Το δρόμο για ποινικές διώξεις, εάν δεν αποφασίσει το αντίθετο η Νομική Υπηρεσία όπως έπραξε σε άλλα πορίσματα, άνοιξε σε πέντε υποθέσεις η Αρχή κατά της Διαφθοράς, η οποία έβαλε το υπόβαθρο για ποινική διερεύνηση, ενώ σε μια από αυτές, προχώρησε σε εισήγηση για ποινική δίωξη, η οποία ωστόσο... προσέκρουσε στην Νομική Υπηρεσία, ενώ οι υπόλοιπες βρίσκονται σκαλωμένες, με τους ρυθμούς των ερευνών να κινούνται με εξαιρετικά αργούς ρυθμούς.
Από το 2023, οπότε συστάθηκε η Αρχή κατά της Διαφθοράς, εξετάστηκαν εκατοντάδες καταγγελίες, η πλειοψηφία των οποίων απορρίφθηκε, ενώ πέντε από αυτές οδηγήθηκαν στον Γενικό Εισαγγελέα όπως προνοεί η νομοθεσία, χωρίς ωστόσο να καταγράφονται ουσιαστικές εξελίξεις. Αντιθέτως, έχει παρέλθει μεγάλος χρόνος, χωρίς να διαπιστώνεται ιδιαίτερος ζήλος -όπως σε άλλες περιπτώσεις- προκειμένου οι υποθέσεις να οδηγηθούν ενώπιον Δικαστηρίου, εάν αυτή είναι η απόφαση της Νομικής Υπηρεσίας, η οποία έχει την εξουσία να ανατρέψει τις εισηγήσεις της Αρχής κατά της Διαφθοράς.
Αυτό έπραξε εξάλλου και στην πρώτη υπόθεση διαβιβάστηκε ενώπιον του Γενικού Εισαγγελέα, αυτή που αφορούσε τις καταγγελίες για αναστολές ποινικών διώξεων σε πρώην πελάτες του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα, Σάββα Αγγελίδη, για την οποία η Αρχή κατά της Διαφθοράς εισηγήθηκε την ποινική δίωξη του Μιχάλη Κατσουνωτού, που ήταν εμπλεκόμενος, και ο οποίος αρνήθηκε να συνεργαστεί και να απαντήσει στις ερωτήσεις των ερευνητών.
Εντούτοις, παρά την εισήγηση της Αρχής, ο Γενικός Εισαγγελέας για τρίτη φορά είπε «όχι» στην δίωξη του Μιχάλη Κατσουνωτού, ενώ δεν προχώρησε ούτε η ιδιωτική ποινική σε βάρος του που είχε προαναγγείλει η Αρχή κατά της Διαφθοράς.
Έκλεισε χρόνο η υπόθεση Σιζόπουλου
Τελευταίος «σταθμός», αποτελεί η πολύκροτη υπόθεση του βιβλίου «Κράτος Μαφία», για την οποία διορίστηκαν ανεξάρτητοι ερευνητές από το Υπουργικό Συμβούλιο ώστε να διερευνηθούν τα πιθανά ποινικά αδικήματα που υπέδειξαν οι ερευνητές η Αρχή κατά της Διαφθοράς, με τις έρευνες να αναμένονται χρονοβόρες, παρά το χρονοδιάγραμμα έξι μηνών, αν ληφθεί υπόψη ο όγκος του μαρτυρικού υλικού αλλά και το γεγονός ότι οι έρευνες της Αρχής διήρκησαν περίπου δύο χρόνια.
Υπενθυμίζεται ότι το πόρισμα των ερευνητών της Αρχής, αποδίδει στον τέως Πρόεδρο της Δημοκρατίας Νίκο Αναστασιάδη διάπραξη ενδεχόμενων ποινικών αδικημάτων για επτά διαφορετικές περιπτώσεις. Ανάμεσα σε άλλους, διάπραξη πιθανών αδικημάτων για δύο διαφορετικές περιπτώσεις αποδίδει στον τέως Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα Ρίκκο Ερωτοκρίτου, για τρεις διαφορετικές περιπτώσεις στον πρώην πρόεδρο Επαρχιακού Δικαστηρίου Χάρη Σολομωνίδη, για μία περίπτωση τον πρώην υπουργό Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος Νίκο Κουγιάλη, για μία περίπτωση στον τέως βουλευτή Γιώργο Βαρνάβα, για δύο περιπτώσεις στην τέως προϊστάμενη της ΜΟΚΑΣ Εύα Ρωσσίδου Παπακυριακού, καθώς και για μία περίπτωση στον ανώτερο κατά τον επίμαχο χρόνο αξιωματικό αστυνομίας, Ιωάννη Σωτηριάδη.
