Οδεύοντας προς τις βουλευτικές εκλογές του περασμένου Μαΐου, ο ΔΗΣΥ βάδιζε ουσιαστικά προς μια εξαιρετικά κρίσιμη εκλογική αναμέτρηση, το αποτέλεσμα της οποίας είχε για το κόμμα τον χαρακτήρα ενός κρίσιμου όσο ποτέ άλλοτε τα τελευταία χρόνια εκλογικού τεστ αντοχής.
Βυθισμένος από το 2023 σε μια περίοδο μακράς και βαθιάς εσωστρέφειας, λαβωμένος ακόμη από τα τραύματα των τότε προεδρικών εκλογών, αλλά και έχοντας να αντιμετωπίσει ταυτόχρονα το κύμα της ευρύτερης απαξίωσης που τουλάχιστον προεκλογικά επικρατούσε έναντι του συνόλου του παραδοσιακού πολιτικού συστήματος, οι πρόσφατες βουλευτικές εκλογές προδιαγράφονταν για τον ΔΗΣΥ ως ένα κομβικό και καθοριστικό σταυροδρόμι.
Ένα κομβικό και καθοριστικό σταυροδρόμι το οποίο θα χάραζε την κατεύθυνση και μέσω του οποίου το κόμμα, είτε θα γύριζε τον διακόπτη και θα έθετε τις βάσεις, αν μη τι άλλο, να μπορέσει ο ΔΗΣΥ έστω και σταδιακά να εξέλθει της κρίσης από την οποία ταλανιζόταν τα τελευταία τρία χρόνια, είτε θα αποδεικνυόταν ένα σταθμός διόγκωσης των προβλημάτων και πηγή εκκόλαψης ακόμη μεγαλύτερης εσωστρέφειας.
Η αλήθεια είναι πως όλες οι ενδείξεις, η περιρρέουσα ατμόσφαιρα και οι δημοσκοπήσεις, προς το δεύτερο συνηγορούσαν. Στο ότι οι βουλευτικές εκλογές για τον ΔΗΣΥ, θα ήταν μάλλον μια στιγμή κατά την οποία θα κατέγραφε διά του αποτελέσματος που θα εξασφάλιζε, ίσως την χειρότερη στα χρονικά επίδοση που κατέγραψε ποτέ και ότι η όποια προσδοκία για να γυρίσει η το κόμμα σελίδα, πολύ πιθανότερο ήταν να διαψευδόταν παρά να επιβεβαιωνόταν.
Παρ’ όλα αυτά, συνέβη τελικά ακριβώς το αντίθετο. Ο ΔΗΣΥ, όχι μόνο δεν κατέρρευσε, αλλά επιτυγχάνοντας να περιορίσει στο ελάχιστο τις απώλειές του συγκριτικά με το 2021, εξασφάλισε ένα ποσοστό και έναν αριθμό εδρών στην Βουλή, που του έδωσαν την δυνατότητα δικαίως να αισθάνεται πως παραμένει ο κυρίαρχος παίκτης στην κομματική σκακιέρα. Να διατηρήσει τον πρωταγωνιστικό του ρόλο και ταυτόχρονα να δώσει μια ενδεχομένως ανέλπιστη και για πολλούς στο ίδιο τον ΔΗΣΥ, δυναμική για την επόμενη μέρα.
Ήταν φυσικά παράλληλα το αποτέλεσμα των βουλευτικών εκλογών και μια τεράστια δόση ή ανάσα οξυγόνου για την πρόεδρο της παράταξης Αννίτα Δημητρίου, η οποία καλούμενη στην πρώτη της παρουσία σε βουλευτικές ως ηγέτιδα του ΔΗΣΥ να δώσει την μάχη σε ομολογουμένως αντίξοες συνθήκες, νιώθοντας το πριόνι στα πόδια της καρέκλας της έτοιμο να ανεβάσει τις στροφές της λειτουργίας του και να την ροκανίσει, βγήκε εν τέλει σαφώς ενδυναμωμένη.
