Την έντονη ανησυχία του για την απόφαση του Γενικού Εισαγγελέα να ασκήσει ασκήσει ποινική δίωξη εναντίον του δημοσιογράφου και ερευνητή, Μακάριου Δρουσιώτη, για την πολύκροτη υπόθεση «Σάντη», καταχωρίζοντας εναντίον του συνολικά 101 ποινικές κατηγορίες που επισύρουν πολυετείς ποινές φυλάκισης, εξέφρασε ο Όμιλος Προβληματισμού για τον Εκσυγχρονισμό της Κοινωνίας μας (ΟΠΕΚ).
Συγκεκριμένα σε ανακοίνωσή του επισημαίνει πως «χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και χωρίς να προδικάζει την ενοχή ή την αθωότητα οποιουδήποτε, ο ΟΠΕΚ θεωρεί ότι η συγκεκριμένη ποινική δίωξη εγείρει σοβαρά ζητήματα ως προς την τήρηση των αρχών της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας, οι οποίες, σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές του κράτους δικαίου, οφείλουν να διέπουν κάθε περιορισμό της ελευθερίας της έκφρασης και του Τύπου σε μια δημοκρατική κοινωνία. Σύμφωνα με όσα ο ίδιος ο δημοσιογράφος υποστηρίζει, κατόπιν έρευνας και ενεργώντας καλόπιστα, δημοσιοποίησε σειρά μηνυμάτων που περιήλθαν στην κατοχή του και τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, αποκαλύπτουν την ύπαρξη κυκλώματος διαφθοράς και συγκάλυψης στην Κύπρο».
Παράλληλα σημείωσε πως «παρότι η Αστυνομία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα συγκεκριμένα μηνύματα ήταν πλαστά και κατασκευασμένα, η αξιοπιστία του σχετικού πορίσματος εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο έντονης δημόσιας αμφισβήτησης, καθώς γνωστοί νομικοί και δημοσιογράφοι έχουν επισημάνει σοβαρά κενά, αντιφάσεις και αναπάντητα ερωτήματα ως προς την τεκμηρίωσή του. Επιπρόσθετα, από τα στοιχεία που έχουν δημοσιοποιηθεί μέχρι σήμερα δεν προκύπτει ότι ο δημοσιογράφος ενήργησε με δόλο ή με πρόθεση να εξαπατήσει την κοινή γνώμη, δημοσιεύοντας στοιχεία που γνώριζε εκ των προτέρων ότι ήταν ψευδή».
Τόνισε πως «η έκταση της συγκεκριμένης ποινικής δίωξης προκαλεί εύλογο προβληματισμό για το ενδεχόμενο δημιουργίας ενός ισχυρού chilling effect, δηλαδή ενός κλίματος φόβου που ενδέχεται να αποθαρρύνει δημοσιογράφους από το να ερευνούν και να δημοσιοποιούν υποθέσεις διαφθοράς και διαπλοκής, ακόμη και όταν ενεργούν καλόπιστα. Ακριβώς για να αντιμετωπιστεί αυτός ο κίνδυνος, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει υιοθετήσει ειδικό θεσμικό πλαίσιο κατά των καταχρηστικών δικαστικών διαδικασιών (SLAPP) που στρέφονται εναντίον δημοσιογράφων, ερευνητών και υπερασπιστών του δημοσίου συμφέροντος».
Επιπρόσθετα υπογράμμισε πως «ο Τύπος, σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, λειτουργεί ως "δημόσιος φύλακας" (public watchdog). Η νομολογία του ΕΔΔΑ αναγνωρίζει ιδιαίτερα αυξημένο επίπεδο προστασίας στην ερευνητική δημοσιογραφία κατ' εφαρμογή του άρθρου 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ενώ το άρθρο 19 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας κατοχυρώνει την ελευθερία της έκφρασης και της μετάδοσης πληροφοριών. Παράλληλα, ο περί της Προστασίας Προσώπων που Αναφέρουν Παραβάσεις του Ενωσιακού και Εθνικού Δικαίου Νόμος του 2022 (Ν. 6(Ι)/2022) ενθαρρύνει και προστατεύει την αποκάλυψη σοβαρών παρανομιών και φαινομένων διαφθοράς προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος».