Η... αρχαιότερη υπόθεση που βρίσκεται ενώπιον του Γενικού Εισαγγελέα, με τον φάκελο να πηγαινοέρχεται σε Αστυνομία και Νομική Υπηρεσία, είναι αυτή που αφορά τον τέως Πρόεδρο της ΕΔΕΚ, Μαρίνο Σιζόπουλο, για την οποία η Αρχή υπέδειξε πιθανή διάπραξη ποινικών αδικημάτων και ως εκ τούτου, άρχισε έρευνα από πλευράς Αστυνομίας, με οδηγίες της Νομικής Υπηρεσίας, η οποία, ωστόσο, εδώ και ένα χρόνο παραμένει σε εκκρεμότητα.
Το πόρισμα για την εταιρεία ΤΑΧΑΝ δόθηκε στην δημοσιότητα στις 12 Σεπτεμβρίου 2025 και ακολούθως ξεκίνησαν έρευνες, για ενδεχόμενη διάπραξη ποινικών αδικημάτων από τέσσερα πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και ο κ. Σιζόπουλος. Τα αδικήματα αφορούσαν απάτη, πλαστογραφία, καταρτισμό πλαστού εγγράφου, κυκλοφορία πλαστού εγγράφου και συνωμοσία για καταδολίευση.
Περί τον περασμένο Ιούνιο είχε ολοκληρωθεί η διερεύνηση της υπόθεσης και ο φάκελος διαβιβάστηκε στην Νομική Υπηρεσία, ωστόσο έκτοτε, κάθε φορά που αρμόδιο πρόσωπο καλείται να τοποθετηθεί σε σχέση με το στάδιο που βρίσκεται, η απάντηση είναι ότι δεν προκύπτει οτιδήποτε νεότερο.
Σημειώνεται ότι η υπόθεση ήρθε στο φως πριν από περίπου πέντε χρόνια, ωστόσο από τη διερεύνηση που διεξήχθη, αλλά και τη μελέτη του φακέλου από τον Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα, κατέληξε πως δεν προέκυπταν ποινικά αδικήματα. Ακολούθως, με τη σύσταση της Αρχής κατά της Διαφθοράς, ο πρώην βουλευτής Γιώργος Βαρνάβα υπέβαλε καταγγελία, με την ίδια μαρτυρία, με τους λειτουργούς επιθεώρησης να καταλήγουν από τη διερεύνησή τους, ότι ενδεχομένως να προκύπτει πιθανή διάπραξη αδικημάτων.
Η υπόθεση ΤΑΧΑΝ, αφορούσε την πώληση μετοχών της εταιρείας σε Ιρακινό επενδυτή. Κατά την έρευνα, στο επίκεντρο βρέθηκαν δύο αγοραπωλητήρια έγγραφα, με το πρώτο να κατατίθεται στις 4 Οκτωβρίου 2017 και το οποίο ανέφερε ως τιμή πώλησης 2.025.000, ενώ ακολούθησε δεύτερο, με ημερομηνία 17 Οκτωβρίου 2017, έναντι 1.600.000.
Οι λειτουργοί επιθεώρησης, από την ενώπιόν τους μαρτυρία, κατέληξαν, στη βάση του βαθμού απόδειξης που εφαρμόζει η Αρχή, ότι υπήρχαν επαρκείς ενδείξεις που καταδείκνυαν ότι ο καταγγελλόμενος, Μαρίνος Σιζόπουλος, γνώριζε το πραγματικό τίμημα πώλησης των μετοχών της ΤΑΧΑΝ και την ύπαρξη συμβολαίου ημερομηνίας 4/10/2017. Συγκεκριμένα, ενώπιον των λειτουργών επιθεώρησης, μεταξύ άλλων, προσκομίστηκε έγγραφο, το οποίο υπέγραψε ο καταγγελλόμενος, που παραπέμπει ρητά στο συμβόλαιο της 4/10/2017, το οποίο εμπεριείχε το αληθές τίμημα πώλησης των μετοχών της ΤΑΧΑΝ. Επίσης, δύο αξιωματούχοι εταιρειών – μετόχων της ΤΑΧΑΝ ανέφεραν ότι ο καταγγελλόμενος είχε γνώση επί του συμβολαίου ημερομηνίας 4/10/2017.
