Τα παιχνίδια διαρροών στην Αστυνομία σε συγκεκριμένες υποθέσεις, σε αντίθεση με άλλες που επικρατεί συσκότιση (σ.σ βλέπε videogate, takata, υπόθεση Σιζόπουλου, κτλ) λίγο πολύ έχουν γίνει πλέον κατανοητά στο ευρύ κοινό. Και δεν πρόκειται για σεναριολογία, αλλά για δεδομένα. Εξάλλου, εδώ και τρεις μήνες δεν μάθαμε ούτε και για ένα πρόσωπο που κλήθηκε για κατάθεση για το videogate. Στην περίπτωση δε των ερευνών για το σκάνδαλο με τους ΤΑΚΑΤΑ, εδώ και οκτώ μήνες, επικρατεί το απόλυτο σκοτάδι. Και στις δύο υποθέσεις ελέγχονται γνωστά πρόσωπα, ωστόσο ουδείς γνωρίζει το περιεχόμενο των καταθέσεων τους.
Ωστόσο, υπάρχουν και περιπτώσεις, (σ.σ θεωρητικά αναλόγως ατζέντας) που οι διαρροές είναι πιο γρήγορες και από την διερεύνηση. Που αν η διερεύνηση πραγματοποιείτο με τον ίδιο ρυθμό, ενδεχομένως οι έρευνες να ολοκληρώνονταν και πιο νωρίς, χωρίς να περνούν μήνες ή και χρόνια.
Επί του προκειμένου, το ζητούμενο έγκειται στην σπουδή της Αστυνομίας -αφού μόνο αυτή γνώριζε- της διαρροής του περιεχομένου της κατάθεσης της Σάντη, που πρωταγωνιστεί στις καταγγελίες του Μακάριου Δρουσιώτη και πλέον και του δικηγόρου της, Νίκου Κληρίδη.
«Πηγές» από την Αστυνομία θέλησαν να ενημερώσουν την κοινή γνώμη, πως η εν λόγω γυναίκα κλήθηκε δύο φορές για κατάθεση. Θέλησαν επίσης να γνωστοποιήσουν πως επιβεβαίωσε πως γνώριζε τον πρώην Δικαστή, αλλά διαψεύδει όλα τα υπόλοιπα. Δηλαδή, τα περί Αδελφότητας, ενώ παραδέχθηκε -κατά τις πηγές- ότι τα μηνύματα είναι ψεύτικα.
Και το ερώτημα είναι το εξής: Αφού παραδέχθηκε κατάρτιση πλαστών μηνυμάτων, γιατί δεν συνελήφθη την ίδια ώρα για αυτό το χάος που έχει δημιουργήσει, που έχει ως αποτέλεσμα να πλήττονται κορυφαίοι θεσμοί και να εκτίθενται τα κατ΄ ισχυρισμό εμπλεκόμενα πρόσωπα; Γιατί δεν βρίσκεται ήδη υπό κράτηση, ώστε να οδηγηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου;
Ωστόσο, οι ίδιες πηγές, ανέφεραν πως οι ισχυρισμοί της αντιμετωπίζονται με προβληματισμό και θα διερευνηθούν, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο να ανέφερε όσα ανέφερε γιατί βρίσκεται υπό το καθεστώς φόβου.
Και το ερώτημα είναι το εξής: Αφού ενδεχομένως να βρίσκεται υπό το καθεστώς φόβου, ποιος ο λόγος της διαρροής του περιεχομένου της κατάθεσης της; Για να νιώσει ασφάλεια;
Το ζητούμενο δεν είναι εάν οι ισχυρισμοί ανταποκρίνονται ή όχι στην πραγματικότητα. Αυτό είναι κάτι που θα διαφανεί από τις έρευνες. Το ζητούμενο είναι η στάση της Αστυνομίας, που στο ενδεχόμενο και μόνο οι ισχυρισμοί να είναι βάσιμοι, αντί να στήσει δίκτυ προστασίας στο πιθανό θύμα σεξουαλικής κακοποίησης, το εκθέτει ακόμη περισσότερο και του δημιουργεί ακόμη περισσότερη ανασφάλεια και φόβο. Και ποιος το πράττει αυτό; Το ίδιο το Σώμα Ασφαλείας ενός κατά τα άλλα κράτους δικαίου που υποτίθεται θα πρέπει να παρέχει ασφάλεια στους πολίτες του και όχι να τους εκθέτει σε μεγαλύτερο κίνδυνο. Αν δεν μπορεί να το πράξει αυτό, οι ευθύνες του Αρχηγού του Σώματος, είναι βαρύτητες και στην αποστολή του έχει αποτύχει.
