Δεν είναι μυστικό ότι κατάδικοι των Κεντρικών Φυλακών τυγχάνουν ευνοϊκής μεταχείρισης από τη Διεύθυνση των Φυλακών, με πήγαινε-έλα στα γραφεία της ίδιας της αναπληρώτριας Διευθύντριας (σ.σ. υπάρχουν κάμερες σε όλους τους χώρους, οι οποίες μπορούν να επιβεβαιώσουν ή να διαψεύσουν τους ισχυρισμούς). Πληροφορίες που είναι σε γνώση και του Υπουργείου Δικαιοσύνης, χωρίς να μπορεί να τις διαψεύσει, ενώ και στην τελευταία της έκθεση, τον Δεκέμβριο του 2025, η Επιτροπή Πρόληψης κατά των Βασανιστηρίων κατέγραψε με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο ότι «ισχυρότερες ομάδες κρατουμένων να κυριαρχούν και να επιβάλλουν άτυπες ποινές, υπονομεύοντας την ασφάλεια και την τάξη».
Η αναφορά αυτή επιβεβαιώνει όσους, εντός των Φυλακών, δείχνουν στη... διοίκηση του Σωφρονιστικού Ιδρύματος κατάδικους που λειτουργούν για λογαριασμό της Διεύθυνσης των Φυλακών, ενώ σχετική είναι και η αναφορά στην έκθεση της CPT ότι οι κυπριακές αρχές επειγόντως θα πρέπει «να επανακτήσουν τον έλεγχο των φυλακών».
Καθόλου άσχετες δεν είναι και οι αναφορές της Επιτροπής Πρόληψης των Βασανιστηρίων ότι μέλη του προσωπικού «σκόπιμα διευκόλυνε την κακομεταχείριση μεταξύ κρατουμένων. Συνολικά, υπήρχε ένα πρόσφορο περιβάλλον για κρατουμένους που ανήκαν σε ισχυρότερες ομάδες ώστε, ελλείψει αποτελεσματικής επίβλεψης των πτερύγων από το προσωπικό, να επιβάλλουν τη θέληση και τους κανόνες τους στους υπόλοιπους κρατουμένους, οι οποίοι ενδέχεται να μην είχαν οικονομικά μέσα, σωματική δύναμη ή εξωτερική υποστήριξη. Οι κρατούμενοι αυτοί διατηρούσαν τον έλεγχο των παραπάνω τμημάτων μέσω εκφοβισμού, εκβιασμού και, κατά διαστήματα, σωματικής βίας».
Εν συνεχεία, σχετικές ήταν και οι αναφορές ότι δεκάδες περιστατικά βίας δεν κατέληξαν στην Αστυνομία, με την CPT να καταγράφει πως «η αντιπροσωπεία έλαβε αρκετές ακόμη καταγγελίες για περιστατικά βίας μεταξύ κρατουμένων που δεν είχαν αναφερθεί στις αρχές, κυρίως λόγω φόβου αντιποίνων».
Όλα αυτά είναι γνωστά με τον πιο επίσημο τρόπο και ενώπιον του Υπουργείου Δικαιοσύνης, το οποίο, ενώ φαίνεται να λαμβάνει καταγγελίες και πληροφορίες, δεν δρομολόγησε οποιεσδήποτε ενέργειες, όχι μόνο για διερεύνηση των ισχυρισμών, αλλά και για τη λήψη μέτρων, δεδομένου ότι πρόκειται για τον πολιτικό προϊστάμενο των Φυλακών, οι οποίες πλέον βρίσκονται καθημερινά στην επικαιρότητα για τους λάθος λόγους.
Ωστόσο, αυτή είναι η μία όψη του νομίσματος. Η άλλη έχει σχέση με το γεγονός ότι οι Κεντρικές Φυλακές, κατ' ομολογία ακόμη και της πλειοψηφίας των δεσμοφυλάκων, έχουν μετατραπεί ουσιαστικά σε παράρτημα της Αστυνομίας, ανεξαρτήτως του ότι, με βάση τους ευρωπαϊκούς κανονισμούς, ουδεμία σχέση θα πρέπει να έχουν τα δύο Τμήματα μεταξύ τους, πέραν της επαγγελματικής συνεργασίας αναφορικά με διερευνώμενες υποθέσεις ή την ανταλλαγή πληροφοριών, εντός των επιτρεπόμενων ορίων.