Ως εκ τούτου, οι λειτουργοί κατέληξαν, στη βάση του βαθμού απόδειξης που εφαρμόζει η Αρχή, ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις οι οποίες συνηγορούν στο συμπέρασμα ότι ο Καταγγελλόμενος και άλλοι τρεις αξιωματούχοι εταιρειών – μετόχων της ΤΑΧΑΝ υπέγραψαν και υπέβαλαν σε Τράπεζα συμβόλαιο πώλησης των μετοχών της εταιρείας TAXAN, ημερομηνίας 17/10/2017, με ψευδές τίμημα (€1.600.000), αποκρύπτοντας το πραγματικό τίμημα (€2.025.000), το οποίο είχε καταγραφεί σε προγενέστερο συμβόλαιο ημερομηνίας 4/10/2017 (υπογράφτηκε δυνάμει πληρεξουσίου από έναν εκ των αξιωματούχων εταιρείας – μετόχου της ΤΑΧΑΝ εκ μέρους όλων των μετόχων της ΤΑΧΑΝ).
Στη βάση μαρτυρίας, οι λειτουργοί επιθεώρησης διαπίστωσαν εξάλλου ότι υφίστανται επαρκείς ενδείξεις οι οποίες καταδεικνύουν ότι η υπογραφή του αλλοδαπού επενδυτή στο συμβόλαιο ημερομηνίας 17/10/2017, είχε πλαστογραφηθεί. Σύμφωνα με την κατάληξη των λειτουργών επιθεώρησης, η χρήση του συμβολαίου ημερομηνίας 17/10/2017 έγινε με σκοπό την παραπλάνηση τρίτου (ήτοι της Τράπεζας) και την απόκτηση κέρδους – οικονομικού οφέλους (έκπτωση 37% στο ποσό του δανείου και τη διαγραφή τους από εγγυητές του δανείου).
Κλείνει χρόνο και η υπόθεση Παρμακλή
Στον ίδιο παρονομαστή βρίσκεται και η υπόθεση που αφορά τον πρώην διευθυντή του Συμβουλίου Υδατοπρομήθειας Λευκωσίας και Γενικό Διευθυντή του ΕΟΑ Λευκωσίας, Κωνσταντίνο Παρμακλή, αφού το πόρισμα είχε εκδοθεί στις 9 Οκτωβρίου 2025 και υποδείκνυε ενδεχόμενη διάπραξη ποινικών και πειθαρχικών αδικημάτων.
Εναντίον του κ. Παρμακλή διαπιστώθηκε από την Αρχή πιθανή κατάχρηση εξουσίας και πιθανά αδικήματα διαφθοράς από συνολικά εβδομήντα καταγγελίες που υποβλήθηκαν σε βάρος του, από τον τότε Προϊστάμενο των Οικονομικών Υπηρεσιών του Συμβουλίου Υδατοπρομήθειας Λευκωσίας, Παύλο Νικολάου.
Οι καταγγελίες αφορούσαν, σύμφωνα με όσα κατέγραψε η Αρχή, θέματα προσφορών στις οποίες εμπλέκεται προσωπικά ο κ. Παρμακλής, αναίτια και αδικαιολόγητη μείωση εξουσιών και εργασιών του κ. Νικολάου, που πιθανόν να πλήξουν τα συμφέροντα του ΣΥΛ, καθώς και εκδικητική και ανάρμοστη συμπεριφορά του καταγγελλομένου.
Επίσης υπήρχαν αναφορές για παραβάσεις της σχετικής νομοθεσίας και/ή των κανονισμών οι οποίοι διέπουν τη διαχείριση προσφορών, τη διασπάθιση χρήματος και την κατάχρηση εξουσίας και γεγονότα που αφορούν στην παρουσίαση τεχνοοικονομικών μελετών.
