Η διαρροή φωτογραφιών και βίντεο από σκηνές εγκλημάτων που ανταλλάζονται μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, όπως συνέβη στην περίπτωση της δολοφονίας του επιχειρηματία Σταύρου Δημοσθένους, αλλά και της αυτοχειρίας αστυνομικού στη Λεμεσό, ο οποίος πυροβόλησε τη σύζυγό του, τον περασμένο Ιούνιο, απασχολεί τη Βουλή η οποία ανοίγει τη συζήτηση για το θέμα, καθότι εντοπίζεται κενό σε σχέση με τον έλεγχο των πολιτών που προβαίνουν σε τέτοιες ενέργειες.
Πρόκειται για ένα ζήτημα που χρονίζει, αφού μπορεί οι περιπτώσεις του Σταύρου Δημοσθένους, αλλά και της αυτοχειρίας στη Λεμεσό να ήταν οι πιο πρόσφατες που καταγράφηκαν, ωστόσο, στο παρελθόν είχαν καταγραφεί και άλλα, τέτοιας φύσεως περιστατικά, διαρροής φωτογραφιών νεκρών.
Τα τελευταία χρόνια καταγράφηκαν συνολικά τέσσερα τέτοιας φύσεως περιστατικά, μεταξύ των οποίων περίπτωση που διέρρευσαν φωτογραφίες νεκρού από σκηνή εγκλήματος, οι οποίες τραβήχτηκαν από πολύ κοντινή απόσταση. Μάλιστα, οι εν λόγω φωτογραφίες, που βρέθηκαν στο κινητό του βαρυποινίτη που είχε καταγγελθεί για τις παράνομες συνομιλίες του με τον τότε Διοικητή της ΥΚΑΝ, Μιχάλη Κατσουνωτό, βρίσκονταν στο μαρτυρικό υλικό που διαβιβάστηκε στην Νομική Υπηρεσία, χωρίς ωστόσο να υπάρξει αντίδραση.
Είναι δεδομένο πως η διαρροή τέτοιων φωτογραφιών, σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις, δεν γίνεται από πολίτες ή δημοσιογράφους, καθώς οι σκηνές αποκλείονται σε μεγάλη ακτίνα και δεν υπάρχει πρόσβαση σε κανένα, πλην των επί καθήκοντι αστυνομικών που μεταβαίνουν στον εκάστοτε χώρο.
Για παράδειγμα, στην περίπτωση του Σταύρου Δημοσθένους, οι φωτογραφίες που είχαν διαρρεύσει ήταν από το νεκροτομείο, όπου μπορεί να βρεθεί μόνο ιατρικό προσωπικό και αστυνομικοί, με την έρευνα να οδηγεί τελικώς σε μέλος της Δύναμης. Παρόλα αυτά, από τη διερεύνηση που ακολούθησε, έπειτα από καταγγελία του τότε υπουργού Υγείας, Μιχάλη Δαμιανού, η Νομική Υπηρεσία κατέληξε ότι δεν στοιχειοθετούνται ποινικά αδικήματα, παρά τις νομοθεσίες που αφορούν τους αστυνομικούς αναφορικά με διαρροές εμπιστευτικών δεδομένων.
Αντίθετα, στην περίπτωση της απόπειρας φόνου και της αυτοχειρίας αστυνομικού στη Λεμεσού, ενδεχομένως το φωτογραφικό υλικό και τα βίντεο που διέρρευσαν να λήφθηκαν από πολίτη ή πολίτες, δεδομένου ότι στη σκηνή υπήρχαν περαστικοί, πριν φθάσουν στο σημείο μέλη της Αστυνομίας για να αποκλείσουν την περιοχή, χωρίς να αποκλείεται ωστόσο, η διαρροή να έχει και από υπηρεσιακούς.
Το θέμα ενεγράφη στη Βουλή από τον βουλευτή του ΔΗΣΥ, Μιχάλη Κουνούνη, ο οποίος μιλώντας στον REPORTER, ανέφερε πως το ενέγραψε, αφού εδώ και χρόνια παρατηρεί το φαινόμενο της διαρροής φωτογραφικού υλικού από οποιονδήποτε. Όπως εξήγησε, «επειδή υπάρχουν ανήλικα, οικογένειες, φανταστείτε να βλέπουν αυτοί οι άνθρωποι να διακινούνται αυτές οι φωτογραφίες. Άρα θέλουμε να μπουν κάποιες φραγές, γιατί είναι σοβαρό το ζήτημα».
Σημείωσε εξάλλου «φανταστείτε να βλέπετε το δικό σας άνθρωπο δολοφονημένο ή τραυματισμένο. Πρέπει να ξέρουν ότι υπάρχουν ποινές. Τα βλέπουμε εδώ και χρόνια και τα συζητάμε. Εμείς θα κάνουμε μια συζήτηση για να δούμε πως μπορούμε να προστατεύσουμε αυτούς τους ανθρώπους».