Για πολλούς βγήκε η Αννίτα Δημητρίου μέσα από την σκληρή δοκιμασία των βουλευτικών εκλογών κυρίαρχη στην Πινδάρου, έδωσε κατά την ίδια ανάγνωση διά του αποτελέσματος, απαντήσεις και έστειλε μηνύματα εντός και εκτός του κόμματός της, πως δεν είναι εύκολος στόχος και ουδόλως – όσο ενδεχομένως ορισμένοι εκτιμούσαν ή θεωρούσαν – αναλώσιμη.
Η επανεκλογή της δε στην Προεδρία της Βουλής και πολύ περισσότερο ο τρόπος με τον οποίο επιτεύχθηκε, αποτέλεσε το επιστέγασμα μιας πορείας για την Αννίτα Δημητρίου και το κόμμα της, που αντί να οδηγήσει στο καναβάτσο στο οποίο οι πλείστοι ανέμεναν, οδήγησε τελικά -τηρουμένων πάντα των αναλογιών και της νέας τάξης πραγμάτων στην πολιτική ζωή του τόπου- περίπου σε θρίαμβο.
Και κάπου εδώ, αρχίζουν τα δύσκολα ή και τα πολύ πιο δύσκολα. Γιατί μπορεί όντως τα όσα περιγράφηκαν πιο πάνω να επέφεραν στην Πινδάρου νηνεμία και να δημιούργησαν ένα κλίμα που να εκπέμπει τουλάχιστον προς τα έξω εικόνα ενότητας και άφεσης στο παρελθόν, όχι αμαρτιών αλλά όσων πλήγωσαν το κόμμα, ωστόσο, τα σημάδια πως οι πληγές στο σώμα του ΔΗΣΥ δεν επουλώθηκαν και ότι η αιμορραγία δεν θέλει και πολύ να ξαναρχίσει, παραμένουν εμφανή.
Οι διαφορετικές τάσεις και προσεγγίσεις δεν εξέλειπαν, όπως επίσης δεν εξέλειπαν στοχεύσεις και βλέψεις στελεχών, που αν και καθ’ όλα θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς σε ένα δημοκρατικό και πολυφωνικό κόμμα όπως ο ΔΗΣΥ θεμιτές, θα μπορούσαν να οδηγήσουν, αν δεν τύχουν ορθολογικής απ’ όλους διαχείρισης, σε νέες περιπέτειες.
Η διαφοροποίηση του κοινοβουλευτικού εκπροσώπου του ΔΗΣΥ Δημήτρη Δημητρίου στο ζήτημα που προέκυψε έπειτα από το πόρισμα για το «Κράτος Μαφία» και γύρω από την παράμετρο της συνέχισης ή όχι της συμμετοχής του Νίκου Αναστασιάδη στα συλλογικά όργανα του κόμματος, όπως και η σαφής διαφοροποίηση του πρώην κοινοβουλευτικού εκπροσώπου Νίκου Τορναρίτη και άλλων στελεχών για την πρόσφατη στάση του κόμματος στο ζήτημα του Υφυπουργείου Ευρωπαϊκών Θεμάτων, είναι μόνο κάποια παράδειγμα που εξωτερικευόμενα στην δημόσια σφαίρα, συνιστούν την αποτύπωση της πραγματικότητας πως δεν είναι τα πάντα μετά τις βουλευτικές εκλογές, ωραία και όμορφα στο συναγερμικό οικοδόμημα.
Μέγιστο σφάλμα για την επόμενη μέρα που ήδη ξεκίνησε, θα ήταν πρωτίστως αν η ηγεσία του ΔΗΣΥ και εν προκειμένω η πρόεδρος του κόμματος, συνεπαρμένη από την επιτυχία των βουλευτικών εκλογών παρασυρθεί σε συμπεριφορές που εμπεριέχουν το στοιχείο της αλαζονείας και της υπεροψίας, σε πολιτικές πρακτικές που προκάτοχοι της υιοθέτησαν και εφάρμοσαν για να αποδειχθούν καταστροφικές, τόσο για το κόμμα όσο και για τους ίδιους.
