Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια το κύρος των θεσμών έχει φθαρεί, για μια σειρά από λόγους, κυρίως λόγω των χειρισμών και των αποφάσεων που λήφθηκαν ή δεν λήφθηκαν σε σημαντικές υποθέσεις. Από τη μία, η επίκληση του «δημοσίου συμφέροντος» για την παροχή ασυλίας σε αξιωματούχους και επώνυμα πρόσωπα που διέπραξαν ποινικά αδικήματα, σε πλήρη αντίθεση με τη δήλωση του Αρχηγού ότι ουδείς είναι υπεράνω του νόμου. Από την άλλη, οι διστακτικοί χειρισμοί σε πολύκροτα σκάνδαλα, σε συνδυασμό με αποτυχημένες προσπάθειες στοιχειοθέτησης σοβαρών υποθέσεων, δημιούργησαν συνθήκες αμφισβήτησης και καχυποψίας.
Υπό αυτά τα δεδομένα, και ενώ ένα μεγάλο ποσοστό της κοινωνίας θεωρεί επιτακτική ανάγκη την κάθαρση σε όλα τα επίπεδα, οι οποιεσδήποτε καταγγελίες σε βάρος συγκεκριμένων αξιωματούχων ή θεσμών -οι οποίοι συχνά βρίσκονται στο επίκεντρο των επικρίσεων- δεν πέφτουν σε τείχος. Αντιθέτως, πατούν πάνω σε ένα ήδη διαμορφωμένο υπόβαθρο δυσπιστίας, δίνοντας έρεισμα σε κάθε ισχυρισμό, είτε προέρχεται σήμερα από την «Σάντη», είτε προηγουμένως από την «Annie» ή την «Emily Tomson», με αποτέλεσμα η αμφισβήτηση ενισχύεται.
Η εικόνα που δημιουργήθηκε και που αναμφίβολα πλήττει το κράτος δικαίου, δεν μπορεί εύκολα να ανατραπεί. Όσες προσπάθειες και αν καταβληθούν, το πλέγμα αναξιοπιστίας που έχει καλύψει αξιωματούχους που αποτελούν κρίσιμα γρανάζια στην απονομή της δικαιοσύνης, βαθαίνει την κρίση στους θεσμούς και δεν μπορεί να αποκαταστήσει την χαμένη εμπιστοσύνη των πολιτών. Είναι για αυτό το λόγο που η αντικατάσταση ή η παραίτηση συγκεκριμένων προσώπων, ως μέσο εκτόνωσης, μοιάζει πλέον ως η μόνη διέξοδος.
Η υπόθεση της «Σάντη» δεν είναι απλά άλλη μία υπόθεση με την οποία δοκιμάζεται η εμπιστοσύνη των πολιτών. Το μεγαλύτερο διακύβευμα δεν αφορά μόνο τη διερεύνηση των συγκεκριμένων καταγγελιών και την ουσία των ισχυρισμών, αλλά τη θωράκιση των θεσμών και του κράτους δικαίου. Και ακριβώς σε αυτό το σημείο εντοπίζεται η αποτυχία του κράτους. Και αυτό διότι, εδώ και τρεις εβδομάδες η κατάσταση δεν ελέγχεται, αντιθέτως εκτροχιάζεται κάθε μέρα όλο και περισσότερο. Όλοι οι εμπλεκόμενοι βρίσκονται σε θέσεις μάχης, ενώ οι θεσμοί, εμφανώς αμήχανοι στο αρχικό στάδιο, άφησαν την κατάσταση να επιδεινωθεί και να φτάσει στο σημερινό σημείο.
Δηλώσεις επί δηλώσεων, διαδοχικές καταγγελίες, αντιφατικοί ισχυρισμοί, δημοσιοποίηση μηνυμάτων και ηχητικών, ανεξέλεγκτες διαρροές, παιχνίδια στρατηγικής, λανθασμένη επικοινωνιακή διαχείριση και ανελέητες δημόσιες συγκρούσεις συνθέτουν το σκηνικό. Και μέσα σε αυτό το χάος, η θεσμική αντίδραση -για ακόμη μία φορά- αποδεικνύεται κατώτερη των περιστάσεων, με αποτέλεσμα το κράτος να διασύρεται και οι θεσμοί να απαξιώνονται. Και αυτό διότι επιτράπηκε σε μια υπόθεση να εξελιχθεί ανεξέλεγκτα, με την έρευνα που διεξάγεται -με όποιον τρόπο διεξάγεται- να κινδυνεύει να καταστεί, στα μάτια των πολιτών, ακόμη και άνευ ουσίας.