Σε τοποθέτησή του, ο EOA Λευκωσίας ανέφερε μεταξύ άλλων πως ο καταγγέλλων προέβη στις εν λόγω καταγγελίες ενόσω εκκρεμούσε εναντίον του διερεύνηση πειθαρχικού χαρακτήρα μετά από καταγγελίες τεσσάρων υπαλλήλων για πράξεις παρενόχλησης και /ή σεξουαλικής παρενόχλησης».
Σημειώνεται ότι μετά τη δημοσιοποίηση του πορίσματος, παραδόθηκε στην Αστυνομία για διερεύνηση, ενώ προ ημερών αποστάλθηκε στη Νομική Υπηρεσία για οδηγίες.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ: Στη δημοσιότητα το πόρισμα για τον κρατικό αξιωματούχο-Δείχνει ποινικά και πειθαρχικά αδικήματα, εναντίον του 70 καταγγελίες
Ουδέν νεότερο και για την Τριμίκλινη
Καμία εξέλιξη δεν προκύπτει εξάλλου ούτε σε σχέση με την υπόθεση για το ιχθυοτροφείο στην Τριμίκλινη, για το οποίο η Αρχή κατά της Διαφθοράς εξέδωσε το πόρισμά της στις 19 Δεκεμβρίου 2025, κατά το οποίο εντόπισε ενδεχόμενη διάπραξη ποινικών αδικημάτων από τον πρώην υπουργό Γεωργίας, Νίκο Κουγιάλη και δύο πρώην διευθυντές, των Τμημάτων Αλιείας και Περιβάλλοντος, Λοΐζο Λοϊζίδη και Κώστα Χατζηπαναγιώτου.
Στο εν λόγω πόρισμα η Αρχή διερεύνησε την εκτροπή του Κούρη και τη μεταφορά νερού σε εγκαταστάσεις ιχθυοτροφείου που αναγέρθηκε στην περιοχή.
Για τον κ. Κουγιάλη, το πόρισμα διαπιστώνεται ενδεχόμενη ποινική ευθύνη για το αδίκημα της κατάχρησης εξουσίας, αφού όπως κατέγραψε ο λειτουργός που διερεύνησε την υπόθεση, ο τότε Υπουργός χωρίς να ακολουθηθεί η νενομισμένη διαδικασία, ενέκρινε ιεραρχική προσφυγή παρέχοντας Άδεια υδροληψίας από τον Ποταμό Κούρη, σε σημείο πάνω από το φράγμα της Τριμίκλινης, καθώς και την παροχή νερού από το ίδιο το Φράγμα.
Επίσης, για τους διευθυντές των Τμημάτων Αλιείας και Περιβάλλοντος, ο λειτουργός επιθεώρησης κατέληξε ότι ενδεχομένως να προκύπτουν αδικήματα κατάχρησης εξουσίας και συνωμοσίας προς διάπραξη πλημμελήματος. Η υπόθεση διαβιβάστηκε στη συνέχεια στην Αστυνομία, η οποία συνεχίζει τις έρευνές της για την υπόθεση, παρότι έχει παρέλθει ήδη μεγάλο χρονικό διάστημα.
«Προσέκρουσε» στη Νομική Υπηρεσία η υπόθεση Κατσουνωτού
Μια υπόθεση που έκλεισε -η τρίτη σε βάρος του- με τη σφραγίδα της Νομικής Υπηρεσίας, ήταν αυτή σε βάρος του νυν βοηθού Αρχηγού Αστυνομίας, Μιχάλη Κατσουνωτού, εναντίον του οποίου η Αρχή κατά της Διαφθοράς είχε διαπιστώσει ενδεχόμενη διάπραξη ποινικού αδικήματος κατά παράβαση του Άρθρου 8(β), του Ν.19(Ι)/2022, με την άρνησή του να απαντήσει σε όλες τις ερωτήσεις που του είχαν υποβληθεί σε σχέση με καταγγελία που έλαβε η Αρχή, μαζί με άλλες δύο που αφορούσαν τον Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα, Σάββα Αγγελίδη.