Και αν όλα αυτά δεν είναι με την συναίνεση του Αρχηγού και τον βρίσκουν αντίθετο, ήδη θα έπρεπε να διατάξει έρευνα στην βάση των ίδιων του οδηγιών, ημερομηνίας 20/12/2024 υπό τον τίτλο «Εχεμύθεια κατά την διερεύνηση Ποινικών και Πειθαρχικών Υποθέσεων»: ...οι πρόνοιες της Αστυνομικής Διάταξης 1/19 που αναφέρονται στην Εχεμύθεια οι οποίες καθορίζουν ότι κάθε μέλος της Αστυνομίας, δεν πρέπει για κανένα λόγο να συζητεί με οποιοδήποτε πολίτη τις αστυνομικές ενέργειες ή τις υποθέσεις που εξετάζονται. Ακόμη και σχόλια μπορούν να επηρεάσουν τους σκοπούς της δικαιοσύνης και να προκαλέσουν μεγάλο κακό, χωρίς βέβαια να υπάρχει τέτοια πρόθεση. Αποτελεί καθήκον κάθε μέλους της Αστυνομίας να χειρίζεται με απόλυτη εχεμύθεια οποιεσδήποτε πληροφορίες του παρέχονται λόγω της αστυνομικής του ιδιότητας».
Επίσης, στην ίδια οδηγία του κ. Αρναούτη, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Επισύρεται η προσοχή των μελών και στις πρόνοιες του πειθαρχικού κώδικα που παραπέμπουν στο πειθαρχικό αλλά και στο ποινικό αδίκημα της διαφθοράς και προβλέπουν, ότι μέλος της Αστυνομίας έχει διαπράξει «πράξη διαφθοράς» ή «πράξη εν δυνάμει διαφθοράς» εάν και εφόσον πράξει οτιδήποτε από τα ακόλουθα: Διαρρέει πληροφορίες ή ενημερώνει Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης ή Κοινωνικής Δικτύωσης για ζητήματα διαβαθμισμένα ως άκρως απόρρητα, απόρρητα ή εμπιστευτικά υπηρεσιακά ή για την πρόοδο ή/και πορεία ή/και διερεύνηση σοβαρών ποινικών υποθέσεων».
Υ.Γ Ούτε ένας χρόνος δεν πέρασε από την απόφαση του ΕΔΑΔ που αποτέλεσε χαστούκι για την Κύπρο, σε υπόθεση σεξουαλικής κακοποίησης, όπου μεταξύ άλλων ανέφερε: «Οι Αρχές δεν προσπάθησαν να σταθμίσουν τα αντικρουόμενα αποδεικτικά στοιχεία και δεν κατέβαλαν συνεπείς προσπάθειες να διαπιστώσουν τα γεγονότα, μέσω μίας αξιολόγησης που να λαμβάνει υπόψιν την ευαισθησία. Οι ελλείψεις των εθνικών Αρχών, και συγκεκριμένα οι μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν για να αξιολογήσουν την αυθεντικότητα της συναίνεσης της αιτήτριας, όχι απλώς της στέρησαν την απαραίτητη προστασία αλλά την εξέθεσαν και σε δευτερογενή θυματοποίηση, η οποία επίσης συνιστά διάκριση».
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ: Όταν αναθέτεις έρευνα βιασμού σε λοχία που συνελήφθη για σεξουαλική παρενόχληση, η αξιοπιστία καταρρέει…











