Την ανάγκη εξεύρεσης λύσης για περιπτώσεις ανήλικων παιδιών που παραμένουν χωρίς δυνατότητα διευθέτησης του καθεστώτος διαμονής τους στην Κύπρο λόγω αντικειμενικών αδυναμιών στην εξασφάλιση των απαιτούμενων ταξιδιωτικών εγγράφων, αναδεικνύει σε έκθεσή της, που δημοσιεύθηκε την Πέμπτη η Επίτροπος Διοικήσεως και Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Μαρία Στυλιανού-Λοττίδη.
Όπως αναφέρεται, η έκθεση συντάχθηκε ύστερα από τη διερεύνηση παραπόνου που υποβλήθηκε στο Γραφείο της Επιτρόπου από εκπρόσωπο του οργανισμού «Democratic Embassy of Belarus in Cyprus» και αφορά τη μη δυνατότητα διευθέτησης άδειας παραμονής ανήλικων Λευκορώσων υπηκόων, οι οποίοι γεννήθηκαν στην Κυπριακή Δημοκρατία, καθώς για την έκδοση του απαιτούμενου διαβατηρίου απαιτείται η φυσική παρουσία τους στη Λευκορωσία, κάτι που σε πολλές περιπτώσεις δεν είναι εφικτό, λόγω της πολιτικής κατάστασης που επικρατεί στη χώρα.
Σύμφωνα με την Επίτροπο, η αδυναμία αυτή έχει ως αποτέλεσμα τα παιδιά να μην μπορούν να αποκτήσουν άδεια παραμονής, παρά το γεγονός ότι οι γονείς τους διαμένουν νόμιμα στην Κυπριακή Δημοκρατία, με συνέπεια να δημιουργείται κατάσταση παρατεταμένης διοικητικής και νομικής αβεβαιότητας, η οποία ενδέχεται να επηρεάζει την πρόσβασή τους σε βασικά δικαιώματα και παροχές.
Στην Έκθεση σημειώνεται ότι το Τμήμα Μετανάστευσης αναγνωρίζει πως η Λευκορωσία δεν επιτρέπει πλέον την έκδοση ή ανανέωση διαβατηρίων μέσω των προξενικών της αρχών στο εξωτερικό και ότι για τον σκοπό αυτό απαιτείται η φυσική παρουσία των ενδιαφερομένων στη χώρα. Επισημαίνεται, ωστόσο, ότι η κυπριακή νομοθεσία απαιτεί την κατοχή έγκυρου διαβατηρίου ή άλλου ταξιδιωτικού εγγράφου για την έκδοση ή ανανέωση άδειας διαμονής.
Όπως αναφέρεται, για ανθρωπιστικούς λόγους το Τμήμα Μετανάστευσης δέχεται αιτήσεις ενηλίκων Λευκορώσων με ληγμένα διαβατήρια, οι οποίες όμως παραμένουν σε εκκρεμότητα μέχρι να υπάρξει λύση. Η πρακτική αυτή, σύμφωνα με το Τμήμα, δεν μπορεί να εφαρμοστεί στις περιπτώσεις παιδιών που γεννήθηκαν στην Κύπρο, καθώς για αυτά δεν έχει εκδοθεί ποτέ διαβατήριο από τη χώρα καταγωγής των γονέων τους, ούτε μπορεί να επιβεβαιωθεί επισήμως η υπηκοότητά τους.
Η Επίτροπος επισημαίνει ότι, παρότι η απαίτηση κατοχής έγκυρου διαβατηρίου προβλέπεται ρητά από τον περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμο, «η υπό εξέταση περίπτωση αναδεικνύει την ανάγκη αξιολόγησης του τρόπου εφαρμογής της εν λόγω προϋπόθεσης σε εξαιρετικές περιστάσεις στις οποίες η συμμόρφωση καθίσταται αντικειμενικά αδύνατη, ιδίως όταν επηρεάζονται ανήλικα παιδιά».
