Μια δικαστική διαμάχη που ξεκίνησε το 2004 και πέρασε από τρεις ακυρωτικές αποφάσεις του Ανωτάτου, δεκάδες διαδικαστικές ενέργειες και τελικά μια αγωγή αποζημιώσεων, ολοκληρώθηκε στο Εφετείο με την επικύρωση αποζημίωσης €70.000 υπέρ επαγγελματία επιμετρητή και εκτιμητή, για την πολυετή άρνηση του Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου (ΕΤΕΚ) να τον εγγράψει ως μέλος του.
Το Εφετείο με απόφασή του ημερομηνίας 13 Μαΐου 2026, απέρριψε στο σύνολό της την έφεση του ΕΤΕΚ κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία επιδικάστηκε προς όφελος του επαγγελματία και εναντίον του ΕΤΕΚ ποσό €70.000 πλέον νόμιμων τόκων και εξόδων. Το ΕΤΕΚ προσέβαλε την απόφαση αυτή με δεκαέξι λόγους έφεσης, κρίνοντας την λανθασμένη.
Η υπόθεση αφορά επαγγελματία ο οποίος, κατέχοντας διεθνή επαγγελματικό τίτλο, υπέβαλε αίτηση εγγραφής στο ΕΤΕΚ, ως μέλος τους, στον Κλάδο της Επιμέτρησης και Εκτίμησης Γης, το 2004. Η αίτηση απορρίφθηκε, οδηγώντας σε προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο. Το Ανώτατο ακύρωσε την απόφαση, όμως το ΕΤΕΚ συνέχισε να αρνείται την εγγραφή του. Ακολούθησαν ακόμη δύο προσφυγές, οι οποίες επίσης έγιναν δεκτές, με την εγγραφή του επαγγελματία να πραγματοποιείται τελικά το 2012, οκτώ χρόνια μετά την αρχική του αίτηση.
Ο επαγγελματίας διεκδίκησε €630.000 ως απώλεια εισοδημάτων για την περίοδο κατά την οποία, όπως υποστήριξε, στερήθηκε τη δυνατότητα άσκησης του επαγγέλματός του. Το πρωτόδικο δικαστήριο του επιδίκασε αποζημίωση €70.000, κρίνοντας ότι η άρνηση εγγραφής συνιστούσε παράνομη διοικητική πράξη που του προκάλεσε πραγματική οικονομική ζημιά.
Στη συνέχεια, το ΕΤΕΚ άσκησε έφεση στην απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, όμως το Εφετείο απέρριψε όλους τους ισχυρισμούς του. Στην απόφασή του αναφέρει ότι «η αμφισβητούμενη ενδιάμεση απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι ορθή», ενώ σε άλλο σημείο σημειώνει ότι «δεν προκύπτουν σφάλματα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας ως έχουν προωθηθεί από τους εφεσείοντες».
Το Εφετείο επιβεβαίωσε ότι η ζημιά ήταν άμεση συνέπεια των ακυρωθεισών αποφάσεων, επισημαίνοντας ότι «η αποζημίωση δυνάμει του Άρθρου 146.6 δίδεται για ζημιά άμεσα προκληθείσα από την ακυρωθείσα απόφαση». Απέρριψε επίσης τον ισχυρισμό του ΕΤΕΚ ότι ο εφεσίβλητος δεν υπέστη απώλεια εισοδημάτων επειδή εργαζόταν ανεπίσημα σε εκτιμητικό γραφείο.
Το Δικαστήριο επανέλαβε τη νομολογιακή αρχή ότι η αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων ανήκει στο πρωτόδικο δικαστήριο, σημειώνοντας ότι «το Εφετείο σπάνια επεμβαίνει εκτός αν τα ευρήματα είναι παράλογα ή αυθαίρετα», κάτι που δεν ίσχυε στην παρούσα υπόθεση, σύμφωνα με την απόφαση.
Σε ό,τι αφορά τη στάση που διατηρούσε το ΕΤΕΚ, το οποίο, παρά τις επανειλημμένες ακυρωτικές αποφάσεις, συνέχισε να αρνείται την εγγραφή του εφεσιβλήτου, το Εφετείο σημείωσε ότι η συμπεριφορά αυτή «δικαιολογεί την επιδίκαση σε κάποιον βαθμό αυξημένων αποζημιώσεων», αν και διευκρινίζει ότι «δεν πρόκειται για τιμωρητικές αποζημιώσεις».
Τελικά, το Εφετείο κατέληξε ότι η αποζημίωση των €70.000 ήταν εύλογη και τεκμηριωμένη, απορρίπτοντας την έφεση στο σύνολό της και επιβεβαιώνοντας την πρωτόδικη κρίση.
Πηγή: ΚΥΠΕ