Εντούτοις, δεν είναι πλέον άγνωστο ότι οι Φυλακές χρησιμοποιούνται ως «κέντρο» συλλογής πληροφοριών είτε για εξιχνίαση εγκλημάτων είτε για ζητήματα που άπτονται του οργανωμένου εγκλήματος. Εξάλλου, ένας διψήφιος αριθμός υποθέσεων, τα τελευταία τρία χρόνια, συνδέθηκε με τις Φυλακές, κατόπιν αξιολόγησης πληροφοριών ή μαρτυριών από κρατούμενους.
Και εδώ ίσως βρίσκεται και το «κλειδί», ως προς το ότι οι Φυλακές δεν αποτελούν πλέον το Σωφρονιστικό Ίδρυμα της χώρας, όπως κατά την προηγούμενη δεκαετία, όταν η αρμόδια Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατέταξε τη σωφρονιστική πολιτική που ακολουθείτο ως πρότυπο για άλλες χώρες, αλλά έχουν μετατραπεί σε παράρτημα της Αστυνομίας προς εξυπηρέτηση ενδεχομένως άλλων κινήτρων.
Μπορεί ο υπουργός Δικαιοσύνης, σε δηλώσεις του, να εστίασε μεταξύ άλλων στη μετονομασία των νέων Κεντρικών Φυλακών (σ.σ εάν και εφόσον μετά το 2027), εντούτοις η ουσία δεν βρίσκεται στο όνομα αλλά στις πράξεις και στην πολιτική που εφαρμόζεται. Σημασία δεν έχει το δέντρο αλλά το δάσος. Αν, για παράδειγμα, προτεραιότητα είναι οι Φυλακές να μετονομαστούν σε Σωφρονιστικό Ίδρυμα, αλλά η πολιτική που εφαρμόζεται παραπέμπει σε... Αλκατράζ, τότε ήδη η Πολιτεία, που σε καμία περίπτωση δεν θα έπρεπε να παραμένει με σταυρωμένα χέρια μέχρι το 2027, έχει αποτύχει.
Το έργο της Αστυνομίας είναι εκ διαμέτρου αντίθετο με εκείνο των Φυλακών. Και η Διεύθυνση των Φυλακών -γενικά ομιλούντες- σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να εμφανίζεται ως στενός συνεργάτης της Αστυνομίας, διαφημίζοντας τη σχέση και τη δύναμή της με στελέχη της, να λειτουργεί ως μεσάζοντας πληροφοριών, να διαπραγματεύεται ή, ακόμη χειρότερα, να «συνωμοτεί» με κρατούμενους εναντίον άλλων, να πραγματοποιεί πολύωρες «συσκέψεις» με επίκεντρο τη συζήτηση υποθέσεων που τελούν υπό διερεύνηση, να αναζητεί μάρτυρες και οτιδήποτε άλλο σχετικό για λογαριασμό της Αστυνομίας.
Η Διεύθυνση των Φυλακών έχει καθήκον να χαράζει σωφρονιστική πολιτική με σκοπό τον σωφρονισμό, την επανένταξη των κρατουμένων και τη μείωση της υποτροπής, μακριά από προσεγγίσεις άλλων δεκαετιών, με οδηγίες για ξύλο, ύβρεις και γενικότερα συμπεριφορές που παραπέμπουν σε τραμπουκισμούς που συνήθως λέγεται πως πρόκειται για συμπεριφορές που προέρχονται από μέλη του υποκόσμου. Έχει καθήκον να διασφαλίζει την τάξη με νόμιμο τρόπο, να καλλιεργεί νοοτροπίες που αποτελούν πρότυπο, να χτίζει τον σεβασμό και την αλληλεγγύη, να διασφαλίζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις όλων και, γενικότερα, να καλλιεργεί παιδεία.