Παράλληλα, υπενθυμίζει ότι η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού επιβάλλει όπως σε όλες τις αποφάσεις που αφορούν παιδιά λαμβάνεται πρωτίστως υπόψη το βέλτιστο συμφέρον τους, ενώ παραπέμπει επίσης στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και στη σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Επικαλούμενη τη σχετική νομολογία, η Επίτροπος σημειώνει ότι η παρατεταμένη διοικητική αβεβαιότητα ως προς το καθεστώς διαμονής μπορεί να εγείρει ζητήματα αποτελεσματικής προστασίας θεμελιωδών δικαιωμάτων, ενώ προσθέτει ότι «η ύπαρξη αντικειμενικών εμποδίων συμμόρφωσης με τυπικές προϋποθέσεις της μεταναστευτικής νομοθεσίας δεν απαλλάσσει τη διοίκηση από την υποχρέωση αναζήτησης λύσεων που να διασφαλίζουν, κατά τρόπο ουσιαστικό, το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού».
Στα συμπεράσματά της, η Επίτροπος διαπιστώνει ότι «η κατάσταση αυτή ενδέχεται να οδηγήσει τα παιδιά σε καθεστώς διοικητικής αορατότητας και παρατεταμένης νομικής αβεβαιότητας", κάτι που είναι "ασύμβατο με την υποχρέωση του κράτους να διασφαλίζει το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού», προσθέτοντας ότι «κρίνεται επιτακτική η ανάγκη προστασίας των επηρεαζόμενων προσώπων και εξεύρεσης διοικητικής λύσης για τη ρύθμιση του καθεστώτος διαμονής των ανήλικων παιδιών».
Σημειώνει επίσης ότι η ίδια δεν παραγνωρίζει τη θέση του Τμήματος Μετανάστευσης πως πρόσωπα που επικαλούνται κίνδυνο δίωξης στη χώρα καταγωγής τους μπορούν να υποβάλουν αίτηση διεθνούς προστασίας ακόμη και χωρίς έγκυρο ταξιδιωτικό έγγραφο. Παρατηρεί, ωστόσο, ότι μια τέτοια επιλογή «δύναται να οδηγήσει σε παραδοξότητα της οικογενειακής συνοχής και διαφορετικού καθεστώτος στα μέλη της οικογένειας».
Στις εισηγήσεις της, η Επίτροπος καλεί το Τμήμα Μετανάστευσης και το Υφυπουργείο Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας να εξετάσουν την υιοθέτηση διοικητικής πρακτικής που θα επιτρέπει την ουσιαστική εξέταση αιτήσεων άδειας παραμονής ανηλίκων όταν η προσκόμιση ταξιδιωτικών εγγράφων είναι αντικειμενικά αδύνατη.
Εισηγείται, επίσης, να εξεταστεί ειδική διαδικασία για τη ρύθμιση του καθεστώτος διαμονής παιδιών που γεννήθηκαν στην Κύπρο, η αποδοχή εναλλακτικών αποδεικτικών στοιχείων ταυτότητας και υπηκοότητας, καθώς και η δυνατότητα παραχώρησης προσωρινού καθεστώτος νόμιμης διαμονής μέχρι την οριστική διευθέτηση του ζητήματος.
Τέλος, επισημαίνει ότι, σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να διασφαλίζεται πως η εκκρεμότητα του μεταναστευτικού καθεστώτος των ανήλικων παιδιών δεν θα επηρεάζει την πρόσβασή τους σε θεμελιώδη δικαιώματα, όπως η εκπαίδευση, η υγειονομική περίθαλψη και άλλες βασικές υπηρεσίες προστασίας.
Η έκθεση, όπως αναφέρεται, διαβιβάστηκε στη Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης και στον Υφυπουργό Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας, με την Επίτροπο να εισηγείται την εξέταση των ευρημάτων της με γνώμονα το βέλτιστο συμφέρον των επηρεαζόμενων παιδιών.
Πηγή: ΚΥΠΕ