Οι καταγγελίες που είχαν διαβιβαστεί στην Αρχή από τον τέως Γενικό Ελεγκτή, Οδυσσέα Μιχαηλίδη, αφορούσαν περιπτώσεις τριών φυσικών προσώπων τα οποία αντιμετώπιζαν ποινικές υποθέσεις, για τις οποίες ο κ. Αγγελίδης, καταχώρισε αναστολή ποινικής δίωξης.
Οι ισχυρισμοί οι οποίοι εμπεριέχονταν στις εν λόγω καταγγελίες ήταν ότι ο Σάββας Αγγελίδης συνδεόταν φιλικά και επαγγελματικά με τους εν λόγω κατηγορουμένους, σε χρόνο πριν το διορισμό του ως Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας και λόγω ασυμβίβαστου θα έπρεπε να είχε εξαιρεθεί από την εξέταση και λήψη απόφασης για τις υποθέσεις τους, εάν υπήρχαν αλλότρια κίνητρα για τη λήψη των συγκεκριμένων αποφάσεων για αναστολή ποινικής δίωξης. Σύμφωνα με τις καταγγελίες, οι εν λόγω ενέργειες δυνατόν να αποτελούσαν κατάχρηση εξουσίας, αδίκημα το οποίο αποτελεί αδίκημα διαφθοράς.
Στην απόφασή της η Αρχή κατά της Διαφθοράς κατέληγε ότι δεν προκύπτει αδίκημα διαφθοράς για τον Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα, ωστόσο, πέραν του ότι εκφράστηκαν ανησυχίες για θέματα σύγκρουσης συμφέροντος, εισηγείτο την ποινική δίωξη του Μιχάλη Κατσουνωτού, λόγω της άρνησης να απαντήσει στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν από τα μέλη της Αρχής.
Κάποιους μήνες αργότερα η Αρχή κατά της Διαφθοράς επανήλθε με νέα ανακοίνωση, ενημερώνοντας ότι η Νομική Υπηρεσία αποφάσισε να μην προχωρήσει σε δίωξη του Κατσουνωτού, με τη θέση της Εισαγγελίας να ήταν πως θα έπρεπε να του επιστηθή η προσοχή στο Νόμο, να του επεξηγηθούν τα δικαιώματά του και ειδικότερα ότι ο εκάστοτε μάρτυρας δύναται να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής. Από την άλλη, θέση της Αρχής ήταν ότι δεν δίδεται σε οιονδήποτε μάρτυρα επίστηση της προσοχής του στο Νόμο με βάση τους Δικαστικούς Κανόνες ή να γίνει αναφορά σε δικαίωμα σιωπής, σημειώνοντας μεταξύ άλλων πως «υιοθέτηση της θέσης του Γενικού Εισαγγελέως θα προκαλούσε πλήρη σύγχυση στους μάρτυρες εφόσον θα τους έφερνε αντιμέτωπους με εκ διαμέτρου διαφορετικές θέσεις (δικαίωμα σιωπής αφενός και υποχρέωση να απαντά σε ό,τι ερωτάται, αφετέρου)».
Η Αρχή εξέφρασε την πρόθεση να καταχωρεί η ίδια ως Κατήγορος ιδιωτικές ποινικές υποθέσεις σε περιπτώσεις ανυπακοής σε πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας. Παρότι αποτάθηκε σε νομικό, ώστε να γνωματεύσει κατά πόσο με βάση τη νομοθεσία υπάρχει η δυνατότητα να καταχωρούνται ιδιωτικές ποινικές, εντούτοις, όπως ανέφερε τον Οκτώβριο του 2024, ο Επίτροπος Διαφάνειας, Χάρης Πογιατζής, «με βάση τη γνωμάτευση που λήφθηκε, δεν μπορεί η Αρχή να προσφύγει στο Δικαστήριο καταχωρώντας ιδιωτική ποινική, σε περίπτωση παρακοής προνοιών της νομοθεσίας. Πρέπει όλες να απευθύνονται προς την Νομική Υπηρεσία».
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ: Φρένο (και) στην ιδιωτική ποινική κατά Κατσουνωτού, ξεδοντιασμένη η Αρχή-Εκκρεμότητα οι δύο πειθαρχικές