Σε περίπτωση, δε, που ένας κρατούμενος, για οποιονδήποτε λόγο, επιθυμεί να μιλήσει ή να συνεργαστεί με την Αστυνομία ή επιθυμεί να προβεί σε καταγγελία, η ευθύνη της Διεύθυνσης περιορίζεται στο να ενημερώσει σχετικά τις αρμόδιες Αρχές, χωρίς να μετατρέπεται η ίδια σε πρωταγωνιστή και να εμπλέκεται σε υποθέσεις στις οποίες, εκ της θέσεώς της, δεν θα έπρεπε να έχει οποιαδήποτε ανάμειξη.
Όλα αυτά, σε συνδυασμό με τις άθλιες συνθήκες, την ανισότητα και την απουσία πολιτικής, οδήγησαν τις Φυλακές τα τελευταία χρόνια σε αχαρτογράφητα νερά. Παρά τις εξαγγελίες του υπουργού Δικαιοσύνης, ο οποίος ενημερώνεται -έστω και από τα ΜΜΕ- για καθημερινούς ξυλοδαρμούς, για σεξουαλικές κακοποιήσεις (σ.σ που καταγράφονται σε βίντεο και δημοσιεύονται), για τη διακίνηση ναρκωτικών, για τη «διοίκηση» καταδίκων και γενικότερα για την κατάσταση που επικρατεί, δεν φαίνεται -επί της ουσίας- να προβαίνει σε οποιαδήποτε διαβήματα, παρά τις παραδοχές.
Το ζητούμενο δεν είναι η παραδοχή που ενδεχομένως να αποτελεί μονόδρομος. Εξάλλου, τα γεγονότα είναι εκεί και δεν μπορούν να διαψευστούν, ειδικότερα όταν, σε κάποιες περιπτώσεις, χάρη στην τεχνολογία, υπάρχουν σε ήχο και εικόνα. Όπως επίσης και οι διαδοχικές καταγγελίες από κάθε πλευρά, εκτός και αν ο υπουργός Δικαιοσύνης συμφωνεί με τους συνωμοσιολόγους ότι πρόκειται για συνομωσίες με σκοπό να πληγεί η Διεύθυνση, η οποία, σε κάποιες περιπτώσεις, εμφανίζεται κυνηγημένη από φαντάσματα, ενδεχομένως για να δικαιολογηθούν οι οποιεσδήποτε αδυναμίες ή αποτυχίες στην διαχείριση καταστάσεων που δεν υπήρχαν προηγουμένως.
Ο υπουργός Δικαιοσύνης, στην περίπτωση του συνδικαλιστή της Ισότητας, Γιώργου Μαλτέζου, έδειξε αποφασιστικότητα και ιδιαίτερη αυστηρότητα στη μη τήρηση των οδηγιών, δίνοντάς του χαρτί απόλυσης. Αν ήταν ορθή ή λανθασμένη η απόφαση, θα κριθεί από τα Δικαστήρια. Το ζητούμενο είναι η αποφασιστικότητα που επέδειξε ο Κώστας Φυτιρής, ο οποίος στην ανακοίνωση του, μεταξύ άλλων ανέφερε: «Το Υπουργείο Δικαιοσύνης υπογραμμίζει ότι η διασφάλιση της πειθαρχίας, της ισότιμης μεταχείρισης του προσωπικού και της απρόσκοπτης λειτουργίας του Τμήματος Φυλακών αποτελεί αδιαπραγμάτευτη προϋπόθεση για την προστασία του δημόσιου συμφέροντος και τη βελτίωση της αποτελεσματικής λειτουργία του σωφρονιστικού συστήματος».
