματικής βλάβης, κρίνοντας ότι αν και η επιβληθείσα ποινή της φυλάκισης 12 μηνών αντικειμενικά κρινόμενη παρουσιάζεται να είναι επιεικής, δεν μπορεί να λεχθεί ότι εκφεύγει του επιτρεπτού πλαισίου.

Όπως αναφέρεται στην απόφαση του Εφετείου ημερομηνίας 4 Ιουνίου ο καταδικασθέν αντιμετώπιζε τρεις κατηγορίες, επίθεσης προκαλούσας βαριά σωματική βλάβη, απειλής βιαιοπραγίας και επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη. 

Ο εφεσίβλητος παραδέχτηκε τις δύο τελευταίες κατηγορίες, ενώ, παρά την αποδοχή των γεγονότων που αφορούσαν την πρώτη κατηγορία, λόγω αμφισβήτησης της ύπαρξης βαριάς σωματικής βλάβης, δεν παραδέχτηκε την πρώτη κατηγορία.

Κατόπιν ακρόασης ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου, κρίθηκε ένοχος σε αυτήν, οπόταν το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε ποινές φυλάκισης 12, 4 και, επίσης, 4 μηνών στις κατηγορίες αντιστοίχως, με οδηγίες όπως αυτές συντρέχουν. Η επιβληθείσα φυλάκιση κρίθηκε να είναι άμεση.

Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, με τον πρώτο λόγο έφεσης, θεωρεί ότι οι επιβληθείσες ποινές φυλάκισης που έχουν επιβληθεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο είναι έκδηλα ανεπαρκείς, λαμβανομένων υπ' όψιν σωρευτικά, της σοβαρότητας των αδικημάτων, των προβλεπόμενων από τον Νόμο ποινών και της νομολογίας όπως έχει διαμορφωθεί, των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, της ανάγκης για επιβολή αποτρεπτικών ποινών και της ανάγκης για γενική και ειδική πρόληψη και αποτροπή.

Με τον δεύτερο λόγο έφεσης προβάλλεται ανεπάρκεια στις επιβληθείσες ποινές εφόσον θα έπρεπε να ήταν διαδοχικές και όχι συντρέχουσες, ενόψει του ότι αφορούσαν σε διαφορετικά γεγονότα.

Όπως αναφέρεται, «η ευπαίδευτη συνήγορος για τον εφεσείοντα ανέπτυξε την επιχειρηματολογία της στη βάση των όσων προβάλλονται στους λόγους έφεσης και την αιτιολογία αυτών, παραπέμποντας και σε σχετική νομολογία».

«Από την πλευρά του, ο εφεσίβλητος, εμφανιζόμενος αυτοπροσώπως προέβαλε τη θέση ότι επρόκειτο για ένα περιστατικό χωρίς σοβαρές επιπτώσεις, για το οποίο του επιβλήθηκε 12μηνη ποινή φυλάκισης την οποία έχει εκτίσει χωρίς διαμαρτυρία», προστίθεται.

Το Εφετείο αναφέρει ότι «δεν μας βρίσκουν σύμφωνους τα παράπονα της πλευράς του εφεσείοντα, ως προβάλλονται στους λόγους έφεσης».

«Από μελέτη των ενώπιόν μας στοιχείων, δεν διαπιστώνεται να υφίσταται το τι προβάλλεται στους λόγους έφεσης αυτούς. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε την ποινή την οποία, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, έκρινε ότι ήταν η ορθή», σημειώνει.

«Έχοντας δε υπ' όψιν την αρχή της συνολικότητας και της αναλογικότητας της ποινής και στη βάση του ότι πρόκειται για αδικήματα τα οποία διαπράχθηκαν στο πλαίσιο μίας ενιαίας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς από πλευράς του εφεσείοντα, επέβαλε συντρέχουσες ποινές με μέγιστη αυτή των 12 μηνών φυλάκισης», προσθέτει.

Το Εφετείο επισημαίνει παράλληλα ότι «έχει κατ' επανάληψη λεχθεί ότι επιβληθείσες ποινές σε προηγούμενες υποθέσεις είναι βοηθητικές αλλά όχι δεσμευτικές αφού κάθε περίπτωση εξαρτάται από τα δικά της ιδιαίτερα περιστατικά».

«Σε υποθέσεις αυτής της φύσης, σχετικοί παράγοντες περιλαμβάνουν τόσο τα γεγονότα της υπόθεσης όσο και την έκταση των σωματικών βλαβών που προκαλούνται στο θύμα και τις επιπτώσεις τους», εξηγεί, σημειώνοντας ότι «θα πρέπει να λεχθεί ότι οι περιπτώσεις στις οποίες παραπεμφθήκαμε αφορούν περιπτώσεις σοβαρότερων τραυματισμών και επιπτώσεων στα θύματά τους».   

«Δεν εντοπίζουμε σφάλμα στην πρωτόδικη κρίση, τέτοιο που να επιτρέπει την επέμβασή μας σε αυτήν. Η κρίση της πρωτόδικης απόφασης, επαναλαμβάνουμε, δεν θα πρέπει να γίνεται με βάση την υποκειμενική άποψη των μελών του Εφετείου, αλλά θα πρέπει να κρίνεται αντικειμενικά», αναφέρει.

Επέμβαση, σημειώνει, «χωρεί μόνο εκεί που, αντικειμενικά κρινόμενη, η ποινή είναι έκδηλα ανεπαρκής ή όπου διαπιστώνεται σφάλμα αρχής. Δεν εντοπίζουμε κάτι τέτοιο στην υπό κρίση υπόθεση».

«Αντικειμενικά κρινόμενη, η επιβληθείσα ποινή παρουσιάζεται να είναι επιεικής. Όμως, δεν μπορεί να λεχθεί ότι εκφεύγει, ως προς την επιδεικνυόμενη επιείκεια, του επιτρεπτού πλαισίου», αναφέρει.

Προσθέτει ότι «επιτρεπτή, επίσης, προβάλλει να είναι και η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου για επιβολή συντρεχουσών ποινών».

«Επρόκειτο μεν για ξεχωριστά περιστατικά, όμως, υπήρχε μεταξύ τους τόσο χρονική όσο και πραγματική συνάφεια τέτοια που να επέτρεπε να κριθούν συνολικά ως μέρος μίας συγκεκριμένης συμπεριφοράς από πλευράς εφεσίβλητου. Ούτε επί τούτου χωρεί επέμβασή μας», συνεχίζει το Εφετείο.

«Αβάσιμους κρίνουμε τους προβαλλόμενους λόγους έφεσης. Ως αποτέλεσμα, η παρούσα έφεση απορρίπτεται. Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται», καταλήγει.

Πηγή: ΚΥΠΕ