Και εδώ βρίσκεται η κρίσιμη καμπή. Γιατί ακόμη και αν αποδειχθεί ότι όλα είναι ψευδή και κατασκευασμένα από μια «δαιμόνια» γυναίκα, που κατάφερε να ξεγελάσει τους πάντες και να συνέθεσε ολόκληρες ιστορίες και γεγονότα με τρόπο που θα ζήλευε ο κάθε σεναριογράφος, η ζημιά έχει ήδη γίνει. Και αυτό που ζητά σήμερα η κοινωνία, μετά τα όσα έχουν καταγραφεί σε αυτές τις τρεις εβδομάδες, δεν είναι μόνο το αποτέλεσμα των ερευνών, αλλά πειστικές και τεκμηριωμένες απαντήσεις, μέσα από διαδικασίες που να εμπνέουν εμπιστοσύνη, χωρίς όμως αυτό να έχει μέχρι σήμερα διασφαλιστεί.
Όχι επειδή δεν πρέπει να αποδοθούν ευθύνες, ακριβώς το αντίθετο, σε κάθε σενάριο. Αλλά επειδή οι λανθασμένοι χειρισμοί, κυρίως από πλευράς Αστυνομίας, έχουν ήδη διαμορφώσει αντιλήψεις, ενδεχομένως και λανθασμένες, και αυτές οι αντιλήψεις δύσκολα ανατρέπονται, ειδικότερα από την μερίδα των πολιτών, που στα μάτια τους θεσμοί βρίσκονται σε ανυποληψία.
Και για αυτό, οι ευθύνες της Αστυνομίας και του Αρχηγού τους, ο οποίος καθοδηγεί τις έρευνες και τις αποφάσεις, είναι βαριές. Με την ανοχή του -έμμεση ή άμεση- ξεκίνησε μια διαδικασία επιλεκτικών διαρροών, που δημιούργησαν την εντύπωση ότι εξυπηρετούνται σκοπιμότητες. Όταν μάλιστα διαρρέει ακόμη και το περιεχόμενο της κατάθεσης της Σάντη, λίγες ώρες μετά που λήφθηκε, χωρίς καμία ουσιαστική αντίδραση από τον Αρχηγό, τότε το μήνυμα που εκπέμπεται είναι συγκεκριμένο. Ειδικότερα, όταν σε άλλες υποθέσεις επιλέγεται η πλήρης σιωπή, όπως στην υπόθεση του Videogate, όπου εδώ και μήνες δεν έχει διαρρεύσει απολύτως τίποτα, καθώς και η υπόθεση των ΤΑΚΑΤΑ, για την οποία η Αστυνομία αρνείται πεισματικά να απαντήσει ακόμη και σε βασικά ερωτήματα.
Η επιλεκτικότητα αυτή δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη, αντιθέτως δημιουργεί σκιές. Στην εξίσωση βέβαια προστέθηκε και η χθεσινή στάση του Αρχηγού, ο οποίος εδώ και τρεις εβδομάδες, έκρινε πως οι διαρροές -στα μέτρα που η Αστυνομία επιθυμεί- είναι αρκετές. Ο Θεμιστός Αρναούτης περιορίστηκε στην ανάγνωση μιας σύντομης γραπτής δήλωσης που κρατούσε στα χέρια του, χωρίς δυνατότητα τοποθέτησης εκτός κειμένου. Αρνήθηκε να απαντήσει σε ερωτήσεις, απαξιώνοντας την κοινωνία, ενώ δημιούργησε την εντύπωση πως είτε φοβόταν τον αντίλογο είτε γενικότερα αδυνατεί στο να δίνει απαντήσεις, όπως έπραξαν εκπρόσωποι της Κυβέρνησης.