Συνεπώς, με βάση τα λεγόμενα του ίδιου του υπουργού, η πειθαρχία και η ίση μεταχείριση θα πρέπει να διασφαλίζονται για όλους. Κρατούμενους και δεσμοφύλακες. Όταν γίνεται επίσης λόγος στην ανακοίνωση του υπουργού για «απρόσκοπτη λειτουργία» και «προστασία του δημόσιου συμφέροντος», ενώ την ίδια ώρα γνωρίζουν άπαντες (σ.σ. και αν δεν γνωρίζουν, όφειλαν να γνωρίζουν μετά από τόσες καταγγελίες και πληροφορίες που φτάνουν από κάθε κατεύθυνση) ότι τα ναρκωτικά διακινούνται με τη σέσουλα, ότι ισχυροί κρατούμενοι διοικούν τις Φυλακές επιβάλλοντας «άτυπες ποινές» (σ.σ. όπως υπέδειξε η CPT), ότι υπάρχουν καθημερινοί ξυλοδαρμοί ακόμη και με τις ευλογίες της Διεύθυνσης (σ.σ. όπως υπέδειξε η CPT) και ότι, γενικότερα, οι συνθήκες κράτησης και διαβίωσης παραπέμπουν σε άλλες δεκαετίες, τότε ενδέχεται ο Κώστας Φυτιρής να κατηγορηθεί για επιλεκτική εφαρμογή όσων ο ίδιος δηλώνει.
Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να σημειωθεί πως ο Κώστας Φυτιρής ανέλαβε τα ηνία του Υπουργείου Δικαιοσύνης τον Δεκέμβριο του 2025. Συνεπώς, ναι μεν παρέλαβε ένα χαρτοφυλάκιο γεμάτο προβλήματα λόγω του ότι ο προκάτοχος του έκρυβε τα προβλήματα κάτω από το χαλί, εντούτοις έχουν παρέλθει οκτώ μήνες από την ανάληψη των καθηκόντων του και η κατάσταση στις Φυλακές -επί της ουσίας- δεν καταγράφει οποιαδήποτε μεταβολή. Η εξαγγελία για ανέγερση νέων Φυλακών σαφώς είναι προς την ορθή κατεύθυνση, εντούτοις δεν μπορεί να αποτελεί άλλοθι και να προτάσσεται ως επιχείρημα για να δικαιολογηθεί η υφιστάμενη κατάσταση που φαίνεται πως έχει εκτροχιαστεί. Επίσης ο διορισμός μόνιμου Διευθυντή είναι αναγκαίος, εντούτοις δεν μπορεί να αποτελεί επίσης άλλοθι για να δικαιολογούνται ξυλοδαρμοί, βιασμοί, διακίνηση ναρκωτικών, απρεπείς συμπεριφορές, διαφθορά, άθλιες συνθήκες και γενικότερα τα κακώς έχοντα. Πρόκειται για διαφορετικά ζητήματα και έτσι θα έπρεπε να αντιμετωπίζονται.
Ωστόσο, βλέποντας την μεγάλη εικόνα, το ερώτημα είναι ένα. Όχι εάν οι Κεντρικές Φυλακές θα λέγονται Σωφρονιστικό Ίδρυμα, παίζοντας με τις λέξεις. Αλλά εάν θα αποκτήσουν ξανά τον χαρακτήρα ενός σύγχρονου Σωφρονιστικού Ιδρύματος ή αν θα συνεχίσουν να λειτουργούν σε ένα περιβάλλον όπου η ισχύς υπερισχύει του νόμου, οι ισχυροί επιβάλλουν τους δικούς τους κανόνες και η σωφρονιστική πολιτική υποχωρεί μπροστά σε άλλες σκοπιμότητες.
Οι Φυλακές δεν είναι ούτε ανακριτικό γραφείο, ούτε παράρτημα της Αστυνομίας, ούτε χώρος όπου ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Είναι ο θεσμός όπου το κράτος οφείλει να αποδεικνύει καθημερινά ότι εφαρμόζει τον νόμο ακόμη και απέναντι σε εκείνους που τον παραβίασαν. Γιατί ένα κράτος δικαίου δεν κρίνεται από τις ονομασίες που δίνει στους θεσμούς του, αλλά από τον τρόπο που τους διοικεί.