Μιλώντας στον REPORTER, ο νομικός, Δημήτρης Απαισιώτης, κλήθηκε να σχολιάσει το θέμα που θα συζητηθεί στην Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, αναφέροντας ότι σε σχέση με τους αστυνομικούς, ο νόμος είναι ρυθμισμένος σε σχέση με τη διαρροή οπτικού υλικού και φωτογραφιών, με βάση το Άρθρο 135, Κεφ. 154 του Ποινικού Κώδικα που αφορά την παραβίαση υπηρεσιακού απόρρητου και αποκάλυψη κρατικού απόρρητου, αλλά και τις διαταγές που εκδίδει ο Αρχηγός Αστυνομίας, ωστόσο για τους πολίτες φαίνεται ότι προκύπτει κενό.
Όπως εξήγησε, «εάν δούμε το Νόμο περί προστασίας προσωπικών δεδομένων, δεν εμπίπτει σε αυτόν, διότι αναφέρεται σε "ζωντανό". Όταν είσαι νεκρός δεν έχεις προσωπικά δεδομένα. Άρα υπάρχει ένα κενό. Έρχεται ο Ποινικός Κώδικας στο Άρθρο 202, Κεφ.154 και αναφέρεται σε αδίκημα προσβολής μνήμης αποθανόντος. Το συγκεκριμένο έχει αυστηρές ασφαλιστικές δικλείδες, μιλά για κακόβουλη ή βάναυση εξύβριση. Ως εκ τούτου, ούτε από τον εν λόγω νόμο δεν μπορεί να διωχθεί πολίτης, γιατί δεν θεωρείται εξύβριση η ενέργειά του».
Επανέλαβε εξάλλου, ότι εάν κάποιος είναι σε δημόσιο χώρο και φωτογραφίσει ένα νεκρό πρόσωπο που όπως εξήγησε προηγουμένως δεν έχει προσωπικά δεδομένα, φαίνεται ότι προκύπτει κενό στο Νόμο.
Σημείωσε ακόμα ότι «εάν μια σκηνή είναι αποκλεισμένη και υπάρχει διαρροή από αστυνομικό, τότε προκύπτουν πειθαρχικά παραπτώματα, διότι υπάρχει διαταγή από τον Αρχηγό Αστυνομίας, που λέει ότι όταν τα μέλη είναι στη σκηνή και λαμβάνουν οπτικό υλικό, χρησιμοποιείται στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης και απαγορεύεται η αποστολή η δημοσίευσή τους».
Όπως είπε «αν για παράδειγμα αυστηροποιήσουν το νόμο για να ελέγχει ότι κάποιος ανήρτησε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μια φωτογραφία, τότε θα πρέπει η Υποδιεύθυνση Ηλεκτρονικού Εγκλήματος να βρει τον λογαριασμό που το ανήρτησε, μέσω του IP Address. Άρα χρειάζεται μια διεργασία και μέχρι να γίνει όλη αυτή η διαδικασία, θα έχει το αρχείο στην κατοχή του, μεγάλος αριθμός προσώπων.
Όπως επισήμανε εξάλλου, «αυτό το υλικό δεν αναρτάται συνήθως, αλλά ανταλλάζεται μέσω μηνυμάτων από πλατφόρμες και σε κάποιες από αυτές, δεν μπορεί η Αστυνομία να βρει την πρωτογενή πηγή. Άρα, είναι εξαιρετικά δύσκολο να μπορέσουν να το ρυθμίσουν νομοθετικά και να εντοπίζουν το πρόσωπο που διαρρέει τέτοιας φύσεως υλικό».
Το θέμα που τίθεται στην προκειμένη περίπτωση για τους πολίτες, είναι ηθικό και όχι ποινικό, αφού διερωτάται κάποιος γιατί ένας άνθρωπος να θέλει να αποθανατίσει ένα νεκρό και να διαρρεύσει το συγκεκριμένο υλικό στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ως εκ τούτου, ακόμα και να ρυθμιστεί νομοθετικά, ενδεχομένως οι Αρχές να μην καταφέρνουν να φθάσουν στην πρωτογενή πηγή.
Ωστόσο, το μεγάλο ζήτημα, είναι οι διαρροές από υπηρεσιακούς, όπως αστυνομικοί, ιατρικό προσωπικό και λοιπά. Παρά το γεγονός ότι υπόκεινται στο νόμο, αλλά και ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι σε ορισμένες περιπτώσεις άρχισαν ποινικές διαδικασίες εναντίον συγκεκριμένων προσώπων, δεν οδήγησαν σε διώξεις, παρά μόνο διερεύνηση πειθαρχικών αδικημάτων, γεγονός που ενισχύει το αίσθημα σε όσους θέλουν να προβούν σε τέτοιες ενέργειες, να το πράξουν, χωρίς να ανησυχούν ότι θα οδηγηθούν ενώπιον Δικαστηρίου και θα βρεθούν αντιμέτωποι με το νόμο.