Ο Αρχηγός Αστυνομίας, το μόνο που κατάφερε μετά την χθεσινή του δίλεπτη τοποθέτηση, είναι να ενισχύσει τις αρνητικές εντυπώσεις, εξού και τα εκατοντάδες σχόλια στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Όχι μόνο γιατί απέφυγε την ουσία, αλλά γιατί επέλεξε τη συσκότιση αντί της διαφάνειας, την οποία ο ίδιος επικαλέστηκε, χωρίς ωστόσο να μπορεί να την υποστηρίξει.
Από όποια οπτική και αν το δει κανείς, οι χειρισμοί έχουν ήδη πλήξει την ακεραιότητα της έρευνας. Μια διαδικασία που όφειλε να διασφαλιστεί από την πρώτη στιγμή, ώστε το αποτέλεσμά της να μην επιδέχεται αμφισβήτηση, μετατράπηκε σε πεδίο αντιφάσεων. Και αν σε αυτό απέτυχε ο Αρχηγός Αστυνομίας, ο υπουργός Δικαιοσύνης όφειλε να παρέμβει και από εκεί και πέραν η ίδια η Κυβέρνηση, θωρακίζοντας την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Και ενώ η κοινωνία παρακολουθεί, οι θεσμοί συνεχίζουν να κινούνται με καθυστέρηση. Χρειάστηκε μια εβδομάδα για να ληφθεί η απόφαση αποστολής στοιχείων στην Europol, ενώ μέχρι σήμερα δεν έχουν διοριστεί ανεξάρτητοι ανακριτές, μια κίνηση που θα μπορούσε να προστατεύσει τη διαδικασία και τους ίδιους τους θεσμούς.
Την ίδια ώρα, η στάση της Νομικής Υπηρεσίας -ως βασικότερου κρίκου στην αλυσίδα της απονομής της δικαιοσύνης- δημιουργεί εύλογα ερωτήματα. Ενώ αρχικά αφέθηκε να διαρρεύσει ότι δεν θα υπάρξει ανάμιξη, στη συνέχεια προκύπτει συμμετοχή σε συσκέψεις, δίνοντας οδηγίες στην Αστυνομία για τον περαιτέρω χειρισμό.
Το αποτέλεσμα είναι ένα θολό τοπίο, όπου είτε οι θεσμοί εμφανίζονται να ελέγχουν τους εαυτούς τους, είτε ενισχύεται το αφήγημα ότι μια υπόθεση -αληθινή ή κατασκευασμένη- έχει καταφέρει να παρασύρει ολόκληρο το σύστημα.
Σε κάθε περίπτωση, τα όσα καταγράφονται και με τον τρόπο που εξελίσσεται η υπόθεση, δεν παραπέμπουν σε εικόνα σοβαρού κράτους. Εδώ και εβδομάδες η κρίση αντί να εκτονώνεται, κλιμακώνεται. Και μέσα σε αυτή την κατάσταση, όλοι μετρούν απώλειες. Τις μεγαλύτερες όμως τις δέχεται το ίδιο το κράτος, η πολιτεία και οι θεσμοί, που με τους χειρισμούς δίνουν έδαφος για περαιτέρω απαξίωση.
Εξάλλου, στο τέλος της ημέρας, αυτό που μένει δεν είναι μόνο ποιος έχει δίκιο. Αυτό θα διαφανεί στην πορεία, αργά ή γρήγορα. Είναι ότι το κράτος δεν κατάφερε να προστατεύσει τον εαυτό του. Δεν κατάφερε να προστατεύσει τους θεσμούς του και τη διαδικασία που όφειλε να εμπνέει εμπιστοσύνη. Από την άλλη, το γεγονός ότι μια «Σάντη», ανεξαρτήτως του τι πραγματικά ισχύει, μπόρεσε να σύρει ολόκληρο το σύστημα σε αυτή την κατάσταση, είναι από μόνο του τραγικό. Γιατί αυτό δεν συνιστά απλώς μια αποτυχία χειρισμών, συνιστά μια θεσμική κατάρρευση, με την εικόνα που έχει διαμορφωθεί -με όσα συνθέτουν το σκηνικό- να μην παραπέμπουν σε ένα σοβαρό κράτος δικαίου, αλλά στην παράσταση το μεγάλο μας τσίρκο.