Αν θεωρήσει η ηγεσία του ΔΗΣΥ το 27% των βουλευτικών εκλογών δεδομένο για το κόμμα και αν δεν θελήσει να παραδεχθεί, να αποδεχθεί και να σταθμίσει, το γεγονός πως σε αυτό το 27% συγκαταλέγεται και μια σημαντική μερίδα ψηφοφόρων που μπορεί στις 24 Μαΐου να ψήφισε για διάφορους λόγους τον ΔΗΣΥ, δεν σημαίνει όμως ότι το έπραξε επειδή ενστερνίζεται κατά τρόπο απόλυτο τον τρόπο με τον οποίο πολιτεύεται, αν το εκλάβει ως λευκή επιταγή και ως την βάση από την οποία ενόψει του 2028, θα ξεκινήσει την προεκλογική της προσπάθεια η Πινδάρου.
Πολύ περισσότερο, από την στιγμή που, όπως όλα δείχνουν, για να φθάσει στις προεδρικές εκλογές του 2028 θα χρειαστεί ο ΔΗΣΥ να περάσει από μια διαδικασία, η οποία πολύ εύκολα δύναται να δημιουργήσει συνθήκες κατακερματισμού και ενδεχομένως φαινομένων και καταστάσεων που θα θέτουν εν αμφιβόλω την ομοψυχία και την αδιάσπαστη πλεύση της παράταξης προς την κάλπη.
Η επιλογή του υποψήφιου με τον οποίο ο ΔΗΣΥ θα πορευθεί προς τις προεδρικές εκλογές θα γίνει για πρώτη φορά – από την στιγμή που οι ενδιαφερόμενοι θα είναι πέραν του ενός – από την βάση.
Από τις δεκάδες χιλιάδες μέλη του κόμματος, στα οποία οι διεκδικητές του χρίσματος θα απευθυνθούν στο πλαίσιο έκτακτης παγκύπριας εκλογικής συνέλευσης, για να ζητήσουν να τους κρίνουν, ο καθένας για λογαριασμό του, ως καταλληλότερους για να διεκδικήσει ο ΔΗΣΥ την επάνοδό του στην εξουσία μετά από μια πενταετία.
Την πρόθεσή του να διεκδικήσει το χρίσμα ανακοίνωσε ήδη διά συνέντευξής του την περασμένη εβδομάδα ο βουλευτής του κόμματος Γιώργος Παμπορίδης, ενώ δεδομένα θα το πράξουν επίσης η πρόεδρος της παράταξης Αννίτα Δημητρίου και ο τέως πρόεδρος, Αβέρωφ Νεοφύτου, ο οποίος εδώ και καιρό ετοιμάζεται να παίξει περίπου τα ρέστα του.
Γίνεται προφανές, πως μπορεί το γεγονός ότι ο ΔΗΣΥ δίνει το δικαίωμα επιλογής του υποψήφιου του στα μέλη του να αποτελεί την τρανταχτότερη απόδειξη της δημοκρατικότητας των διαδικασιών στον κόμμα, την ίδια ώρα ωστόσο, συνίσταται ως διαδικασία και σε ένα τεράστιο στοίχημα, σε ένα crash test για τις αντοχές της Πινδάρου να απορροφήσει και να διαχειριστεί αποτελεσματικά και στο πολύ σύντομο χρονικό διάστημα που θα απομένει μέχρι τις προεδρικές, τους κραδασμούς μιας τέτοιας ζωτικής σημασίας για την παράταξη εσωκομματικής εκλογικής αναμέτρησης.