Ο ΟΠΕΚ εξέφρασε επίσης, έντονο προβληματισμό για το γεγονός ότι «στις δημόσιες καταγγελίες του Μακάριου Δρουσιώτη περιλαμβάνονταν αναφορές που αφορούσαν, μεταξύ άλλων, και τον Γενικό καθώς και τον Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα. Υπό τις περιστάσεις αυτές, δημιουργείται αντικειμενικά ζήτημα σύγκρουσης συμφερόντων, το οποίο θα έπρεπε να είχε εξεταστεί σοβαρά, ακόμη και ως προς το ενδεχόμενο αυτοεξαίρεσης από τον χειρισμό της υπόθεσης, ώστε να διαφυλαχθεί πλήρως η εμπιστοσύνη των πολιτών στην αμεροληψία της διαδικασίας».
Επίσης, σημείωσε πως «προβληματισμό προκαλεί και το γεγονός ότι ο Μακάριος Δρουσιώτης είναι ο βασικός μάρτυρας στην υπόθεση «Κράτος Μαφία», στην οποία οι καταγγελίες του κρίθηκαν από την Ανεξάρτητη Αρχή κατά της Διαφθοράς επαρκώς αξιόπιστες ώστε να αποτελέσουν τη βάση πολύμηνης έρευνας, η οποία κατέληξε στον εντοπισμό πιθανών ποινικών αδικημάτων που αφορούν δεκαπέντε πρόσωπα, μεταξύ των οποίων ανώτατοι πολιτειακοί, κυβερνητικοί και δικαστικοί αξιωματούχοι, ανάμεσά τους και ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Νίκος Αναστασιάδης. Εύλογα γεννάται η ανησυχία ότι η συγκεκριμένη ποινική δίωξη μπορεί να έχει ως πρακτικό αποτέλεσμα την υπονόμευση της αξιοπιστίας του, τη δημιουργία μιας εικόνας ηθικού ή πολιτικού συμψηφισμού στη δημόσια συζήτηση και, τελικά, τη μετατόπιση του δημόσιου ενδιαφέροντος από την ουσία των καταγγελιών στην αξιοπιστία του ίδιου του καταγγέλλοντος».
Σημείωσε πως «ερωτηματικά εγείρει και η ιδιαίτερα μεγάλη ταχύτητα με την οποία ολοκληρώθηκε η διερεύνηση της συγκεκριμένης υπόθεσης και ασκήθηκε ποινική δίωξη, όταν άλλες σοβαρές ποινικές υποθέσεις που απασχολούν τη δημόσια ζωή παραμένουν για χρόνια σε εκκρεμότητα».
Ο ΟΠΕΚ εκφράζει, τέλος, την απογοήτευσή του «για την έως σήμερα απουσία ουσιαστικής αντίδρασης από τον δημοσιογραφικό κόσμο και καλεί την Ένωση Συντακτών Κύπρου, ως τον κατεξοχήν θεσμικό εκφραστή των δημοσιογράφων, να τοποθετηθεί δημόσια και να υπερασπιστεί τις θεμελιώδεις αρχές της ελευθερίας του Τύπου και της ερευνητικής δημοσιογραφίας. Σε μια περίοδο κατά την οποία η Κύπρος καταγράφει συνεχή επιδείνωση στους διεθνείς δείκτες ελευθερίας του Τύπου, κάθε ενέργεια που εύλογα μπορεί να εκληφθεί ως ποινικοποίηση της ερευνητικής δημοσιογραφίας ενδέχεται να επιβαρύνει περαιτέρω τη θέση της χώρας και να ενισχύσει την αρνητική διεθνή εικόνα της».
Καταλήγοντας, τόνισε πως «η ελευθερία του Τύπου δεν προστατεύει μόνο τους δημοσιογράφους. Προστατεύει πρωτίστως το δικαίωμα των πολιτών να ενημερώνονται για ζητήματα δημοσίου συμφέροντος. Εάν ένας δημοσιογράφος διώκεται ποινικά επειδή δημοσιοποίησε πληροφορίες δημοσίου ενδιαφέροντος, χωρίς να αποδεικνύεται ότι συμμετείχε ο ίδιος στην παράνομη απόκτησή τους ή ότι ενήργησε με δόλο, τότε εγείρονται σοβαρά ζητήματα ως προς την προστασία της ελευθερίας της έκφρασης, της ερευνητικής δημοσιογραφίας και, τελικά, του δικαιώματος των πολιτών στην ενημέρωση».