Των πικριών, των παραπόνων και όλων όσων μπορεί να αφήσει πίσω της μια τέτοια διαδικασία, όχι μόνο σε ό,τι αφορά τους άμεσα επηρεαζόμενους, αλλά πολύ περισσότερο ανάμεσα στην βάση της παράταξης και εν προκειμένω στους υποστηρικτές εκάστου των δελφίνων.
Και την ώρα μάλιστα, που πέραν των τριών ή όσων εν τέλει θα διεκδικήσουν το χρίσμα του ΔΗΣΥ, μια ουδόλως ευκαταφρόνητη μερίδα των Συναγερμικών, όπως καταδεικνύουν οι μετρήσεις που γίνονται, δεν αποκρύβουν την ετοιμότητά τους ή την προτίμησή τους καλύτερα, προς τον… αποστάτη το 2023, Νίκο Χριστοδουλίδη.
Την περασμένη Παρασκευή, η πρόεδρος του ΔΗΣΥ Αννίτα Δημητρίου προέβη σε μια καυστική τοποθέτηση που προκάλεσε αίσθηση.
Κληθείσα να σχολιάσει την δήλωση Γιώργου Παμπορίδη ότι θα διεκδικήσει το χρίσμα του υποψήφιου του κόμματος, ανέφερε πως είναι θεμιτό να υπάρχει ενδιαφέρον και να γίνονται αυτές οι συζητήσεις.
«Δεν είναι μυστικό ότι θα κάνουμε το δικό μας οδικό χάρτη και για τις επόμενες εκλογικές μάχες και δη για τις επερχόμενες προεδρικές εκλογές», υπέδειξε, για να διαμηνύσει εν συνεχεία με ένταση, πως δεν θα επιτρέψει, είτε η ίδια προσωπικά είτε οι συνεργάτες της, σε καμία περίπτωση να διχαστεί ο ΔΗΣΥ ή να μην προχωρήσει ενωμένος στα επόμενα διακυβεύματα, τα οποία αφορούν την ιστορική πορεία της παράταξης.
Επρόκειτο για μια αρκούντως αρχηγική παρέμβαση από την Αννίτα Δημητρίου, για την οποία Συναγερμικές πηγές που μίλησαν στον REPORTER έδωσαν διπλή ανάγνωση ως προς τα ελατήρια και την σκοπιμότητα που ίσως θα ήθελε να εξυπηρετήσει.
Αφενός, ως αντανάκλαση της επίγνωσης που η πρόεδρος του ΔΗΣΥ προφανώς και έχει για τους κινδύνους που ενόψει των εσωκομματικών εκλογών ελλοχεύουν και που ως ηγέτιδα της παράταξης δεν θα ήθελε ή δεν σκοπεύει να αφήσει να διακινδυνεύσουν την ομαλή πορεία του κόμματος προς τις προεδρικές.
Αφετέρου, η άλλη ανάγνωση, ως μια τοποθέτηση που εν είδει ηχηρού γεμάτου νόημα μηνύματος προς όσους ετοιμάζονται επί της ουσίας να την αμφισβητήσουν, να… έχουν τον νου τους. Τόσο στον δρόμο προς τις εσωκομματικές εκλογές όσο και μετά.
Ό,τι από τα δύο και να ισχύει, το σίγουρο είναι πως τα όργανα στον ΔΗΣΥ για τις προεδρικές εκλογές του 2028 άρχισαν και πως εδώ είναι που η Αννίτα Δημητρίου - πολύ περισσότερο απ' ό,τι στις πρόσφατες βουλευτικές- , θα κληθεί να αποδείξει εκ νέου την ικανότητά της να οδηγήσει το μεγάλο καράβι που ακούει στο όνομα ΔΗΣΥ σε λιγότερο από δύο χρόνια από σήμερα, είτε ως καπετάνισσα είτε ως συγκυβερνήτης, σε απάνεμο λιμάνι. Αυτό του λόφου του Προεδρικού.











